Σύκα

Ο ορθός -κοινωνικά- τρόπος να φας ένα σύκο,
Είναι να το κόψεις στα τέσσερα, κρατώντας το από το κοτσάνι,
Και να το ανοίξεις, ως ένα άνθος -λαμπυρίζον, ροδαλό, υγρό, μελίρρυτο, βαρυπέταλλο,
τετραπέταλλο.
Μετά απεκδύεσαι της σάρκας
Όμοιας με έναν τετρασέπαλο κάλυκα,
Μόλις θα έχεις ξεφορτωθεί το άνθος με τα χείλη σου.
Κατά τα αγοραία ήθη
Αρκεί να βάλεις το στόμα σου στην σχισμή και να βγάλεις την σάρκα σε μία δαγκωματιά.
Κάθε φρούτο έχει το μυστικό του.
Το σύκο είναι ένα φρούτο ιδιαιτέρως μυστικοπαθές.
Καθώς το βλέπεις -ορθωμένο- να αναπτύσσεται, θα αισθανθείς με μιας πως είναι συμβολικό:
Και μοιάζει να είναι άρρεν.
Μα σαν το γνωρίζεις καλύτερα, θα συμφωνήσεις με τους Ρωμαίους·
Είναι θήλυ.
Οι Ιταλοί χυδαία λέγουν, πως αναπαριστά το γυναικείο μέλος· το σύκο:
Η σχισμή, το αιδοίο,
Μια υπέροχη υγρή κεντρομόλος αγωγιμότητα.
Εμπλεκόμενη,
Εσωστρεφής,
Μια ανθοφορία εξ ολοκλήρου εσωτερική, μήτρα γεμάτη με μικρές κλωστές
Αλλά μονάχα μία οπή.
Το σύκο, το πέταλο, το άνθος του κολοκυθιού.
Τα σύμβολα.
Υπήρξε ένα άνθος που ανθοβολούσε προς τα μέσα, προς την μήτρα·
Τώρα υπάρχει ένα φρούτο -εικόνα μήτρας γινωμένης.
Υπήρξε πάντα μυστικό
Κι έτσι θα ‘πρεπε να είναι, το θηλυκό πρέπει πάντοτε να είναι μυστικό.
Δεν υπήρξε ποτέ κανένα που να στέκεται αίολο και να ξετυλίγεται πάνω σε ένα κλαρίΣαν τα άλλα άνθη -σε μία αποκάλυψη από πέταλα·
Ασημο-ροζ ροδάκινα, ενετικό πράσινο γυαλί από μούσμουλα και αγριοκύδωνα,
Αβαθείς κρασόκουπες εν ολίγοις, παραφουσκωμένοι μίσχοι
Ευαγγελιζόμενοι ανοιχτά τον παράδεισο:
Μία πρόποση στην άκανθο του λουλουδιού! Μία πρόποση στους Λόγους!
Τα γενναία, περιπετειώδη ροδοειδή.
Διπλωμένο εις εαυτόν και απερίγραπτα μυστικοπαθές,
Με ειδή γαλακτώδη, οπός ικανός να πήξει το γάλα και να φτιάξει ρικότα,
Οπός που αφήνει μυρωδιά αλλόκοτη στα δάκτυλά σου, που ακόμα και οι κατσίκες δεν θα τον
δοκίμαζαν·
Διπλωμένο εις εαυτόν, περίκλειστο σαν κάθε Μωαμεθανή γυναίκα,
Με όλη του την γυμνότητα εντός των τειχών, την ανθοφορία του αθέατη για πάντα.
Προσβάσιμο μόνο από μία μικρή δίοδο και αυτή κρυμμένη πίσω από την αυλαία του φωτός·
Σύκο· φρούτο του γυναικείου μυστηρίου, συγκαλυμμένο και ενδοστρεφές,
