Η  πλαστουργός δύναμη της ποίησης

 

Με τον ευρηματικό, λόγω της ηχητικής του ποιότητας, τίτλο Ως άλλος Τάλως, ο Γιώργος Ρούσκας συστήνει την έκτη, κατά σειρά, ποιητική του συλλογή που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κοράλλι». Το ομοιοτέλευτο του τίτλου, η ηχητική δηλαδή σύμπτωση της τελικής συλλαβής και των τριών του λέξεων, διαμορφώνει, ευθύς εξ αρχής, το ιδιαίτερο στίγμα του βιβλίου που βασίζεται στην εκμετάλλευση της διφυούς υπόστασης της λέξης, εξ ίσου ως σημαίνοντος και σημαινομένου, ως ήχου και σημασίας μαζί. Δημιουργείται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα ιδιαίτερο ύφος και ήθος που προκύπτει από την εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτές τις δύο πτυχές ή διαστάσεις του λόγου,χωρίς -πράγμα δύσκολο και απαιτητικό- η μία να υπερκαλύπτει και να κατανικά την άλλη. Το εύηχο των ποιημάτων, με άλλα λόγια, συνυπάρχει αρμονικά με τις σημασίες και αυτή ακριβώς η συνύπαρξη είναι που τις αναδεικνύει και τις καθιστά περισσότερο καίριες και δραστικές.

Η συλλογή αποτελείται από μία πλούσια, σχετικά, ποιητική παραγωγή ελευθερόστιχων, κατά βάση, ποιημάτων, τα περισσότερα από τα οποία εκτείνονται σε αρκετούς στίχους, στοιχείο, όμως, που κάθε άλλο παρά υπονομεύει την αφαιρετικότητα και την ποιητικότητά τους. Περιλαμβάνει, επιπλέον, και ποιήματα «χαϊκού» που παρεμβάλλονται και λειτουργούν ως αρμοί ή συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα ποιήματα, αλλά και ένα σονέτο το οποίο υπακούει και υποτάσσεται μεν στον κανόνα των δεκατεσσάρων στίχων, όχι όμως και στον κανόνα της ομοιοκαταληξίας. Το στοιχείο εκείνο που αξίζει ιδιαίτερα να προσεχθεί, όσον αφορά τα πολύστιχα ποιήματα είναι η σύνθεσή τους σε «σχηματισμούς» ή «σχήματα», η αρχιτεκτονημένη δομή τους που προσδίδει σε καθένα από αυτά μία φυσιογνωμία και μια λειτουργία ξεχωριστή. Ενώ, δηλαδή, ο ποιητής παραμένει αδέσμευτος, επιλέγοντας τον ελεύθερο στίχο, την ίδια στιγμήδείχνει μία διάθεση και τάση να δεσμευτεί στη δική του ποιητική, στον δικό του τρόπο δόμησης του ποιήματος, ο οποίος φαίνεται πως υπακούει σε μία, διαμορφωμένη από τον ίδιο, εσωτερική λογική και αλληλουχία. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματα της συλλογής εμφορούνται από έναν δικό τους ρυθμό, άλλοτε περισσότερο εμφανή, αποτέλεσμα του κυματισμού του στίχου, του τονικού συστήματος και μιας τυχαίας, σποραδικής ενίοτε ομοιοκαταληξίας και άλλοτε πιο κρυφό ή εσωτερικό, απόρροια ενός υπόγειου ρεύματος που διαπερνά τους στίχους και τους προσδίδει έναν ιδιαίτερο τόνο.

