Ο ΡΑΒΔΟΣΚΟΠΟΣ

Όλη τη νύχτα γύρευε τη θαλπωρή μιας ιδέας
που κοιμάται ανάλαφρη
σαν τον ίσκιο ξενοιασμένου αναχωρητή
όταν δίχως χρέη παλαιών ναυαγίων
κόβει τη διχαλωτή γλώσσα των οδών.
Τα κρόταλα του χρόνου ηχούσαν δαιμονικά
εντείνοντας την αγωνία τού πεπερασμένου οράματος
και οι τριγμοί των οδόντων μαρτυρούσαν
τη φρίκη της στιγμής
εκείνο το πνευστό ανατρίχιασμα της αποκάλυψης
που ζει κάτω από το δέρμα.
Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να κατανοήσει
τον κόσμο προτού ο κόσμος τον διαβρώσει
έναντι πινακίου τιμής.
Μα το να ερμηνεύεις σήμερα την εποχή
είναι μια τέχνη ραβδοσκόπου
που δεν αγάπησε το σώμα του
κι αυτός αγάπησε την κάθε του πτυχή
ζώντας εξόριστος.

.

`

*************

ΑΣ ΕΙΝΑΙ…
Στον Κώστα Φασουλά

`
Aς είναι να μικρύνουμε λίγο τον γιγαντισμό της ύπαρξης
να γίνουμε μια χαραμάδα αγωνίας μπροστά από μια
πόρτα εξόδου
να δούμε τον κόσμο απ’ το ύψος των παιδιών
και των ασήμαντων θάμνων.
Θαρρείς και γεννιόμαστε ανδριάντες, με γύψινα σώματα
βαλσαμωμένες καρδιές και πηγμένο αίμα
γενναίοι μες την τυφλότητα της άγνοιας
απόγονοι του μέλλοντος, κλειδοκράτορες της Ιστορίας
πληρωμένα ναύλα του χρόνου προς την αντίπερα όχθη
λησμονώντας πως εμείς είμαστε ο χρόνος, εμείς και η όχθη.

Ας είναι να χαμηλώσουμε λίγο το κέντρο βάρους της αυταπάτης
οι ορειχάλκινες βεβαιότητες διαβρώνονται όταν βρεθούν σε
στάσιμα όξινα νερά
και να μετρήσουμε το βάθος της θάλασσας απ’ τον χρόνο
που κάνει ο πνιγμένος να φτάσει στον βυθό.
Σαν να μη μας βαραίνουν τα δίποδα σακίδια που βαδίζουν
αχαρτογράφητα, ορθώνουμε ανάστημα στις γυάλινες παρελάσεις
των αριστούχων σημαιών
κρεμασμένοι στην τηλεαγχόνη της ψευδαίσθησης
σφηνωμένοι στη σφηνοειδή γραφή μας
ερειπωμένοι σαν τη χλόη που φυτρώνει σε κάστρα νικημένα.

Ας είναι να επιβραδύνουμε λίγο την αδημονία της ηδονής
εκείνο το ηφαιστιογενές πέτρωμα που σπινθηρίζει
στους μηρούς μας
και να αναζητήσουμε τη σαρκοφάγο επιθυμία, την ιερή μέθεξη
των δύο βλεμμάτων πριν γίνουν συμπαγές σώμα.
Λες και το συναίσθημα έγινε μία ιερογλυφική αναπαράσταση
που πάνω της χαράσσουμε τα στοιχεία της ταυτότητάς μας
και όχι μιαν άυλη γέφυρα που ενώνει τις ανεπάρκειες
μια κραυγάζουσα ανταλλαγή σιωπών και ένα πυκνό θρόισμα
φυλλωμάτων δυο δέντρων που ριζώνουν σε κοινό χώμα
εμποτισμένα με την ίδια αιώνια δίψα της διακλάδωσης.

`

***************

Η ΑΝΝΑ

«Εγώ περπάτησα την τροφή μου
δεν μπορώ ούτε ψίχουλο να χαραμίσω».

Έπειτα έκλεισε γρήγορα το στόμα της
μη χάσει άσκοπα γραμμάριο
–είχε να επιστρέψει με τα πόδια στο σπίτι,
Λυκαβηττός-Κολωνός–.
Ήταν καιροί δύσκολοι
κι ο γιος, που πέθανε χρόνια μετά,
ήταν σαν τα γλυκά που στερήθηκε
εκείνα τα χρόνια.

Παντρεμένη πια, με λεφτά στην τσέπη
και με γλυκά στο στόμα
ανεβοκατέβαινε πέντε ορόφους με το ασανσέρ
για να τα απολαύσει.

Ο γιος της δεν γύρισε ποτέ.
Όπως και η πρώτη πείνα της.

`

***************

ΓΡΑΝΑΔΑ

Στο τρίλοφο γυρνάς σαν μια μιγάδα
Τα δυο σου χείλη στα ποτάμια ξεδιψάς
Έχεις το βλέμμα «Τεθλιμμένης Παναγιάς»
Στο χέρι ρόδα και ασήμι απ’ τη Γρανάδα.

