Πλαταίνει η θάλασσα, στένεψε ο κύκλος,

νυχτερίδες χτενίζουν στα βλέφαρα την αλισάχνη

ουρλιάζουν οι λύκοι στα μεγάλα σαλόνια

μα δεν φοβάσαι τέτοιαν αγέλη εσύ,

στον πολιτισμό της κυριαρχίας του παράλογου

σού κάρφωσαν τον δρόμο

μα δεν δίστασες

εκεί που τέρατα και σκιάχτρα σε φοβέριζαν,

δεν δίστασες να γίνεις δρόμος, εσύ στην άψαχτη άβυσσο

να φέρεις την κεντισμένη με ρόδα και αίμα,

μνήμη στο φως

κρατώντας μαρμαρωμένη τη θλίψη

στη μασχάλη του κεραυνού.

Σού λείπει ένα όνομα αγαπημένο, αγωνίζεσαι

να μη σβηστεί,

σού λείπει εκείνος που έκρυψε

το σπόρο των λεύτερων σ’ ένα τραγούδι.

 

Είναι κάποιες μέρες αλλιώτικες,

χωρίζεις τη ζωή στα παλιά της κομμάτια,

κάποια σε ευτυχισμένες στιγμές

θαρρείς αριστοκρατική υπόθεση η ανάμνησή τους,

γιγαντώνεσαι στην ασώπαστη οδύνη

όταν οι ώρες σπέρνουν ύβρι και βλαστήμιες

κορφολογείς και από εκείνα τα αμίλητα,

μαχαιριές βαθιές εκείνα που ξεσκίζουν την ψυχή

μάννα, Μάγδα, Μαριάμ, Εκάβη, Αρζού, Αϊσέ, Κανάν,

μάννα, εσένα θα λατρέψουν οι μάζες του κόσμου,

εσένα ανάμεσα στο πλήθος με την αλισάχνη στα μάτια

και την κραυγή στον ουρανό

να μαστιγώνει ερημοπούλια στον αέρα.

 

Εσύ σε λιτανεία χωρίς λιβάνι κι εξαπτέρυγα,

με την καρδιά σου λάβαρο

ν’ αναλαμβάνεις ευθύνη στη μεγάλη πόλη,

εσένα με το ανοίκειο της απώλειας

να ραγίζει στα μνήματα της επαρχίας

εσένα μάννα, Μάγδα,

Σελένα, Ελίζαμπεθ, Κλάρα, Χέλγκα, Μιντόρι, Γιασμίνη.

Εσύ κρατώντας αποστάσεις από την ευκολία

κόντρα σε συμβιβασμό και φόβο

φτύνεις κατάμουτρα τη φαρμακωμένη μπόχα του καιρού.

 

Μάνα εσύ η τσαλακωμένη με τα αλύγιστα γόνατα,

φοράς ατσαλάκωτη την αξιοπρέπεια στο μαύρο πουκάμισο

σ’ ένα τριαντάφυλλο υψώνεις τη μνήμη

απέναντι στη βαρβαρότητα,

χαμηλώνει ο ορίζοντας,

σηκώνεις το φως απ’ τους τάφους

μάχεσαι στης εξουσίας τα ευρύχωρα κελιά

ν’ ανάψεις σ’ ένα κόκκινο μαντήλι το σκοτάδι.

 

Ανατριχιάζουν τα πεύκα στο Χαϊδάρι,

κρατούν το αίμα οι σκουριές στα ναυπηγεία

ο εργάτης φιλιώνεται μ’ ένα καρβέλι ψωμί

καθισμένος στην πέτρα κάτω απ’ τ’ αρμυρίκια

στ’ αραξοβόλια του Σκαραμαγκά

κι εσύ ψυχή λαβωμένη,

δοσμένη στον αγώνα

όσο η ζωή διαβαίνει δίχως μετρημό

μ’ ένα φουσκωμένο ρόδι στο χέρι τρέχεις,

ν’ αναστηθεί η άτρυγη ελπίδα

όταν το σπάσεις στο πλακόστρωτο.

