Σήμερα συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Paul Celan

 

 

[Μίλα κι εσύ]

 

Μίλα κι εσύ,

ο τελευταίος, ναι,

μίλα κι ελόγου σου.

 

Μίλα – όμως

μη διχάζεις το «ναι» απ’ το «όχι».

Δώσε στο μίλημα νόημα·

δώσ’ του τη σκιά.

 

Σκιά δώσ’ του αρκετή,

δώσ’ του όση

γνωρίζεις μοιρασμένη γύρω σου,

ανάμεσα σε μεσονύχτι, μεσημέρι, μεσονύχτι.

 

Κοίταξε ολόγυρα,

και δες πως ζωντανεύει ολούθε –

ω, εις το θάνατο! Ζωντανεύει!

Ομιλεί αληθινά εκείνος που λέγει σκιές.

 

Μα τώρα συρρικνώνεται ο τόπος όπου πατάς –

προς τα πού, από τους ίσκιους γυμνωμένε;

Ανάβαινε· ψηλάφησε το ύψος.

Κι ω! πώς ρεύεις, πώς ψιλώνεις, πλέον αγνώριστε –

πλέον ψιλός, ως ένα νήμα, λες,

απ’ όπου θέλει να κατέλθει το αστέρι:

να κατέβει, και να πλεύσει εδωνά,

όπου θωρεί πώς ανακλάται: μες στις θίνες

περιπλανώμενων λόγων.

 

(Sprich auch du, 1955)

 

`

*
[Ήδη πολύ βαθιά]

 

Ήδη πολύ βαθιά

μέσα στο βούρκο ήμασταν, σαν

επιτέλους σύρθηκες κοντά μας.

Κι όμως, δεν μπορούσαμε σκοτάδι

προς το μέρος σου να εκπέμψουμε:

κυριαρχούσε

φωταναγκασμός.

 

(Wir lagen, 1970)

`

*

 

[Νήματα ήλιου]

 

Νήματα ήλιου

πάνω στον γκριζόμαυρη ερημιά.

Ψηλή, σαν δέντρο,

μια σκέψη

αρπάζει τη νότα φωτός: ακόμη

τραγούδια είναι να ειπωθούν, πέρα

από τους ανθρώπους.

 

(Fadensonnen, 1967)

 

`

*

[Μπορώ ακόμη να σε βλέπω…]

 

Μπορώ ακόμη να σε βλέπω: μια ηχώ,

εγγίσιμη με λέξεις αίσθησης,

στην κορυφογραμμή του απο-

χωρισμού.

 

Η όψη σου ταράζεται σιωπηλά,

σαν έξαφνα γεμίζει

φως –σάμπως από λαμπτήρα–

μέσα μου το σημείο εκείνο

όπου πονά πιο πολύ το «ποτέ».

 

(Ich kann dich noch sehen, 1970)

 

`

*

Ο φιλοξενούμενος

 

Πολύ πριν βραδιάσει

μπαίνει στο σπίτι σου, αυτός που χειραψίες αντάλλαξε

με το σκοτάδι.

Πολύ πριν χαράξει

ξυπνάει

κι ανάβει, πριν φύγει, έναν ύπνο,

έναν ύπνο διάσπαρτο με ήχους βημάτων:

τον ακούς να διασχίζει τα μάκρη

και ρίχνεις την ψυχή σου προς τα εκεί.

 

(Der Gast, 1952)

 

`

*

[Αγριολεύκα…]

 

Αγριολεύκα, η φυλλωσιά σου γνέφει στο σκοτάδι.

Τα μαλλιά της μάνας μου δε λεύκαναν ποτέ.

 

Πικραλίδα, πράσινη – έτσι ‘ναι η Ουκρανία.

Η μάνα μου η ξανθή ποτέ δε γύρισε στο σπίτι.

 

Γκρίζο σύννεφο, περνάς και στέκεις στα πηγάδια;

Η μάνα μου η λιγομίλητη για όλους κλαίει.

 

Εύκυκλο αστέρι, δένεσαι μαλαματένιος κόμπος.

Την καρδιά της μάνας μου μολύβι είχε λαβώσει.

 

Δρύινη πόρτα, απ’ τους αρμούς ποιος σ’ έχει βγάλει;

Η μάνα μου η ήρεμη να έρθει δεν μπορεί.

 

(Espenbaum, 1952)

`

 

`

*

Corona

 

Απ’ το χέρι μου τρώει το φθινόπωρο το φύλλο: είμαστε φίλοι.

Ξεφλουδίζουμε το χρόνο απ’ τους καρπούς, και τον μαθαίνουμε να περπατεί:

ξανά γυρίζει ο χρόνος μες τη φλούδα.

 

Μες τον καθρέφτη μέρα Κυριακή,

μέσα στο όνειρο κοιμόμαστε,

το στόμα ομιλεί αληθινά.

 

Το όμμα κατεβαίνει προς το φύλο της αγαπημένης:

ο ένας τον άλλο θωρούμε,

και ομιλούμε σκοτεινά,

και αγαπιόμαστε, όπως η μνήμη και τ’ αφιόνι,

και κοιμόμαστε, όπως ο οίνος μες στα όστρακα,

όπως η θάλασσα μες στην αιμάτινη του φεγγαριού αχτίδα.

 

Αγκαλιασμένοι στέκουμε μες στο παράθυρο, και μας θωρούν απ’ έξω, απ’ το δρόμο:

είναι καιρός να μαθευτεί!