Κόκκινη πέτρα σού χαρίζουν. Δεν μιλάς.
Είναι η σιωπή σου απ’ την τέχνη της Αλάμπρα
Και στο λαιμό εκείνη η γυάλινή σου χάντρα
Σε στιγματίζει πάντοτε όπου κι αν πας.

Λόφος των ξένων. Η δική σου διαδρομή.
«Ποια γη ηρεμεί τον ξένο σαν πεθάνει;»
Πάλι η σκέψη ενώ κοιτάς το Σιντριβάνι
Με τα Λιοντάρια να κυκλώνουν την πηγή.

Παντού ηχούνε του Tarrega οι «Αναμνήσεις»
Εδώ, στο Νότο, στη θλιμμένη Ανδαλουσία
Δυο ερωτήματα σαν μόνη περιουσία
«Από πού έφυγες;» και «πούθε να γυρίσεις;».

`

*

NOX [Απόσπασμα]

[Μια παρέα πρώην νέων κάθεται στην παραλία μιαν αυγουστιάτικη βραδιά. Έχουν από ώρα αρχίσει να συζητάνε για διάφορα θέματα με την πυρετώδη ανεμελιά της καινούριας ηλικίας. Όσο όμως η συζήτηση προχωρά, τόσο η άμπωτις ξεσκεπάζει τη θάλασσα φανερώνοντας έναν παλαιό κόσμο που θαρρείς και θέλει να εισβάλλει στην κουβέντα τους.]

Μπορούσαμε να μιλάμε όλη τη νύχτα
για τους νεκρούς που δεν γνωρίζαμε
κι άλλοτε να ζητάμε στο λαθρεμπόριο της ευτυχίας
–των άλλων–
λίγη απ’ τη χαμένη συντροφικότητα του καιρού.
Κι όμως σαν να μην μας αρκούσαν αυτές οι χοές και τα ξύλινα παραπετάσματα
που στήναμε παρέα.
Κοιτάζαμε τη φωτιά και η κνίσα μιας περίεργης αγωνίας
μάς μεθούσε, έτοιμοι να θυσιάσουμε στις φλόγες της
όποιο παρελθόν ζητηθεί.
Στη σάρκα μας, βλέπεις, είχαν τρυπώσει κάτι πελώριες απορίες
και μας κεντούσαν σαν βελόνες που ζητάνε την έξοδο
απ’ τις ραφές του πουκαμίσου
για να σώσουν ξανά τη χαμένη του υπόληψη να σταθεί ακέραιο
στο κορμί μας –όπως η πρώτη ζωή.
Οι ήρωές μας, όμως –αυτοί που θα μιλούσαν–
μάς είχαν πεθάνει όλους νέους.
Είχαμε μείνει, λοιπόν, εδώ και καιρό με τρύπια ακροατήρια και με
άδειες ηλικίες κι έτσι,
μη ξέροντας με ποιες αυταπάτες να τα γεμίσουμε, συμφιλιωθήκαμε
αυτή τη νύχτα πάνω από τον κοινό προβληματισμό.
Άλλωστε, το ξημέρωμα αργούσε ακόμα
–πιθανόν δύο ή τρεις χιλιετηρίδες, δεν ήμασταν σίγουροι–
και η οπτική μιας τυχαίας ετυμηγορίας
για τους όγκους των βουνών που βάραιναν τους ώμους μας
ήταν μια εύκολη λύση –δεν μας αρκούσε.
Ποιος όμως θα άρχιζε να εξηγεί;
Ποιος θα βουτούσε τη γλώσσα του μέσα σε νερά
με μύραινες και σμέρνες, με πετρόψαρα και πνιγμένους;
Ποιος θα τολμούσε να ανασκαλίσει με γυμνά χέρια
την πύρινη άμμο που κούρνιαζε σαν φίδι διχαλωτό
μπρος στα πόδια μας;

Ο κλήρος έπεσε στον Λύγκα, από τους νεώτερους της παρέας.
Ένα αέρινο πέπλο τρεμόπαιξε πάνω απ’ τα κεφάλια μας
φέρνοντας μια πρόσκαιρη ανακούφιση.
Τα μεγάλα του μάτια ήταν το καλύτερο αντίδοτο στη μικρή φωτεινότητα των καιρών,
όπως θα έλεγε και ο γερο-Εβέλιος.