 

Αποστρέφεσαι καθημερινές ανόητες παραστάσεις

αυτές που δε σημαίνουν τίποτα,

ούτε οι θρησκευτικές πρακτικές μπορούν

ν’ αφαιρέσουν το σκοτεινό βάρος

ν’ απαλύνουν την πληγή μιας μαχαιριάς,

για σένα νυχτώνει όλο και πιο νωρίς στο Κερατσίνι,

στις φτωχογειτονιές στο Πέραμα και στη Δραπετσώνα

μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τους φίλους από τους εχθρούς

οσμίζεσαι το αλλήθωρο μίσος, είσαι γυναίκα, η μία,

η διαφορετική, ένα λαχάνιασμα στο μετερίζι της τιμής,

ένα ανάστημα στις ανδρικές λέσχες της δημοκρατίας,

εσύ ανάμεσα στον αδιάφορο κόσμο

και τις λίγες όρθιες ψυχές, ένα κερί αναμμένο,

δύσπιστη σε παρηγοριές και υποσχέσεις

και τακτικές καλοσύνης,

δεν φοβάσαι, υπονομεύεις ανοιχτά

ρηχές αρχές, αυτές που μακριά από κάθε στόχο αρετής

προκαλούν περισσότερη σύγχυση,

αντιστέκεσαι να μην σου κρύψουν κι άλλο τον ήλιο,

φωνάζεις,

η φωνή σου κλονίζει τα βάθρα τους.

 

Λίγες φορές

ραγίζει η άβυσσος

για να μυρίσει

ο κόσμος

γιασεμί, ψυχή και θύμηση…

 

Οι δικαιοκρίτες σε σαβανωμένες μέρες θα το πουν

δίχως να κανακεύουν σερπετά,

χρησμοδοτούν οι αποφάσεις το μέλλον

σημαδεύοντας το αναγκαίο σε ανυπόφορα πρόσωπα.

Μερεύει η περίλυπη εικόνα στο θαλασσόνερο των ματιών

όχι δεν θα γίνει ποτέ ο γιος του παρελθόντος

εκείνος που του κλέψανε τον ήλιο.

 

Μαλαματένια περιστέρια πετούν απ’ τα χέρια σου ξεσκίζοντας τα μαύρα πανιά

ξεκούρδιστη η αστική αθωότητα

προσηλώσου, θα βαθύνουν κι άλλο οι ίδιες ρυτίδες

κλαίνε βοριάδες και νοτιάδες σ’ ένα σου βλέμμα,

θ’ ακούσεις να φωνάζουν αθάνατος στις γειτονιές.

 

Και να που τα κατάφερες

σαΐτες κόκκινες

υψώνει αμνήστευτη η αλήθεια

στην ευγλωττία τής ενοχής,

απόδειξη

πως δεν είναι στέρφα η κοινωνία

σε φωνή και κραυγή…

 

Κράτησες όρθιες τις κορφές στη φλούδα της ανάμνησης

ένα βλέμμα μόνο σ’ απόμεινε γυρεύοντας το δίκιο,

κάποτε μόνη κλαίγοντας,

κάποτε με παρέα στις λεωφόρους.

Σκοτείνιασε ο κισσός

σκαρφαλωμένος στην αρχαία κολόνα,

οι τελευταίες φωνές χαράχτηκαν στους τοίχους

στα σκαλοπάτια γέρνει ο ίσκιος του τα μεσημέρια

καλώντας κι άλλους ίσκιους πολλούς μ’ ένα χρέος παλιό,

απροσκύνητη στο κατώφλι της φρίκης

η φλέβα του λαιμού ένα ποτάμι βουητό

ξεχείλισε να πνίξει τη δημόσια αμαρτία.

 

Πριν ο άνεμος σκορπίσει

λευκούς ανθούς,

αφή και μνήμη ακριβή

κάτω απ` το φως της θύμησης

ζητάς δικαίωση,

στον επίγειο χορό της ζωής

ανάβει η ψυχή

να φέγγεις μάννα,

στον καινούριο αιώνα.

 

Δεν είναι ο άνθρωπος

πραμάτεια ξοφλημένη στην αγορά του τίποτα,

ένα βροχερό φθινόπωρο

έβγαλες από τις τσέπες τα σπασμένα γυαλιά

κομμάτι – κομμάτι συναρμολόγησες από την αρχή

βαμμένο με αίμα τον καθρέφτη της αλήθειας.

 

Φυλάξου από τη λήθη

παντού σέρνεται ύπουλα,

μελανιά που την καταπίνει το στυπόχαρτο η ζωή

αν τους αφήσεις,

στεγνώνει η πίκρα στο νοτισμένο χώμα της αγάπης,

φθινόπωρο, στις χούφτες η ψιλή βροχή

και η πάχνη του θανάτου,

μη φοβάσαι,

να τους κοιτάς κατάματα

δεν το αντέχουν,

εσένα σού περίσσευε πάντα ψυχή

να την κρατάς τη μνήμη

εκείνων που έφυγαν

μνήμη αλισάχνη,

όχι για να μετράς τις μέρες

μα γιατί κάνεις τις δικές μας να αξίζουν περισσότερο.

 

 

 

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Ζωή Δικταίου

Κέρκυρα, Οκτώβρης του 2020