Το μωβ βουνό

Ένα μωβ βουνό επεξεργάζεται την θλίψη μου
Χωρίς αιτία χτυπά στου πουλιού το κελάηδισμα,
Μειδίαμα σκύλου
Έρεβος, σωφροσύνης.
Κι ας μην ανασαίνει κανείς τα βάθη σου.
Το μωβ βουνό καρδιοχτυπά σε καλοκαίρι
Στοχασμού που δεν το περίμενε κανείς.
Τίποτα δεν περίμενε κανείς και το γάλα
Προσκύνημα, μυρωδιά του ήθους.
Μαύρη είναι η δύση χορτασμένη απ’ τις
Σιωπές σου,
Βαριέται ν’ ακούσει αοιδέ χωρίς καρδιά
Τα λόγια τα παχιά.
Α κι αν δεν υπήρχες δεν θα γνώριζα την λευτεριά
Αλλά ούτε και θα ‘χανα την γεύση
Του παντοτινού.

Άγρια Βραδιά

Μάτι αετού δεν σ’ έχει κλείσει
Αντιλαλείς στο πέλαγος
Και οι δικοί σου άνθρωποι
Χαμογελούν πανέμορφα.
Σαν να΄ ναι χρέος τολμηρό
Να γίνεις πέτρα ή νερό
Με ένα χάδι.
Αγάπη πια να μην γευτείς
Τον κόσμο όλο να διαβείς
Να καίγεσαι στον δρόμο το βαθύ
Μια σπιθαμή.
Δεν είσαι άνθρωπος εσύ
Μα άσπιλο είσαι εσύ πουλί
Έλα στον ώμο να μου πεις
Κι αν θες να ζήσουμε
Μπορείς.

Ο Αλμυρός

Ήτανε μέρα γιορτινή γιομάτη
Ένας μικρός σιγόπαιζε στο δείλι.
Τα καφενεία τα μεστά λαλούσαν σαν τον μπάτη
Κι η θάλασσα μου βούρκωνε στ’ απάνω σου το χείλι.

Κολύμπησα νεόφυτη μπροστά σου
Μαλλιά λυτά, οι δράκοι μεσ’ τα σύννεφα
Τα μάτια μου ‘κλεψαν σε μια στιγμή
Φαντάσου,
Γέλασες σαν οιωνός που κυνηγά αλύπητα.

Κι η καρδιά σου η πικρή κύλησε σαν βότσαλο
Την δέχτηκα χωρίς να δω, γλυκό-κεράσι φάνηκε
Μα γρήγορα έσυρες στο στόμα σου τον κρόταλο
Γίνηκε ξίφος φοβερό

Να’ μαι.
Θα μείνω για πάντα εδώ.

Το ούτι

Μια μέρα ούτι
Θα ήθελα να σε φιλήσω
Έτσι ώστε να ξέρεις πια τι είσαι.

Να χαϊδέψω τις χορδές τις άυλες
Έτσι ώστε να ξέρεις τι σημαίνει όχι.
Δεν είναι αυτό παιχνίδι σου
Ούτε ωδή λυπητερή
Είναι αλήθεια ζυμωμένη στον βράχο της συνήθειας σου.
Μια μέρα θα ήθελα
Να σε κοιτάξω
Έτσι ώστε να ξέρεις
Ποιος σε θέλει ελεύθερο και ποιος βουβό.

Το χέρι στο πλευρό σου να
Σκεπάσει
Κάθε έλλειψη,

Ν’ απαλύνει το πλεχτό βλέμμα σου
Στο κέντρο.

Ν’ αγγίξει
Να ζητήσει
Να πάψει
Να δέχεται
Να πάψει τον χείμαρρο λέξεων δανεικών
Να γράψεις εσύ
Ατελείωτες νότες
Ορχήστρες λόγου
Υφαντά οραμάτων
Μούστο δικό σου.

Μια μέρα ούτι
Θα ήθελα να ονομάσεις
Τον έρωτα που κυλά
Φιμωμένο
Απ’ τους καιρούς,
Και τους ανθρώπους.

Του θεού οι ανάγκες

Μα πως ν’ αρνηθείς
Στον άξονα της γνώσης νεύμα
Επαλήθευσης για όλα τα γιατί;

Ας τον να πέσει πάνω σου
Γι’ αυτόν δεν υπάρχει κάθαρση
Καμία ανάγκη για άνθρωπο ή νου
Όλα είναι φυσική συνέπεια της γλώσσας
Σου στον κόσμο.

Σε καταβρέχει ο θεός
Ευλογία φιλική γιατί δεν έμαθες να ζητάς
Σωστά.
Τι είναι προσευχή αν όχι ένα ζήτημα
Εαυτού και μόνο, θρασύ, δειλού.