Ήδη από τον τίτλο και την παρομοίωση που αυτός εμπεριέχει, ο αναγνώστης μπορεί να διαμορφώσει ορισμένες προσδοκίες που κινούνται προς την κατεύθυνση του παραλληλισμού και γιατί όχι, της ταύτισης του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και της ποίησης γενικότερα, με τον γνωστό Τάλω, τον μυθικό χάλκινο γίγαντα που προστάτευε την μινωική Κρήτη από τους επίδοξους εισβολείς. Ο Τάλως επανεμφανίζεται πολύ συχνά στα ποιήματα της συλλογής και, όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, επέχει τη θέση του συμβόλου. Στην πραγματικότητα, ο μυθικός του ρόλος και διάσταση προεκτείνεται εδώ και εναρμονίζεται στη συγχρονία, αλλάζοντας, από ποίημα σε ποίημα πόστο, ρόλο και προσωπείο.Εκκινεί από τον αρχετυπικό Τάλω, προστάτη του τόπου και των ανθρώπων και εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις για να διατρανώσει την ανάγκη του ποιητή να βρει ένα καταφύγιο και εφαλτήριο μαζί της ζωής και της τέχνης του.

Οι πόλοι της ποιητικής δημιουργίας του Ρούσκα είναι βασικά δύο: o«έξω» και ο «έσω» κόσμος. Στην πρώτη περίπτωση ο ποιητής κατευθύνει το βλέμμα του και, μαζί με αυτό, τον ορίζοντα της ποίησής του στη σύγχρονη κοινωνία, στην ανθρώπινη συνθήκη της σημερινής εποχής και σε όλα εκείνα τα δεινά που έχουν συσσωρευθεί σε αυτή: πόλεμος, φτώχεια, πείνα, αδικία, προσφυγιά, ανεργία, ακόμα και οι κακοδαιμονίες του σύγχρονου κρατικού μηχανισμού: αυτοπροσδιοριζόμενο υποκριτικά/ στην υπηρεσία του πολίτη/ τούτο το Δημόσιο/ δεν σχεδιάστηκε για να επουλώνει/ μα για ν’ ανοίγει πληγές («γνησιότης»). Στα ποιήματα αυτά ο Ρούσκας δεν διστάζει να διοχετεύσει κατά τρόπο εμφανή τα συναισθήματά του, να μιλήσει ανοιχτά για όλα εκείνα που προκαλούν την οργή, το θυμό, την αγανάκτησή του, παραμένοντας όμως πάντα ποιητής, πλάστης δηλαδή της γλώσσας και, μέσω αυτής, αναμορφωτής της πραγματικότητας. Γιατί αυτή είναι η πρώτη και βασική μέριμνα του ποιητή. Αφενός μεν να μεταπλάσει σε ποίηση όλα εκείνα που στοιχειώνουν τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, κάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της λύτρωσης, της κάθαρσης, της ελάφρυνσης, αφετέρου δε να προτείνει έναν εναλλακτικό τρόπο αντιμετώπισης και χειρισμού όλων αυτών των ζητημάτων που δεν είναι άλλη από την Ποίηση, ως πράξη αυτή τη φορά, ως αναπλαστική δύναμη που θα μπορέσει να αναμορφώσει και να αναπλάσει τον άνθρωπο και τον κόσμο του.

