ΤΟ ΒΟΤΣΑΛΟ

Να φύγω, θέλω
μ’ άγνωστο προορισμό.
Να φτάσω ίσως, κάποτε,
σ’ έναν άγνωστο τόπο.
Άγνωστη θάλασσα να δω.
Άγνωστα δέντρα.
Τοπία, που δεν τα έχω ονειρευτεί.
Ανθρώπους, που δεν τους έχω συναντήσει.
Θεούς, που δεν τους έχω λατρέψει.
Όλα άγνωστα.
Άφθαρτα.
Να γίνω, θέλω
βότσαλο σε μιαν άγνωστη ακροθαλασσιά.
Να περνάει από πάνω μου
το νερό κι ο άχρονος χρόνος.
Να μου αμβλύνουν τις γωνιές
και τις τραχιές επιφάνειες.
Να με σμιλέψουν από την αρχή,
να μου δώσουν ένα σχήμα άλλο.
Κι εκεί, λέει,
ύστερα από καιρό,
να αναδυθεί εκείνη η Άλλη,
η Ομοούσια,
που υπάρχει εντός μου.
Η Άγνωστη.
Άφθαρτη.

Ροβιές, Ιούνης 2019

ΧΡΩΜΑΤΑ

Να γίνω μπλε,
σαν την θάλασσα.
Να με πηγαίνει πάνω-κάτω ο καιρός
μην σκουριάζω.
Να με οργώνουν οι μικρές ψαρόβαρκες
και τα μεγάλα ποντοπόρα.
Να με κυβερνούν οι αέρηδες
που φυσούν εντός μου
και να γελάω ή να τρελαίνομαι,
χωρίς να μπορεί κανείς να μου πει
το παραμικρό.
-Θάλασσα είναι! θα λένε.
Μπορείς να τα βάλεις με τη Θάλασσα;

Να γίνω πράσινο,
σαν τα δέντρα.
Να’ χω φυλλώματα και πουλιά
και ρίζες βαθιές στο χώμα,
να βυζαίνω όλο το σκοτάδι
κι όλο το φως
της αρχέγονης μήτρας
που μας γέννησε.
Κι ύστερα να ψιθυρίζω
με μαντικά θροίσματα
τα μυστικά της φύσης
στους ανθρώπους.
Κι όσοι καταλάβουν, κατάλαβαν.
Οι άλλοι, θ’ ανασηκώσουν τους ώμους.
-Τα μυστήρια της Φύσης, θα πουν.
Μπορείς να τα βάλεις με την Φύση;

Να γίνω ρόδινο και χρυσό
της ανατολής.
Να γίνω εκείνη η μαγική στιγμή,
που η πρώτη αχτίδα φωτός
επινοεί κάθε μέρα τον κόσμο ξανά,
από την αρχή.
Εκείνη η μία, η μοναδική.
Αμέσως μετά, ο χρόνος
μετράει αντίστροφα.
Ρόδινο και χρυσό.
Και να σβήσω μέσα του
όλα τα σκληρά πορτοκαλιά
κι ανελέητα κόκκινα
της άγριας δύσης μου.
Οι άνθρωποι τότε θα θορυβηθούν.
-Μα τι πράγματα είν’ αυτά;
Να χαλάει έτσι την τάξη των πραγμάτων;
Τρελή είναι;
-Όχι, όχι (θα βιαστούν ν’ απαντήσουν
κάποιοι πιο υποψιασμένοι),
είναι Ποιήτρια…
Μπορείς να τα βάλεις με τους Ποιητές;

Ροβιές, παραλία
Ιούνης 2019