Φρούτο μεσογειακό, με την κρυφή σου γυμνότητα,
Εκεί που κάθε τι συμβαίνει αθέατα, το λουλούδισμα, η επικονίαση και η καρποφορία
Στην εσωτερικότητα του δικού σου εσύ, αυτό το μάτι δεν θα δει ποτέ τουΩς να τελέψει- και εσύ παραγινωμένος, να εμφανίζεσαι για να απωλέσεις το στοιχειό σου.
Μέχρι να σταλάξει η σταγόνα της ωριμότητας,
Και να τελειώσει ο χρόνος.
Και τότε, η συκή θα έχει κρατήσει αρκετά το μυστικό της
Ώστε αυτό να εκρήγνυται, και να θωρείς το άλικο μέσα απ’ την χαραμάδα.
Το σύκο τελεύτησε, η εποχή παρήλθε.
Να πως πεθαίνει το σύκο, επιδεικνύοντας την πορφύρα μες στο μαβί του χάσμα
Σαν μια πληγή -η έκθεση του μυστικού του- στην ασκεπή ημέρα.
Σαν μία εκδιδόμενη γυναίκα -το αναπεπταμένο σύκο- που κάνει θέαμα το μυστικό της.
Έτσι πεθαίνουν κι οι γυναίκες.
Το έτος έχει αλωθεί παραγινωμένο,
Το έτος των γυναικών μας.
Το έτος των γυναικών μας έχει αλωθεί παραγινωμένο.
Το μυστικό κείτεται γυμνό.
Και η αποσύνθεση σύντομα παίρνει θέση.
Το έτος των γυναικών μας έχει αλωθεί παραγινωμένο.
Όταν κάποτε η Εύα έφερε στον νου της πως ήτανε γυμνή
Έραψε στα γρήγορα φύλα συκής, ράβοντας τα ίδια και στον άνδρα.
Ήτανε γυμνή όλες τις πριν της μέρες
Έως τότε, έως εκείνο το μήλο της γνώσης, δεν βασάνισε στη σκέψη το μυαλό της.
Μόλις η σκέψη γλίστρησε στον νου της, έσπευσε κι έραψε συκόφυλλα.
Κι έκτοτε οι γυναίκες επιδίδονται στη ραπτική.
Μα τώρα κάνουν βελονιά για να στολίσουν κι όχι να καλύψουνε το ανεωγμένο σύκο.
Έχουνε την γυμνότητά τους πιότερο από ποτέ στο νου,
Και δεν πρόκειται να μας αφήσουν να την λησμονήσουμε.
Τώρα, το μυστικό
Γίνεται μία επιβεβαίωση μέσα από χείλη νωπά και ερυθρά
Ένα γέλιο στην Θεία αγανάκτηση.
Και μετά τι αγαθέ Θεέ! θρήνησε την γυναίκα.
Κρατήσαμε το μυστικό μας αρκετά.
Είμαστε ένα γινωμένο σύκο.
Άσε μας να σκάσουμε μες στην επιβεβαίωση.
Ξεχνούν, τα γινωμένα σύκα δεν θα αντέξουν.
Τα γινωμένα σύκα δεν θα αντέξουν.
Λευκά, μελένια σύκα του βορρά, σύκα μαύρα με άλικα σπλάχνα από τον νότο.
Τα γινωμένα σύκα δεν θα αντέξουν, δεν θα αντέξουνε σε κάθε κλίμα.
Και τι θα γίνει σαν οι γυναίκες κάθε γης πυρωθούνε στην βεβαίωση του εγώ τους;
Τα πυρωμένα σύκα δεν θα αντέξουν;