Είναι καιρός η πέτρα να καταδεχτεί ν’ ανθίσει,

να χτυπήσει μια καρδιά η ταραχή.

Είναι καιρός να ‘ρθεί καιρός.

 

Είναι καιρός.

 

(Corona, 1952)

 

`

*

[Να πας να πεις…]

 

Να πας να πεις, στον ίσκιο

της ουλής στον ουρανό,

 

να πας να πεις: «τίποτα, και για κανέναν».

Αγνώριστος,

μόνο

για σένα.

 

Μαζί με όλα που εκεί μέσα χωρούν,

έστω και χωρίς

ομιλία.

 

(Stehen, 1963)

 

`

*

[Φωνές]

 

Φωνές στο δρόμο με τις τσουκνίδες:

 

έλα σ’ εμάς επάνω στα χέρια.

Όποιος με το φανό είναι μόνος,

στο χέρι μονάχα μπορεί να διαβάσει.

 

[ . . . ]

 

Φωνή του Ιακώβ:

 

Τα δάκρυα.

Τα δάκρυα σε μάτια αδελφικά.

Ένα σφήνωσε εκειδά, και ρίζωσε.

Μέσα του κατοικούμε.

Ανάπνευσε, για να

λυθεί.

 

[ . . . ]

 

Καμιά

φωνή – ένας

ύστερος αχός, ξένος στις ώρες,

δωρισμένος στις σκέψεις σου, εδώ, επιτέλους

αφαγρυπνίστηκε: ένα

καρπόφυλλο, οφθαλμοειδές, βαθιά

χαραγμένο· μη θέλοντας

να επουλωθεί,

ρετσινιάζει.

 

(Stimmen, 1953)

`

`

`

**************************************************************************************

[*] Ο Paul Celan (αυτοονομάστηκε έτσι με αναγραμματισμό του επιθέτου του, Paul Ancel), σύμφωνα με τον George Steiner, «σχεδόν σίγουρα ο σημαντικότερος ευρωπαίος ποιητής μετά το 1945» (Μετά τη Βαβέλ, Scripta 2004, σελ. 325), γεννήθηκε το 1920 στο Τσερνιβτσί, ή Τσερνόβιτς, στην Μπουκοβίνα (σημερινή Ουκρανία). Γερμανόφωνος Εβραίος με ρουμανική καταγωγή, προκάλεσε αίσθηση εξαρχής με το γνωστό ποίημα Φούγκα θανάτου (Todesfuge, 1947). Έχοντας χάσει και τους δύο γονείς του σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, επιζώντας ο ίδιος από ένα στρατόπεδο εργασίας, θα συνεχίσει να μάχεται μια ζωή με τη διχασμένη κληρονομιά του, κάτι που αντικατοπτρίζεται παντού στην ποίησή του: «Χθες/ ήρθε ένας απ’ αυτούς και/ σε σκότωσε/ ακόμη μια φορά στο/ ποίημά μου. // Μητέρα,/ μητέρα, ποιανού/ το χέρι έσφιξα,/ σαν με τις λέξεις σου/ πήγα στη/ Γερμανία;» (Wolfsbohne, ‘Λούπινο’). Δεν λείπει και το ερωτικό στοιχείο από το έργο του, όπως στο ποίημα Corona (λατ. ‘στεφάνι’), γραμμένο με αφορμή τον ατυχή έρωτά του για την αυστριακή ποιήτρια Ingeborg Bachmann. Το 1970 ο ποιητής, ο οποίος βιοποριζόταν στο Παρίσι, βρέθηκε νεκρός στα νερά του Σηκουάνα.

Η ποίησή του είναι ιδιαίτερα πυκνή, σχεδόν κρυπτική· μεταχειρίζεται έναν έντονα φορτισμένο και σύνθετο λόγο με αυστηρή λεκτική οικονομία. Στις μεταφράσεις μας έγινε η προσπάθεια να διατηρηθεί η «δυσκολία» των ποιημάτων, ενίοτε προσφεύγοντας σε (ανάλογους με του πρωτοτύπου) νεολογισμούς, όπως ‘φωταναγκασμός’ (γερμ. ‘Lichtzwang’) και ‘αφαγρυπνίστηκε’ (κατά το ‘αφυπνίστηκε’: όπως κάτι βγαίνει από τον ύπνο, έτσι μπορεί να βγει και από την αγρυπνία). Αν και δεν θεωρούσε τον εαυτό του σουρεαλιστή, φράσεις όπως «ανάβει, πριν φύγει, έναν ύπνο» (όπως ανάβει κανείς μια φωτιά) και «ρίχνεις την ψυχή σου προς τα εκεί» (όπως ρίχνει κανείς ένα δίχτυ) παραπέμπουν στην υπερρεαλιστική τεχνοτροπία, ενώ τα «τραγούδια» που μπορούν ακόμη να ειπωθούν, «πέρα/ από τους ανθρώπους» («jenseits/ der Menschen»), δείχνουν προς το ‘Πέρα από το καλό και το κακό» του Nietzsche (Jenseits von Gut und Böse). Όπως γράφει στις Φωνές, το ποίημα είναι για τον Celan ένα γλωσσικό μνημείο του τραύματος, ένα «καρπόφυλλο» που, «μη θέλοντας/ να επουλωθεί,/ ρετσινιάζει».