Και ο Λύγκας άρχισε να μιλά:

«Γεννηθήκαμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις καμάρωναν για την ελευθερία τους
σαν το παγόβουνο που ατενίζει στητό στον ορίζοντα ξεγελώντας
τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες
για το βάθος της ραχοκοκαλιάς του.
Ήταν όλες επιδέξιες, καλογυαλισμένες και διαθέσιμες
μπορούσες να πλάσεις με αυτές ένα σωρό σχήματα
ποτέ περίκλειστα, μόνο ανοιχτωσιές
ξεχνώντας ή αγνοώντας πως δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός,
κάτι που επιτρέπει στον άνθρωπο να φαντάζει πιο μεγάλος
απ’όσο πραγματικά είναι […]

`

************************

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΝΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΤΕΛΟΥΣ [Απόσπασμα]
Μνήμη Αργύρη Χιόνη

`

Ένας ολόγυμνος άνθρωπος προσπαθούσε για ώρες να ζεστάνει τα
χέρια του μέσα στις τσέπες του παλτού που δεν φορούσε. «Μα αφού
δεν φοράς τίποτα» τού φώναζαν οι περαστικοί «γιατί πασχίζεις
τόσο;». «Κι εσείς σταυροκοπιέστε σε έναν Θεό που δεν είδατε ποτέ»
απαντούσε και συνέχιζε, έως το τέλος της ζωής του, να βαθαίνει
ολοένα τα χέρια του στις τσέπες του παλτού που δεν φορούσε.

`

*

Ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός
νοσοκομειακού θαλάμου. Για να περνά η ώρα του ζητούσε από τους
φιλοξενούμενους να διηγούνται τι βλέπουν έξω από το παράθυρο του
δωματίου το οποίο βρισκόταν, εν γνώσει του, στην πλευρά του ακάλυπτου.

`
*
Ένας μοναχικός άνθρωπος επιχείρησε κάποτε να γράψει τις ιστορίες
άλλων ανθρώπων. Όταν τελείωσε τη συγγραφή τους, συνειδητοποίησε
πως είχε αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Έτσι, όταν απεβίωσε,
ξεκίνησε μια μεγάλη δικαστική μάχη μεταξύ των συγγενών του και
των αναγνωστών για τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου.

`

*************************************************************************************

 

Ποιήματα από το βιβλίο και ΕΔΩ:

Σπύρος Αραβανής, «Ο Φιλοθεάμων», εκδ. Κουκούτσι, 2020 (προδημοσίευση)

`

Σπύρος Αραβανής, «Η Τριλογία της Ύπαρξης»

***************************************************************************************************

«[…] ἐκεῖνος ὁ φιλοθεάµων καὶ οὐδαµῇ ἀνεχόµενος ἄν τις ἓν τὸ καλὸν φῇ εἶναι καὶ δίκαιον καὶ τἆλλα οὕτω» γράφει ο Πλάτων σε ένα σημείο της «Πολιτείας» του (478e-) και αποτελεί την προμετωπίδα- φιλοσοφία της πέμπτης ποιητικής συλλογής του Σπύρου Αραβανή.
Το Πρώτο Μέρος εμπεριέχει είκοσι ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και περιεχομένου έχοντας όμως συνεκτικό δεσμό εκείνον τον φιλοθέαμονα ως «μύστης του θαύματος που γεννά η πραγματικότητα / όταν όλοι ξεσκίζουν το σώμα της φαντασίας».
Το Δεύτερο Μέρος, με τον τίτλο «Nox», αποτελεί ένα εκτενές ποιητικό-θεατρικό αφήγημα, ενδοσκόπησης και όχι δράσης ως μια έκρηξη απολογισμού της τελευταίας «ευημερούς» τριακονταετίας, όταν μια παρέα «πρώην» νέων κάθεται στην παραλία, µιαν αυγουστιάτικη βραδιά, ακούγοντας τον μικρότερο της παρέας, τον «Λύγκα», να εξιστορεί: «Γεννηθήκαμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις καμάρωναν για την ελευθερία τους / σαν το παγόβουνο που ατενίζει στητό στον ορίζοντα / ξεγελώντας τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες / για το βάθος της ραχοκοκαλιάς του»…ώσπου.. «Το απότομο ξύπνημα της πραγματικότητας / ήρθε από έναν άσχημο ύπνο και όχι από το σκούντημα μιας νέας πραγματικότητας / κι έτσι η αντιμετάθεση των γραμμάτων έλξη-λέξη / παρέμεινε ένα όραμα νεκρών».
Το Τρίτο Μέρος με τον τίτλο «Φανταστικές ιστορίες ενός αληθινού τέλους», εμπεριέχει ένδεκα σύντομες ποιητικές πρόζες από τις οποίες αναδύονται με αφαιρετικό και συμβολιστικό τρόπο, με στοιχεία παραλόγου και σαρκασμού, θεολογικά, φιλοσοφικά, υπαρξιακά και «γήινα» ζητήματα με επίκεντρο πάντα τον «άνθρωπο» ο οποίος «επιχείρησε κάποτε να γράψει τις ιστορίες άλλων ανθρώπων. Όταν τελείωσε τη συγγραφή τους, συνειδητοποίησε πως είχε αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Έτσι, όταν απεβίωσε, ξεκίνησε μια μεγάλη δικαστική μάχη μεταξύ των συγγενών του και των αναγνωστών για τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου».

`
Το εξώφυλλο κοσμεί έργο του ποιητή και εκδότη του βιβλίου, Βασίλη Ζηλάκου ο οποίος είχε τη φροντίδα της τυπογραφικής και φιλολογικής επιμέλειάς του.