Σαν Τζερβάτσιο, Τοσκάνη, 1923

Figs

The proper way to eat a fig, in society,
Is to split it in four, holding it by the stump,
And open it, so that it is a glittering, rosy, moist, honied, heavy-petalled four-petalled flower.
Then you throw away the skin
Which is just like a four-sepalled calyx,
After you have taken off the blossom with your lips.
But the vulgar way
Is just to put your mouth to the crack, and take out the flesh in one bite.
Every fruit has its secret.
The fig is a very secretive fruit.
As you see it standing growing, you feel at once it is symbolic:
And it seems male.
But when you come to know it better, you agree with the Romans, it is female.
The Italians vulgarly say, it stands for the female part; the fig-fruit:
The fissure, the yoni,
The wonderful moist conductivity towards the centre.
Involved,
Inturned,
The flowering all inward and womb-fibrilled;
And but one orifice.
The fig, the horse-shoe, the squash-blossom.
Symbols.
There was a flower that flowered inward, womb-ward;
Now there is a fruit like a ripe womb.
It was always a secret.
That’s how it should be, the female should always be secret.
There never was any standing aloft and unfolded on a bough
Like other flowers, in a revelation of petals;
Silver-pink peach, venetian green glass of medlars and sorb-apples,
Shallow wine-cups on short, bulging stems
Openly pledging heaven:
Here’s to the thorn in flower! Here is to Utterance!
The brave, adventurous rosaceæ.
Folded upon itself, and secret unutterable,
And milky-sapped, sap that curdles milk and makes ricotta,
Sap that smells strange on your fingers, that even goats won’t taste it;
Folded upon itself, enclosed like any Mohammedan woman,
Its nakedness all within-walls, its flowering forever unseen,
One small way of access only, and this close-curtained from the light;
Fig, fruit of the female mystery, covert and inward,
Mediterranean fruit, with your covert nakedness,
Where everything happens invisible, flowering and fertilisation, and fruiting
In the inwardness of your you, that eye will never see
Till it’s finished, and you’re over-ripe, and you burst to give up your ghost.
Till the drop of ripeness exudes,
And the year is over.
And then the fig has kept her secret long enough.
So it explodes, and you see through the fissure the scarlet.
And the fig is finished, the year is over.
That’s how the fig dies, showing her crimson through the purple slit
Like a wound, the exposure of her secret, on the open day.
Like a prostitute, the bursten fig, making a show of her secret.
That’s how women die too.
The year is fallen over-ripe,
The year of our women.
The year of our women is fallen over-ripe.
The secret is laid bare.
And rottenness soon sets in.
The year of our women is fallen over-ripe.
When Eve once knew in her mind that she was naked
She quickly sewed fig-leaves, and sewed the same for the man.
She’d been naked all her days before,
But till then, till that apple of knowledge, she hadn’t had the fact on her mind.
She got the fact on her mind, and quickly sewed fig-leaves.
And women have been sewing ever since.
But now they stitch to adorn the bursten fig, not to cover it.
They have their nakedness more than ever on their mind,
And they won’t let us forget it.
Now, the secret
Becomes an affirmation through moist, scarlet lips
That laugh at the Lord’s indignation.
What then, good Lord! cry the women.
We have kept our secret long enough.
We are a ripe fig.
Let us burst into affirmation.
They forget, ripe figs won’t keep.
Ripe figs won’t keep.
Honey-white figs of the north, black figs with scarlet inside, of the south.
Ripe figs won’t keep, won’t keep in any clime.
What then, when women the world over have all bursten into self-assertion?
And bursten figs won’t keep?

San Gervasio, Tuscany, 1923

Ρόδι

Μου λες πως σφάλλω.
Ποιος είσαι εσύ, εσύ και κάθε άλλος για να πεις εγώ πως σφάλλω;
Όχι δεν σφάλλω.
Στις Συρακούσες ο βράχος απέμεινε γυμνός από τη φαυλότητα των Ελληνίδων
γυναικών,
Σίγουρα θα ξέχασες την όψη της ροδιάς που ανθοφορεί,
Τόσο, μα τόσο άλικο και τι πολλά τα άνθη.
Ενώ στην Βενετία,
Πολιτεία αποτρόπαια, ωχρή, ολισθηρή
Που Δόγιδες είχε γηραιούς που ‘χαν αρχαία μάτια,
Στους κήπους τους ενδότερους των πλούσιων φυλλωμάτων
Ρόιδα φύονται όμοια με λαμπερά πετράδια,
Εκεί, καρφωμένα, καρφωμένα και φορεμένα του στεφάνου.
Εσύ στεφάνη πράσινου ακανθωτού μετάλλου
Να μεγαλώνεις στο παράδοξο!
Τώρα στην Τοσκάνη,
Ρόδια να γεµίζουνε τα χέρια σου·
Και κορώνες, βασιλόθωρες, ευγενείς,
κορώνες που κονταροµαχούν
Πάνω από το αριστερό µατόφρυδο.
Κι αν έχεις το θάρρος, ρίξε το βλέµµα στην σχισµή!
Κάνεις να µου πεις πως δεν θωρείς σχισµή;
Πως προτιµάς την άσχιστη να ιδείς πλευρά;
Να γιατί στο γέρµα τους είναι ανοικτοί οι ήλιοι.
Σήµατα του τέλους που ανοίγουνε χαραµαδιές στο σώµα αυτού που αρχίζει:
Το ένδον της σχισµής, ρόδινο, στοργικό, σπινθηροβόλο.
Κάνεις να µου πεις πως η σχισµή δεν θα έπρεπε να υπάρχει;
Ούτε η σταγόνα η έκπαγλη που την αυγή εσωκλείει;
Μου λες πως είναι σφαλερός ο χρυσεπίχριστος φλοιός, η σάρκα που προβάλει
ανεωγµένη;
Όσο για µένα, προτιµώ η καρδιά µου να ‘ναι ραγισµένη.
Είναι όµορφα µες στην σχισµή, καθώς αυτή καλειδοσκοπικά ανατέλλει.