Στη δεύτερη περίπτωση, κυριαρχούν και προκρίνονται εσωτερικές αναζητήσεις και προβληματισμοί με προεξάρχοντα αυτόν της σχέσης του ποιητή και, γενικότερα, του καλλιτέχνη με το έργο του και τη ζωή, ως τον δύο εκείνων σημείων αναφοράς που μπορεί να είναι αντιμαχόμενα και αντιθετικά μεταξύ τους, στο μέτρο που η ενασχόληση με την τέχνη απολήγει, ενδεχομένως, εις βάρος της ίδιας της ζωής του καλλιτέχνη:εσύ ποιητή διερχόμενε που σε συγκίνησε η σκηνή/ τιμάς όση ζωή σου δόθηκε/ ή ήσυχα στην τέχνη σου απορροφημένος/ να ζήσεις δεν προφταίνεις;/ μόνο να γράφεις ξέρεις;/ αφήνεις το μολύβι που και που από το χέρι/ ή μέσα από την ποίηση ζεις ό, τι απομένει; («στης Ακρόπολης τον υπόγειο σταθμό»). Η εσωτερική διερεύνηση όμως δεν σταματά εδώ, αλλά προσεγγίζει και αγκαλιάζει ζητήματα προσωπικά και, ταυτόχρονα, παναθρώπινα. Η έννοια, η δύναμη και ο ρόλος της πίστης στη ζωή του ανθρώπου, η φύση και η λειτουργία του χρόνου όπως αποτυπώνεται στην εξέλιξη του ανθρώπινου βίου, στη συσσώρευση εμπειριών και βιωμάτων, η ανθρώπινη επιθυμία έτσι όπως συνυφαίνεται με την αέναη αλλαγή και μετακύληση, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί και «αναπνέει» η ψυχή του ανθρώπου ως συνονθύλευμα της σκέψης, της φαντασίας, της μνήμης, των αισθήσεων: ενέργειες αισθήσεων συμπαντικές/ μίξεις φωταύγειες/ μνήμες φωτοσύνθεση εμπειρίες/ αυξομειούμενες εντάσεις φωτός/ τυχηματικές μεταβάσεις στο παρελθόν/ με γεύσεις καλοκαιρινές/ και μυρωδιές διάχυτες ησυχίας// ονειρική αρμονία εν χορώ/ χωρίς εισιτήριο/ μόλις τα μάτια κλειστά για ένα λεπτό («πλημμυρίδα») Από τη σωρεία και τη χορεία αυτή δεν θα μπορούσε φυσικά να απουσιάζει ο θάνατος, ο οποίος προσεγγίζεται από τον ποιητή με έναν τρόπο ιδιαίτερο που χωνεύει μέσα του τον αποτροπιασμό, τον οίκτο, τη νοσταλγία και μία διάθεση απολογισμού που καταλήγει πάντα στην αίσθηση της ήττας και της πτώσης:τι να το κάνεις; είν’ αργά/ πολύ αργά/ ο χρόνος λιγοστός/ (ο Τάλως έφυγε)/ και δεν γυρίζει πίσω («θα με ζητάς»)

Κεντρικό, σε όλη την έκταση της συλλογής είναι το αίτημα για ζωή, νοούμενης, τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική της διάσταση, ως δύναμης δημιουργικής και αναγεννητικής του ανθρώπου. Από την άποψη αυτή η ζωή προσανατολίζεται και, εν τέλει, ταυτίζεται με την ίδια την τέχνη, τον «Τάλω» του ποιητή, που καλείται να του προσφέρει την ασφάλεια και την προστασία, το σημείο εκείνο στο οποίο θα συντελεστεί, σε πρώτη φάση, η ανάπλαση της ζωής με όρους ποιητικούς. Τα ποιήματα του βιβλίου αυτού, λοιπόν, δεν συνιστούν τίποτε άλλο παρά τους σταθμούς ενός διαρκούς ταξιδιού μέσα στην ποιητική γλώσσα και έκφραση, ο προορισμός και η κατάληξη του οποίου θα έχουν καταστήσει τον ποιητή πλούσιο με όσα δημιούργησε στο δρόμο. Πρόκειται στην ουσία για την επιθυμία και επιδίωξη του ποιητή να τεχνουργήσειένα καταφύγιο για τον ίδιο και τον κόσμο του, ένα καταφύγιο που, σε τελευταία ανάλυση, μπορεί να διεκδικήσει τρόπο και τόπο ύπαρξηςαπό τη στιγμή που ήδη αποτελεί πλάσμα της δημιουργικής φαντασίας και γραφής του ποιητή. μ’ ένα σου νεύμα μόνο/ θα γίνει άρμα φτερωτό/ σ’ εκείνον να σε φέρει/ τη νύχτα τούτη του Μαγιού/ που απροστάτευτη/ αλλού έχεις ξεμείνει («νύχτα Μαγιού»)