Σε καταβρέχει ο θεός
Θα τα καταφέρεις άνθρωπε να ξεχωρίσεις
Κι όταν η σκέψη σου γαληνεμένη πει:
Α! είμαι εγώ μοναδικός!
Τότε σε μια στάλα θα σε κοιτάξεις
Και τότε, κανένας καταρράκτης δεν θα είναι
Αρκετός.

Το πέρασμα

Ξύπνησα ένα πρωινό
Και στον περίπατο
Έπιασα τον εαυτό μου
Να ΄ναι άλλη.
Στο στέρνο μου να υψώνεται βουνό
Πλαγιές στα κόκκαλά μου
Και στων ματιών μου τις μορφές
Να υφαίνονται ρυάκια.
Έσπρωξα την κάθε εικόνα
Στρογγυλή με τα Πασχαλινά τα πάθη
Πήρε φωτιά και το κορμί
Στα βάθη, αφύσικου ρυθμού.
Καραβοστάσι η ψυχή για δυό
Λεπτά μονάχα,
Ξύπνησα ένα πρωινό
Κι είδα τον εαυτό μου άλλη.

Σαν τους σκύλους

Δεν ακούς ούτε κοιτάς.
Τα μάτια σου είναι στην κοιλιά
Αγριεμένη και καυτά τα λόγια
Σου, δεν σε αναγνωρίζουν.
Σε κυματίζει ένας νους
Που δεν ανήκει σε αυτούς
Τους στοιχειωμένους, απ΄ την ψυχή σου.

Δεν ακούς ούτε κοιτάς.
Το στόμα σου το λαμπερό
Το έκλεψαν τα παγωμένα χείλη
Των μικρών, και αγνοούν
Τον πόνο σου, οι παχυλοί οι σκύλοι.

Οι Σκύθες

Κοινό το βλέμμα του ανυπάκουου
Έτσι μας λένε,
Και της γλώσσας μας η αγρικιά
Χωρίς νοημοσύνη
Έτσι μας καθοδηγούν,
Κι όταν ωχροί γελάμε ακόμη
Μα μην φανούν τα δόντια του λαού
Μας τρεμοπαίζουν στον φόβο τους.
Άσεμνη η γύμνια μας
Άκαμπτη η ράχη μας
Πλένεται ακόμη στων αρχαίων τα πάθη,
Τσαλαβουτά σε τέχνη ξεχασμένη
Και ότι γράφουν για μας
Για το κάλλος είναι
Έτσι μας λένε.
Κι όταν μας κλείνουν τα μάτια
Κι όταν μας σκεπάζουν τα χείλη
Βασιλικός είναι που απλώνεται
Έτσι μας λένε,
Κι εμείς στο άσκοπο μεροκάματο
Στο αδειανό δωμάτιο και θέση
Ελησμονήσαμε, ότι λουλούδι και γης είμαστε εμείς
Κι όχι εκείνοι.

Ο λυράρης

Ανασηκωμένος στο άντρο του
Ο ηλιάτορας θωρεί,
Αυτόν που έκλεψε την ηλιαχτίδα.
Ποιος τόλμησε την ζωή να δει
Κατάματα;
Να ζωγραφίσει
Με τα δάχτυλα τ’ αέρινα
Βουνά και κάμπους
Και του ανθρώπου την ψυχή
Να δοξαρίσει;
Δώστε του όνομα, κάποιος,
Φωνή να σύρει.
Ποιος υψώνεται πάνω από εκκλησιές
Και το σύμπαν εκείνος
Τολμά ν’ ακουμπήσει;
Έτσι ο ήλιος σπαρταρά,
Μα ο Λυράρης, απλά σκύβει
Και χτυπά.

Ο Μάγκας

Έστειλα τον Μάγκα με τετραδιάκι στο λαιμό
Για κείνον λόγια που ‘γράψα,
Δώρο ν’ αφήσει.
Κι ο Μάγκας γύρισε με μάτια τεράστια
Και ωχρά:
-Εδώ είναι, πέντε μέρες τώρα
Μου ‘παν όλοι στην αυλή του
Και στα καζάνια τραγουδά και πίνει
Κι όλη την μέρα αμπαρωμένος κάθεται.
-Μα γιατί;
Απορημένη στράφηκα σε βουνό και θάλασσα απάντηση να πάρω,
Εκείνα παρέμειναν βουβά.
Βάλθηκα να περπατώ στην μυστική Λατώ,
Ξάπλωσα σε πέτρες και ελιές, ώρες πολλές.
Σιωπή.
Έβρεξε, κι η γης κινήθηκε,
Χώθηκε το πόδι μου στην κοκκινιά της
Κι ακούστηκε φωνή.
Λόγια δεν κατάλαβα, αλλά αναγνώρισα,
Ήταν του κάπρου η μάνα.
Ο Μάγκας μόνο κατάφερε να με ξυπνήσει.