Οι μελετητές του έργου του Ιρλανδού ποιητή το χωρίζουν συνήθως σε τρεις ή τέσσερις περιόδους. Τα δώδεκα ποιήματα που έπονται ανήκουν στη μέση περίοδο και περιλαμβάνονται στις τρεις συλλογές που ο Γέητς δημοσίευσε τη δεκαετία 1910-1919: The Green Helmet and Other Poems (1910), Responsibilities (1914), The Wild Swans at Coole (1919), όταν βάδιζε από τα 45 προς τα 55 του χρόνια. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων είναι η απομάκρυνση από το ρομαντικό κλίμα του πρώιμου Γέητς, η στροφή προς τον ρεαλισμό και μια διάθεση έντονα δύσθυμη απέναντι στις διαψεύσεις της ηλικίας και τις κοινωνικές κακοδαιμονίες. Δεν λείπει όμως από κάποια και ο ηρωικός και οραματικός τόνος, γνώρισμα διαχρονικο της ποίησής του.

Η ΜΑΓΓΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΖΗΤΗΣΗΣ

Στέγνωσε της εκζήτησης η μαγγανεία
στις φλέβες μου όλους τους χυμούς, κάθε χαρά μου
αυθόρμητη την μάρανε κι απ’ την καρδιά μου
έδιωξε κάθε φυσικότητα και ουσία.
Το φτερωτό μας τ’ άλογο κάτι αρρωσταίνει,
τους ουρανούς σαν πρώτα δεν τους αυλακώνει
μα αγκομαχά, τινάζεται, ριγάει, ιδρώνει,
η θεία του ράχη λες σε κάρο είναι ζεμμένη.
Τα έργα με τα χίλια εφέ τα καταριέμαι,
τα πάρε-δώσε με τα όρνια ή τα τομάρια,
τις μπίζνες τις θεατρικές, όλα τ’ αρνιέμαι
του σανιδιού τα κόλπα, τ’ άθλια τα παζάρια.
Και όρκο παίρνω εδώ ιερό, πριν ξημερώσει
θα ’χω τον Πήγασο απ’ τ’ αχούρι ελευθερώσει.

~ . ~

ΟΛΑ ΜΕ ΞΕΣΗΚΩΝΟΥΝΕ

Όλα με ξεσηκώνουνε από την τέχνη αυτή:
παλιά ήταν μια γλυκιά ματιά ή, χειρότερο πολύ,
του έθνους που ξεμωράθηκε η δήθεν σωτηρία·
πια δεν με περισπά με ανάλογη ευκολία
παρά η κόπωση που ήρθε με τα χρόνια.
Ποιητής που δεν ανέβαινε όλο ύφος στα μπαλκόνια
ώστε να ακούγεται η φωνή του κεραυνός
ήταν για μένα ανύπαρκτος σαν ήμουν νεαρός·
μα αν έναν τώρα διάλεγα, και μου ’καναν τη χάρη,
πιο άλαλος θα ’ταν, πιο κουφός και κρύος κι από ψάρι.

~ . ~

ΣΕ ΦΙΛΟ ΠΟΥ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΓΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ

Όλη στη φόρα βγήκε η αλήθεια,
σώπα και κοίταξε να υποταχθείς
σε κάθε αδιάντροπο στόμα θρασύ.
Άνθρωπος τίμιος, πώς δα μπορείς
μ’ όλους εκείνους να παραβγείς
που λένε ψέματα και παραμύθια,
κι όταν τους πιάνει μετά κανείς
εμπρός στον γείτονα ή μόνοι αν είναι
δεν κοκκινίζουνε από ντροπή;
Άσ’ τους θριάμβους! Στα έργα σου μείνε
που ’ναι πιο δύσκολα, και τους ταιριάζεις.
Σαν τη χαρούμενη που κρούουν χορδή
δάχτυλα ξέφρενα σε πέτρας τόπο
μιλιά μη βγάζεις – ν’ αναγαλλιάζεις!
Δεν θέλει τίποτε πάνω στη γη
τόση προσπάθεια και τόσο κόπο.

