Στην καλύτερη παράδοση του 19ου αιώνα, οι μπαλάντες του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς είναι ποιήματα εξαίρετης αφηγηματικής δύναμης αλλά και έργα ευθέως πολιτικά. Αφηγούμενος ιστορίες ταπεινών ανθρώπων, ο Γέητς μιλάει για τις συνθήκες στην αγγλοκρατούμενη Ιρλανδία, την τεράστια φτώχια, την σκληρότητα των ηθών, τους διωγμούς του επίσημου κράτους, την πείνα που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους κι ανάγκασε ακόμη περισσότερους να μεταναστεύσουν. Οι μπαλάντες προέρχονται από τις δύο πρώτες συλλογές του ποιητή, Crossways του 1889 («Η μπαλάντα του πάτερ Ο’Χαρτ», «Η μπαλάντα της Μολλ Μαγκή») και The Rose του 1893 («Η μπαλάντα του πάτερ Γκίλλιγκαν»).

~ . ~

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡ Ο’ΧΑΡΤ

Ο παπα-Γιάννης ο αγαθός, μες στου διωγμού τις μέρες,
πρόσπεσε σ’ έναν πρόκριτο που ’χε δικό του βιος,
που είχε πλούσια κτήματα και δάση και κοπάδια,
και δυο χωράφια του ’γραψε μπας και τα σώσει αυτός.

Μα ο πρόκριτος τον γέλασε και προίκισε ο μπαμπέσης
μ’ αυτά τις θυγατέρες του να καλοπαντρευτούν,
κι ο παπα-Γιάννης πάμπτωχος απόμεινε να τρέχει
με τις λειωμένες σόλες του τις λάσπες να πατούν.

Μα όλοι τον αγαπούσανε, έξω απ’ τους αφεντάδες,
παιδιά, κυράδες και γατιά, προπάντων τα πουλιά
που στ’ άσπρα σύννεφα πετούν, γιατί εκείνος πάντα,
αιχμάλωτα άμα τα ’βρισκε, τά ’βγαζε απ’ τα κλουβιά,

και στο καλό τα έστελνε γλυκοχαμογελώντας
προτού πάρει τον δρόμο του. Μα αν πέθαινε κανείς
κι έβλεπε μπρος στο μνήμα του να κλαιν μοιρολογίστρες,
άνθρωπος της Γραφής αυτός, τις έκοβε ευθύς.

Έτσι ’χε ζήσει ο αγαθός ο γερο-παπα-Γιάννης
τα μάτια του σαν κλείσανε στα ενενήντα δυο
κι από παντού μαζεύτηκαν με μάτια δακρυσμένα
να τον μοιρολογήσουνε χιλιάδες στο χωριό.

Μα άνθρωποι δεν τον κλάψανε εκεί τη μέρα εκείνη.
Του Νοκναρέυ τα πουλιά φτάνουν, του Νοκνασή,
του Μπαλλινάφαντ τα πουλιά, και τ’ άλλα του Ινισμέρρυ,
και του Τιράρεϊ τα πουλιά, και όλα τους μαζί,

νεαρά και γέρικα πουλιά, πουλιά βαριά της λύπης,
στον τάφο του κουρνιάζουνε και τον μοιρολογούν.
Κι ούτ’ έμειναν μετά να φαν. Πιστά στη μνήμη εκείνου,
του θρήνου τα έθη τα παλιά έτσι τα επιτιμούν.

Οι “μέρες του διωγμού”, Penal Days, ήταν ο 17ος και 18ος αιώνας όταν οι Άγγλοι απαγόρευαν στους καθολικούς Ιρλανδούς (την τεράστια πλειοψηφία στο νησί) να έχουν ακίνητη περιουσία στο όνομά τους. Εκείνοι έβρισκαν τότε έναν προτεστάντη και του τη μεταβίβαζαν τυπικά, ελπίζοντας να αποδειχθεί άνθρωπος έντιμος. Το keening, το τελετουργικό μοιρολόι της Ιρλανδίας, πρέπει να κρατάει από αρχαία κελτικά παγανιστικά έθιμα, γι’ αυτό η καθολική εκκλησία δεν το καλόβλεπε. Η ιστορία είναι αληθινή, ο πατήρ Τζων Ο’Χαρτ πέθανε στα 1729. Λέγεται ότι στα κτήματά του έπεσε κατάρα, και όποιος τα αποκτούσε μετά απ’ αυτόν καταστρεφόταν.

~ . ~

H MΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΛΛ ΜΑΓΚΗ

Μη με πετροβολάτε, σιμώστε εδώ παιδιά,
κι αν μουρμουράω στους δρόμους, δείξτε μου εσείς σπλαχνιά.
Έναν ψαρά πήρ’ άντρα, αυτός βιοπαλαιστής
κι εγώ πάστωνα ρέγγες στο πόδι ολημερίς.
Κι όταν αργά σχολούσα ξέπνοη απ’ τη δουλειά
στην άγια φεγγαράδα τα πόδια μου έσερνα.
Πάντα ’μουν αρρωστιάρα κι είχα μωρό η φτωχή,
άλλη μου το κρατούσε, κι εγώ ώς το πρωί.
Το πλάκωσα μια νύχτα, παιδάκια μου καλά,
το έρμο του το κορμάκι το βρήκα ξαφνικά
δίπλα μου παγωμένο μια παγωμένη αυγή –
σαν τη νεκρή κοιμάσαι σαν ζεις τέτοια ζωή.

