ΤΣΙΓΓΑΝΑ

 

(φόρος τιμής και θαυμασμού στον Γκαρθία Λόρκα)

 

Κουρέλια πράσινα κόκκινα

στενάζουν παντού στο κορμί σου

και των ποδιών τα τακούνια

ραγίζουν πατώντας στο έδαφος

και φίδια τα χέρια σου είναι

μες στων μαλλιών τα κουβάρια.

Οι χορδές απ’ την κιθάρα

σπούνε μέσα στα στήθια σου

ενόσω πανάρχαιοι  πόνοι

δονούνται σ’ όλο το σώμα σου-

των καραβανιών σου οι πόνοι

που τ’  αλυχτούνε οι σκύλοι,

οι πόνοι της κάθε σου ώρας

στ’ ανάμεσο  οροσειράς  και σελήνης..-

Των δρόμων σου ο κουρνιαχτός

ανοιχτός στο κορμί σου παντού

έρχεται μιλώντας για λιόδεντρα

και για τους πεθαμένους τσιγγάνους.

Στα μάτια σου λύπη υπάρχει

όπως στ’ απόμακρα όνειρα-

τα μάτια σου τα γεμάτα με λάδι

από λιόδεντρα κι αμυγδαλιές!

Σάρκα! Η μελαμψή σου η σάρκα

χαλκός μες σε κρόσσια φλεγόμενα,

σάρκα τόσο σφιχτή κι ολοστρόγγυλη

σαν ένα τύμπανο είναι θαρρείς.

 

Ανάποδη τύχη η δική σου,

τσιγγανούλα με τα μαύρα τα  μάτια,

χορεύοντας πάντα χορεύοντας

και ξεσκεπάζοντας μυστικά!

 

`

ΙΔΑΝΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ

 

Μια καρδιά

όπως μια οποιοδήποτε χόβολη

από κείνες  που καίνε τον αγέρα τις νύχτες,

που σ’ ένα άγνωστο άρπαγμα  των νυχιών

κάνει δικά της  τα πάθη όλα

ή το καμίνι

που τα  εξαγνίζει.

Ας είναι από πέτρα

ή από νίκελ που δεν είναι ρυπαρό,

παντοτινά νέα και μία,

και σαν καθρέφτης ακηλίδωτος

που τις εικόνες κλέβει ζωντανές

κι έχει μάτια, όχι δικά του.

Σαν αρχαία φωτιά

και μ’ έναν δρόμο λιθόστρωτο

που ο ανήφορος του δεν παύει, τόσο τραχύς.

Να έχει πάντα

ετούτη τη γύμνια

ενός γυμνού που είναι πρόσφατο

ενός γυμνού που μόλις προέκυψε,

Τα πάντα να ‘ ναι βαθιά

και όλα να ‘ναι εσώτερα,

που  κάποια στιγμή,

σε  νέα διάσταση,

βγαίνοντας  απ’  το όριο και τη μορφή,

να κοιτάξει έξω και φλόγες να βγουν  από μέσα της.

 

`

*

 

ΦΥΓΗ

 

Η ψυχή των ορίων:

Κάλλος.

Το σχήμα, που ήταν

εδώ, πλέον δεν υπάρχει

σε τούτον τον χώρο.

H αφή κλαίει στενάζοντας

γιατί δεν συναντιέται

με την ύλη της.

Λαμπυρίζει το ατσάλι, το κρύο

που με λάμψεις καρφώνεται

σε κάποια δάχτυλα. Ποτάμια

αισθήσεων

στο άνθος της σάρκας.

Αγγίγματα.

Αγγίγματα.

Αγγίγματα.

Η ψυχή των ορίων:

Κάλλος.

Το  έχω, το κορμί πια δεν υπάρχει.

Η ψυχή, μοναχά η ψυχή.

 `

*

ΛΕΞΗ

 

Γύρεψε τη λέξη

μια  μονάχα  λέξη,

τη λέξη που ‘ναι ακριβής

που να ‘ναι της ψυχής η κραυγή.

Οι καρδιές τη γυρεύουν

όμως είναι τυφλές. Η λέξη

ακόμη δεν είναι. Σαν γίνει

θα πρέπει να τήνε βρούμε.

Γύρεψε,

γύρεψε, ποιητάρη, τη λέξη.

 

 

(Από τη συλλογή:  Pseudopoesias, 1939)

`

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΕΔΩ:

José Luis Hidalgo (España, 1919-1947), «Οι Νεκροί» (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)