XIV – Since of no creature living the last breath

Αφού, όπως κανένα ζωντανό, διπλή φορά στην πλάση
δεν καλούμαι, την ύστατη αναπνοή ν’ αφήσω
κι αφού ‘ναι θάνατος σωστός την αγκαλιά σου που ‘χω χάσει,
πιό πιθανό να μη χρειαστεί, πάλι να ξεψυχήσω.

Πιό πιθανό ο Χρόνος, που η σκληρή του καταδίκη
μας στέλνει τώρα την Αυγή στην πόρτα να χτυπάει,
κερδίζοντας την πιό κακή, την πιό άδικη νίκη,
να προσπεράσει πιά, να πάψει να με τυραννάει.

Όταν αναπαυθείς και γίνεις ρόδα και σπαρτά
τα μέρη που ‘μουνα πιο ευτυχισμένη
στοιχειώνοντας, φάντασμα κουτό, που χαρωπά,
πάνω απ’ ότι αγαπούσα πιο πολύ γονατισμένη,

θα γέρνω, θα σηκώνομαι, τα χέρια μου χτυπώντας
μακριά απ’ την μέρα που πλησιάζει, ξεγλιστρώντας.

 

L – The heart once broken is a heart no more

Καρδιά που σπάει, δεν είναι πιά καρδιά
κι απ’ ότι πρέπει να’ ναι μιά καρδιά γλιτώνει.
Ότι συμφώνησε ή υπέγραψε ως τώρα πάνε πιά,
η χρεωκοπία μιά καρδιά την λευτερώνει.

Όσο για τη φορολογία, τόση μόνο
που θα ζητούσαν για θρύψαλα και σκόνη κι όχι άλλη·
αυτή κι όχι άλλες τύψεις, άλλη ελπίδα, άλλο πόνο,
σπασμένη η καρδιά, δεν θα βαστάξει πάλι.

Πόσο απλό είν’ όλο και τι ήχο χαμηλό βγάζει εκείνη
καθώς σπάει, ο κόσμος μπορεί να βεβαιώσει.
Πάλη κι αποτυχία· η γη γυρίζει ακόμα κι η σελήνη
ακολουθεί. Μισό χρόνο έχεις συμπληρώσει

που έσπασες στα δυό, στο στήθος μου καρδιά.
Ο κόσμος κιόλας ξέχασε, κι αν το ‘ξεραν παλιά.

XLVII – Well, I have lost you; and I lost you fairly

Να λοιπόν που σ’ έχασα αλήθεια· και σ’ έχασα έντιμα-
όπως θα το’ θελα, με συγκατάθεσή μου πλήρη.
Σπάνια, ότι κι αν πεις, στο θανατό του πιο περήφανα
κάποιος βασιλιάς, στη γκιλοτίνα το κεφάλι θα ’χει γύρει.

Ήταν βραδιές με φόβους και με δάκρυα, τ’ ομολογώ·
ας μου επιτραπεί. Μου στέγνωσε πιά τα μάτια η μέρα·
να κρατήσω στο κλουβί δε θέλω εγώ
φυλακισμένη, μία φτερούγα που ποθεί αέρα.

Αν πιό λίγο σ’ αγαπούσα, αν φερόμουν πονηρά,
ένα ακόμα καλοκαίρι ίσως και να σε κρατούσα εδώ,
μα κάποια λόγια θα θυσίαζα, που μου είναι ακριβά
και δεν θα ‘ταν καλοκαίρι σαν κι αυτό το περσινό.

Αν αυτή την αγωνία ξεπεράσω- κι οι άνθρωποι συχνά μπορούν
θα ‘χω καλά μόνο για σένα να τους πω, όταν με ρωτούν.

Επίμετρο

Στο παρελθόν έχει συχνά επισημανθεί η απουσία μεταφράσεων απ’ το έργο της Μιλέυ, μιας απ’ τις σημαντικότερες Αμερικάνες ποιήτριες του 20ου αιώνα. Πρόσφατα μία συλλογή (Λίγα σύκα απ’ τα γαιδουράγκαθα) και ελάχιστα, συνήθως – κι όχι τυχαία- μη έμμετρα, δείγματα κυκλοφόρησαν στα Ελληνικά. Το έργο της υπήρξε δημοφιλές και κριτικά καταξιωμένο, παρά την κάποτε προβληματική της σχέση με την μοντερνιστική διάθεση του καιρού της. Στα σονέτα της ειδικά, η αυστηρά παραδοσιακή της φόρμα σε συνδυασμό με μιά καθημερινή, συχνά αγοραία, έκφραση προκαλούν πρόσθετες δυσκολίες για τον Έλληνα και γενικά τον μη Αγγλο-Σάξωνα μεταφραστή. Στην συλλογή “Μοιραία Συνάντηση” (1931) η Μιλέυ δοκιμάζεται αποκλειστικά στη μορφή του σονέτου, γράφοντας μία σειρά από 52 σαιξπηρικά σονέτα. Ο τίτλος είναι παρμένος από την “Ελεγεία 16” του Τζον Ντον. (Στην πρώτη, παράξενη και μοιραία μας συνάντηση/ σ’ όλους τους πόθους που της έδωσαν απάντηση). Η ποιήτρια μιλάει απελπισμένα αλλά και ρεαλιστικά, συγκινημένα αλλά και κάποτε πεζά για έναν χαμένο έρωτα. Η μποέμικη ζωή της Μιλέυ καθρεφτίζεται στην ποίηση της μέσα από μιά ειλικρινή εξομολόγηση της ελευθεριάζουσας σχέσης της με τους έρωτές της, άντρες και γυναίκες. Στη συγκεκριμένη συλλογή αναφέρεται στον ποιητη Τζώρτζ Ντίλλον (1906-1968), τον οποίο γνώρισε το 1928, σε μιά από τις συχνές τουρνέ όπου απήγγειλε απ’ το έργο της.