Έτσι ωχρό δεν είδα τον άντρα μου ποτέ,
μου ’δωσε δυο δεκάρες και με ξαπόστειλε.
Με καταριέται μού ’πε, να φύγω, να χαθώ,
σκληρό άκουσα να πέφτει πίσω το μάνταλο.
Δεν είπα ούτε κουβέντα, τράβηξα στη σιωπή,
γειτόνισσες, γειτόνοι, κανένας να με δει,
πόρτες και παραθύρια όλα ήταν σφαλιστά,
τ’ αστέρια σιγοτρέμαν, λούφαζε η καλαμιά.

Δεν είπα ούτε κουβέντα, τράβηξα στη σιωπή,
ώσπου στους πέρα σταύλους μ’ είδε μια χωριανή.
Εμπρός σ’ ένα μαγκάλι παλιό από τενεκέ
της είπα τι ’χα κάνει, κι εκείνη μ’ άκουγε.
Τα χρήματά μου όλα σωθήκαν, μήνες πια,
μα αυτή μου δίνει ακόμη να φάω μια μπουκιά.
Το ξέρω, με λυπάται κι ας με καταφρονεί,
μου λέει πως μια μέρα ο άντρας μου θα ρθεί
και πίσω θα με πάρει και πάλι, όμως εγώ
όπου και να πηγαίνω, όπου και να βρεθώ
είτε μαξώνω ξύλα, είτε τραβάω νερό,
πάντοτε αυτό κι εμένα κλαίω και μοιρολογώ.

Μα δεν μπορεί, θά ’ρθει ώρα, το ξέρω, αχ θα το δει,
διάπλατα θ’ ανοίξουν μια μέρα οι ουρανοί
και ο Θεός που ανάβει ήλιους κι αστερισμούς
γλυκά θά ’ρθει να σκύψει και πάνω απ’ τους φτωχούς.
Μη με πετροβολάτε, παιδάκια μου καλά,
μον’ έρθετε σιμά μου, δείξτε μου εσείς σπλαχνιά.

Το “Αμάρτημα της μητρός μου” ο Γεώργιος Βιζυηνός το δημοσιεύει στα 1883. Τέσσερα χρόνια αργότερα, από την άλλη γωνιά της Ευρώπης, ένας εικοσάχρονος ποιητής του αποκρίνεται, με τον τρόπο που μόνο η μεγάλη λογοτεχνία διαθέτει. Πραγματικά περιστατικά έθρεψαν και τα δύο έργα.

~ . ~

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡ ΓΚΙΛΛΙΓΚΑΝ

Είχε αποκάμει ο γέροντας στο πόδι απ’ το πρωί·
τόσο καιρό απ’ το ποίμνιο τού μείναν οι μισοί.
Κι όταν κει που ξαπόσταινε ο έρμος μια σταλιά
και πάλι τον εκάλεσαν, είπε με δάκρυα:
«Χαρά πού νά ’βρω ή ανάπαυση μες στο θανατικό;»
Μα αμέσως το μετάνιωσε: «Αχ θέ μου, όχι εγώ,
η σάρκα μου είν’ που μίλησε, συγχώρεσέ με εσύ!»
Στον πάγκο εμπρός γονάτισε να πει μια προσευχή
μα η κούραση τον νίκησε κι ύπνος τον πήρε αυτού.
Μυριάδες τρεμοφέγγανε τ’ αστέρια τ’ ουρανού,
κρύο τ’ αγέρι φύσαγε, θροΐζαν τα κλαδιά,
βαριά την πλάση σκέπαζε πια τού θεού η σκιά.

Ξάφνου λαλίτσα ακούστηκε, τιτίβισμα πουλιών,
και ξύπνησε ο γέροντας: «Κύριε, ήμαρτον!
χαροπαλεύει ο χριστιανός κι εγώ χασομερώ».
Κι ευθύς στο κάρο του έτρεξε να ζέψει τ’ άλογο.
Το δύστυχο το ζωντανό τo ’φτασε στο αμήν,
το βίτσιζε στὸν πηγαιμό όσο ποτέ πιο πριν.
Κι όταν τέλος ξεπέζεψε, τ’ αρρώστου η κυρά
στη θύρα εμπρός τού φώναξε: «Πάτερ, ήρθες ξανά!»
«Πώς είναι;» μόνο ρώτησε ο γέρος ο αγαθός.
«Κοντά μια ώρα τώρα δα ξεψύχησε ο φτωχός.
Λιγάκι αφού τον άφησες, κει π’ άλλαζε πλευρό
άφησε σαν χαρούμενο πουλί τον κόσμο αυτό.»

Ακούγοντάς την, καταγής πρόσπεσε ο γέροντας:
«Εκείνος όπου έπλασε τα αστέρια της νυχτιάς
για τις ψυχές που απόκαμαν και που αιμορραγούν,
έστειλε τους αγγέλους του να μου παρασταθούν·
εκείνος που στα χέρια του κρατάει τους ουρανούς
και που πλανήτες κυβερνά και κόσμους μακρινούς,
απόψε έλεος έδειξε σ’ έναν που χαμηλά
έπεσε και δεν κράτησε τα μάτια του ανοιχτά».

Ένας «παπαδιαμαντικός» Γέητς. Το «θανατικό» είναι ο μεγάλος λιμός που στα μέσα του 19ου αιώνα αφάνισε το νησί και μείωσε τον πληθυσμό του στο μισό. Το ποίημα βασίζεται σε θρύλο από την περιοχή του Castleisland στο Kerry της Ιρλανδίας.