Απόσπερμα
Κλαγγώ σαν ξίφος στοχασμού, εριστικό!
Κεφάλια παίρνω ερριμμένα, Μυρμιδόνων!
Του Ομήρου απόσπερμα, εγώ φθηνό, λιμό
να σώσω προσπαθώ, απόσταγμα αιώνων!

Διύλισμα της σκέψης, ενός ρέκτη στοχασμού
αυτό που έστησε τον άνθρωπο, απά στα δυο του πόδια!
Μα σήμερα εκώφευσε, στο ρόχθος πλουτισμού!
Λιδία λίθος για τα σύγχρονα, εσμού τα ξόδια!

Κι αν αλυχτώ, ποιος τάχα δίνει προσοχή!
Είναι αμφίβολο τι γένους είναι η αξία!
Το μόνο που μου έμεινε, απλή μια ευχή!
Μη φθάσει κάποτε η ζωή, να είναι ουτοπία!

`
*
Φαιδρότητα φιλολογούσα

Πόδια πέντε, ίντσες έξη
το ανάστημά σου!
Μικροαστού φαιδρότητα
το απαύγασμά σου!
Φως, που αναβλύζει σκοτάδι
των ιόντων! Έντρομο κοπάδι!

Μία και μισή ανάσα
όλο το έξαρμά σου!
Ικανό να καταστράψει
λογοτέχνημά σου!
Σαν, απόβλητα σκορπάει
γραπτά σου! Σαν φιλολογάει

 

`

*
Senza Nome

Πολιτεία άφαντη, senza nome, μυθική
στον χάρτη δεν σε γράφουνε οι μύστες!
Μόνο σου μέλημα, τις μοίρες να ρωτάς
τι έφταιξε, να είσαι μόνο ονειρική!

Ανύνυμη και έρημη, μια πόλη μαγική
με μόνο στίγμα σου τον μύθο του Οδυσσέα!
Ιθάκες ζήλεψες και ‘ναν ταξιδευτή
πουλίγο θα ‘στεκε να σου ‘κανε παρέα!

Τώρα του χρόνου απομεινάρι, λυπηρό
τις σφαίες σου μετράς και τις πληγές σου!
Το όνομά σου άγνωστο, ωσαύτως μυθικό
ανώνυμο, μέσα στις προσευχές σου!

`
*
Παραφρράζοντας τον Αλεπουδέλλη

Της ασυδοσίας Ήλιες αισθητέ
του παρακράτους επιβεβλημένη αγυρτεία!
Δεν έστερξες, τον πόνο μας να δεις
πνιγμένος στων αστών, την κτηνωδία!

Και συ μυρσίνη των πικρών καιρών
της νόμιμης, περιχαρακωμένης αδικίας
ικέτευσε, τις μοίρες των παθών
γι’ ανάθεμα της, των Γραικύλων παροικίας!

Της θηριωδίας Ήλιες υπαρκτέ!
Της αποκτήνωσης τεκμήριο, του πλούτου!
Όπως τον έφτιαξες τον κόσμο, έναν τεκέ
αξίες σκότωσες, της νόησης του φρούτου!

Όμως κοσμάκη του συρμού και της χαράς
πέθανε ήσυχος! Ανάσταση για σας!
Όμως κοσμάκη αγελαίες της βολής

σκουλίκια των θεσμών και του παρά
μόνη αλήθεια σας, κιβούρι, Ωσαννά!
Το έργο σας, έργο διαβολής!;!;

`