Σαν Τζερβάτσιο, Τοσκάνη, 1923

Pomegranate

You tell me I am wrong.
Who are you, who is anybody to tell me I am wrong?
I am not wrong.
In Syracuse, rock left bare by the viciousness of Greek women,
No doubt you have forgotten the pomegranate-trees in flower,
O so red, and such a lot of them.
Whereas at Venice,
Abhorrent, green, slippery city
Whose Doges were old, and had ancient eyes,
In the dense foliage of the inner garden
Pomegranates like bright green stone,
And Barbed, barbed with a crown.
Oh, crown of spiked green metal
Actually growing!
Now in Tuscany,
Pomegranates to warm your hands at;
And crowns, kingly, generous, tilting crowns
Over the left eyebrow.
And, if you dare, the fissure!
Do you mean to tell me you will see no fissure?
Do you prefer to look on the plain side?
For all that, the setting suns are open.
The end cracks open with the beginning:
Rosy, tender, glittering within the fissure.
Do you mean to tell me there should be no fissure?
No glittering, compact drops of dawn?
Do you mean it is wrong, the gold-filmed skin, integument, shown ruptured?
For my part, I prefer my heart to be broken.
It is so lovely, dawn-kaleidoscopic within the crack.

San Gervasio, Tuscany, 1923

Ροδάκινο

Θες να μου ρίξεις μία πέτρα;
Ορίστε, πάρε ότι απέμεινε από το ροδάκινο μου.
Βαθυκόκκινο, στην απόχρωση του αίματος:
Ένας θεός ξέρει πως έφτασε εδώ.
Μία πλανόδια λίβρα σάρκας απροκάλυπτη.
Ζαρωμένο στα μυστικά
και σκληρό με την πρόθεση να τα διατηρήσει.
Γιατί, από τον ασημί ανθό του ροδάκινου,
Από τις αβαθείς αυτές κρασόκουπες, ασημένιες και περασμένες στον βλαστό
Προκύπτει ετούτο το βαρύτιμο σφαιρίδιο, όπου κυλά και πέφτει;
Αναλογίζομαι, φυσικά, για το ροδάκινο, πριν να το φάω.
Γιατί τόσο βελούδινο και τόσο πολυποίκιλτο;
Γιατί να κρέμεται με τέτοιο υπέρμετρο άχθος;
Γιατί τόσο έγκοιλο;
Γιατί η αυλακιά;
Γιατί η εύμορφη δίλοβη σφαιρικότητα;
Γιατί ο κυματισμός πάνω στην σφαίρα;
Γιατί η προτροπή για τομή;
Γιατί δεν ήταν το ροδάκινο μου στρόγγυλο και ραφιναρισμένο, όμοιο με μπάλα του μπιλιάρδου;
Θα ήταν, αν το είχε φτιάξει ο άνθρωπος.
Ωστόσο, τώρα το έχω φάει.
Μα δεν ήταν στρόγγυλο και ραφιναρισμένο, όμοιο με μπάλα του μπιλιάρδου;
Και μια που το λέω, θα ήθελες να πετάξεις κάτι πάνω μου.
Ορίστε, μπορείς να έχεις τον ροδακινόλιθό μου.

Σαν Τζερβάτσιο, Τοσκάνη, 1923

Peach

Would you like to throw a stone at me?
Here, take all that’s left of my peach.

Blood-red, deep:
Heaven knows how it came to pass.
Somebody’s pound of flesh rendered up.

Wrinkled with secrets
And hard with the intention to keep them.

Why, from silvery peach-bloom,
From that shallow-silvery wine-glass on a short stem
This rolling, dropping, heavy globule?

I am thinking, of course, of the peach before I ate it.

Why so velvety, why so voluptuous heavy?
Why hanging with such inordinate weight?
Why so indented?

Why the groove?
Why the lovely, bivalve roundnesses?
Why the ripple down the sphere?
Why the suggestion of incision?

Why was not my peach round and finished like a billiard ball?
It would have been if man had made it.
Though I’ve eaten it now.

But it wasn’t round and finished like a billiard ball;
And because I say so, you would like to throw something at me.

Here, you can have my peach stone.

San Gervasio, Tuscany, 1923