~ . ~

Ι. Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΧΟΡΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Στην αμμουδιά στήσε χορό·
να σε τρομάξει του άνεμου γιατί
και των αφρών το μουγκρητό;
τίναξε πίσω το μαλλί
που όλο νερό στάζει αλμυρό·
η νιότη σου δεν έχει δει
πως πάντοτε οι μωροί νικούν,
οι έρωτες πως δεν κρατούν,
πως ξεψυχάει ο θεριστής
προτού θερίσει τον καρπό.
Γιατί λοιπόν να φοβηθείς
τ’ ανέμου το φριχτό ουρλιαχτό;

~ . ~

ΙΙ. ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Κανείς δεν σου ’πε, τέτοια μάτια ευγενικά
πως πλάι στην τόλμη θέλουν και λίγη σοφία;
Ή, όσο ακόμη ήταν καιρός, τι απελπισία
νιώθει το έντομο όταν πέφτει στη φωτιά;
Θα ’πρεπε ίσως να το είχα κάνει εγώ·
μα είσαι νέα κι άλλη η γλώσσα που μιλώ.
Αλίμονο, ό,τι σου δοθεί αυτό θα πάρεις,
όλο τον κόσμο φίλο σου θα ονειρευτείς.
σαν την μητέρα σου στον πόνο θα μπατάρεις,
όμοια μ’ εκείνη τελικά θα τσακιστείς.
Μα έχω πια γεράσει εγώ κι εσύ ’σαι νέα
και σου μιλώ, το ξέρω, γλώσσα φρικαλέα.

~ . ~

ΟΙ ΜΑΓΟΙ

Τους βλέπω τώρα ξαφνικά, όπως πάντα με τον νου:
ωχροί, ανικανοποίητοι, στην τόγα τους σφιγμένοι
να βγαίνουν και να χάνονται στα βάθη τ’ ουρανού,
τ’ αρχαία τους πρόσωπα σαν βράχοι διαβρωμένοι,
τα κράνη τ’ ασημένια τους το ένα δίπλα στ’ άλλο,
το στυλωμένο βλέμμα τους ακόμη μια φορά,
πάντα ανικανοποίητο απ’ του Γολγοθά τον σάλο,
της Φάτνης το ανεξέλεγκτο μυστήριο αναζητά.

~ . ~

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Για τον στίχο μου πήρα παλτό
και του ιστόρησα πάνω κεντίδια
από μύθους παλιούς και στολίδια
απ’ τις φτέρνες ίσαμε το λαιμό.
Μα οι μωροί το παλτό μού τ’ αρπάξαν,
και μ’ αυτό βγήκαν στην αγορά
ότι τάχα εκείνοι το φτιάξαν.
Πίσω, στίχε μου, μη το ζητάς,
πιο πολλή τέχνη και μαστοριά
θέλει ολόγυμνος να περπατάς.

~ . ~

IΡΛΑΝΔΟΣ ΑΕΡΟΠΟΡΟΣ ΠΡΟΛΕΓΕΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Κάπου ψηλά στα σύννεφα θα βρω
εγώ τη μοίρα μου, ναι, το γνωρίζω·
αυτούς που πολεμώ δεν τους μισώ,
δεν αγαπώ αυτούς που προασπίζω.
Τόπο έχω του Κιλτάρταν τον Σταυρό
και μου ’ναι συντοπίτες οι φτωχοί του,
δεν θα χαθεί κανείς τους αν χαθώ,
πιο ωραία δεν θα νιώσει τη ζωή του.
Δεν μ’ έσπρωξε στη μάχη διαταγή,
τα ζήτω, το καθήκον το μεγάλο,
μια τέρψη, μια έξαψη μοναχική
μ’ έστειλε εδώ, μες στων νεφών τον σάλο·
στον νου μου τα ’φερα να τα ζυγίσω:
σπατάλη ήταν τα χρόνια που ’χα μπρος,
σπατάλη ήταν τα χρόνια που ’χα πίσω,
μα όχι η ζωή, ο θάνατος αυτός.

