Το τίποτα

Δρόμος…
Χωρίς τέλος απλώνεται
Την όρεξη του πετάει
Παραπατάει και σώνεται

Το λίγο πιο πέρα
Του τρώει τη μέρα
Τον ήλιο του πίνει
Σαν ασπιρίνη

Μπροστά του το βλέπει
Και δεν αντέχει
Είναι που ξέρει
Να αγαπήσει πως πρέπει

Το τίποτα

Η φωνή

Γελάει ο καθρέπτης
Βλέπει αυτά που ξέρει
Κι εκείνα που κλαίει
τα χωνεύει με ψέμα

Με ρυθμό
σταθερός κι αργός
θάνατος ή ζωή
Φιλί, νερό κι ανάσα

Φωνή σπασμένη
Με φωτιά και άμμο τυλιγμένη
Πιάνεται απ’τα σύννεφα
μάταια σέρνει το παρελθόν της
Και στο χλωμό παρόν της

Ψάχνει, λυγίζει
Κι αρρωσταίνει

Τώρα

Το τώρα τον καίει
Σαν όρνεο
Που βγάζει γλώσσα κι απειλεί
Το μπάσταρδο αύριο
Που στήνει χορό κι ίσα που προλαβαίνει να χορέψει
Γιατί ο χρόνος αγκομαχάει να του πάρει την παρθενιά
Κι απο δέντρο σε δέντρο πηδάει μήπως ξεφύγει
Στην άρνηση του χάνεται και στο σκοτάδι που γλείφει
Να ρουφήξει τον αέρα του τώρα…
Να αγκαλιάσει τη στιγμή του τώρα…
Τώρα να δει και να ακούσει
Τώρα …