~ . ~

ΚΑΛΥΤΕΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Με κουρελιάσαν τα όνειρα·
τρίτωνας από μάρμαρο,
τα κύματα με φθείραν, με κουράσαν·
όλη τη μέρα απ’ το πρωί
εκείνην μοναχά κοιτώ
λες και κοιτώ μια καλλονή
σ’ έργο σπουδαίο ζωγράφου,
τα μάτια μου έτσι ευχαριστώ,
το εκλεκτικό μου αυτί,
κι άλλο δεν θέλω εγώ γιατί
καλυτερεύουν οι άντρες με τα χρόνια.
Κι όλο απορώ, παρ’ όλα αυτά,
μήπως την έχω ονειρευτεί;
Ω να ’χαμε συναντηθεί
της νιότης όταν μ’ έκαιγε η φωτιά!
Μα με γεράσαν τα όνειρα,
τρίτωνας από μάρμαρο,
τα κύματα με φθείραν, με κουράσαν.

~ . ~

ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΙ

Φαλάκρες που ξεχνάν τα κρίματά τους,
φαλάκρες γέρικες λογίων σεβαστές
στίχους ψειρίζουν στα υπομνήματά τους
που τους εμπνεύστηκαν νεαροί ποιητές
όταν στου έρωτα αγρυπνώντας τα δεινά
την ακατάδεκτη ανυμνούσαν ομορφιά.

Όλοι τους σέρνονται· όλοι βήχουνε μελάνι·
πήγαινε κι έλα φθείρουν όλοι το χαλί·
όλοι τους κάνουν ό,τι ο κόσμος όλος κάνει·
στου γείτονα όλοι τον γνωστό είναι γνωστοί.
Θε μου, στους τόμους τι θα γράφαν τους χοντρούς
ο Κάτουλλός τους αν σερνόταν σαν αυτούς;

~ . ~

ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΚΟΚΕΦΙΑ

Πότε να κοίταξα στερνή φορά
τα στρογγυλά πράσινα μάτια, τα χυτά κορμιά
των σκοτεινών πανθήρων της σελήνης;
Οι άγριες μάγισσες, οι αρχόντισσες εκείνες,
μ’ όλα τους τα σκουπόξυλα, τα δάκρυα της οργής,
χαθήκαν απ’ το πρόσωπο της γης.
Φύγαν οι κένταυροι των λόφων οι ιεροί·
άλλο δεν μου ’μεινε απ’ του ήλιου τη χολή·
σελήνη εξόριστη, διωγμένη ηρώισσα μάνα,
τώρα που κλείνω τα πενήντα εγώ
τον άνανδρο ήλιο πρέπει ν’ ανεχτώ.

~ . ~

Ο ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΕΛΗΝΗ

Ο γάτος πήγαινε μια δω και μια από κει
και σαν τη σβούρα στριφογύριζε η σελήνη,
κι ο γάτος έρποντας, στενός της συγγενής,
τα μάτια σήκωσε και τά ’στρεψε σ’ εκείνη.
Τα μάτια στύλωσε ο μαύρος Μινναλούς,
γιατί όπως κάτω εκεί σερνόταν και βογγούσε
το αγνό το φως το παγωμένο τ’ ουρανού
το ζώο έλουζε και το αίμα του κεντούσε.
Τη χλόη δρασκέλισε γοργά ο Μινναλούς,
ψηλά τα πόδια του τα ευλύγιστα πηδούν.
Χορεύεις άραγε, χορεύεις, Μινναλού;
Αν απ’ το ίδιο σόι δύο ανταμωθούν
τι πιο καλύτερο παρά χορό να πιάσουν;
Ώς κι η σελήνη ίσως έτσι διδαχτεί,
βαριεστημένη απ’ τους αβρούς τούς τρόπους,
καμιά φιγούρα του χορού πιο ζωηρή.
Κυλιέται τώρα ο Μινναλούς στη χλόη επάνω
και κυνηγάει εδώ κι εκεί τ’ ωχρό της φως,
μα η ιερή Σελήνη σ’ άλλη φάση μπαίνει
καθώς την έχει αγκαλιά του ο ουρανός.
Να ξέρει τάχα ο Μινναλούς πως η ματιά του
από αλλαγή σ’ άλλη αλλαγή όλο θα περνά,
από τη χάση ώς τη γέμιση και πάλι
από τη γέμιση ώς τη χάση θα γυρνά;
Κυλιέται τώρα ο Μινναλούς στη χλόη επάνω,
σπουδαίος εκείνος και σοφός και μοναχός,
κι έχει τα μάτια στη σελήνη στυλωμένα
διαρκώς ν’ αλλάζουν όπως το δικό της φως.

~ . ~