Για τα 250 έτη από τη γέννηση του Μπετόβεν

 

 

 

  [Ludwig van Beethoven entre las sombras]

 

Η Βόννη είναι τόπος καλός για να γεννηθείς.

Πειράζει που ’ναι δεσποτικός ο πατέρας;

Είναι όμως και μουσικός.

Πίνει από ψες ίσαμε τ’ άλλο το πρωί,

πίνει μες στ’ απόγεμα το γαλανό.

Στα χέρια του έχει μουσικό μεγάλο

κι όπου να ’ναι θα το ανακαλύψει.

O Αμαντέους Μότσαρτ έφερνε χρήμα ζεστό

στο γλίσχρο πατρικό πορτοφόλι –

γιατί όχι κι ο Λούντβιχ;

Ξεσκόλισε το πιάνο. Δάχτυλα έχει ζωηρά,

συναρπάζει στο κονσέρτο:

η μουσική είν’ η πατρίδα σου.

Δεν είναι γεννημένος για παιχνίδια και φιλίες,

την απλωσιά μέσ’ από το παράθυρο κοιτά –

μέσ’ από το τζάμι του παραθύρου

φυτρώνει η μοναξιά.

Τα φώτα της τα θαυμαστά επιδεικνύει η Βιέννη

μα κει στη Βόννη η μαμά πεθαίνει.

Ακόμα πίνει ο πατέρας.

Ηχούνε πιάνο και βιολί,

ηχεί και η πικρία,

ηχεί κάτι όμορφο που στο επέκεινα γεννιέται.

Ξανανοίγει η Βιέννη τις μαγικές της πύλες,

βρήκανε μαθητή οι δασκάλοι:

μαθαίνει ο Λούντβιχ, τίποτα δεν τον σταματά.

Ακούς τούτη τη σονάτα για πιάνο;

Το Σεληνόφως είναι

που ποτέ δεν παύει να ηχεί.

Κείνο που συγκινεί και που σ’ ανατριχιάζει

είν’ η σονάτα που ονομάστηκε Παθητική.

Μπορείς να κατοικήσεις

μ’ αυτό που έγραψε ο Μπετόβεν

δίχως ν’ αφήσεις τα δικά σου τα όρια,

απολαμβάνοντας τη μουσική τούτη την καθολική,

την αλαφριά και δροσερή – και μαζί

ταραγμένη κι επική

σαν τον καιρό που σάρωνε την Ευρώπη.

Έχει μέσα του έναν εχθρό,

άγριον αντίπαλο για έναν μουσικό.

Είν’ η κωφότητα που προχωρεί και δεν αφήνει

ν’ ακουστούν οι συγχορδίες εκεί έξω,

ούτε καν της αγαπημένης η φωνή.

Όποιος ζητεί να τα λογαριάσει

δεν αθροίζει τ’ άνθη με τα φύλλα∙

μπορεί αφαιρέσεις να προσθέσεις, αριθμούς  –

δεν είναι μονάχα ό,τι ακούγεται η μουσική,

είν’ η πλέξη από τις νότες

μες στου Λούντβιχ την κεφαλή.

Κατάλαβέ το, γιε μου. Παίζει

ο Μπετόβεν σκάκι δίχως να βλέπει

πιόνια μήτε σκακιέρα.

Παίζει, παίζει κοντσέρτο Αυτοκρατορικό,

αντηχάει η σονάτα: Θύελλα,

τον κόσμο πλημμυρίζουν συμφωνίες.

― Διαλέγω εγώ την Πέμπτη. Για μένα

είναι τ’ ομορφότερο δημιούργημα ανθρώπου.

― Την Ενάτη προτιμώ, με το χορωδιακό της.

― Όχι, όχι, δε θέλω να επιλέξω.

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν

πηγή είναι χαράς∙

φτάνουν οι νότες του στο γαλανό ουρανό,

φλογερές από μέθη.

Χαρά για κάθε πλάσμα,

για της φύσης τις πηγές∙

μακάριος όποιος έναν φίλο έχει,

μακάριος οπού του πρέπει

μια γυναίκα όμορφη. Πάνω στων άστρων το θόλο

ο ουράνιος Πατέρας κατοικεί.

Κανένας δε γνωρίζει για ποιον μιλούσε

σαν έγραφε ο Μπετόβεν:

Είμαι το παν, ό,τι υπάρχει.

Αυτό ήμουν και θα είμαι στον αιώνα∙

ουδείς θνητός δεν ανασήκωσε το πέπλο μου.

Τούτος μόνος είναι αφ’ εαυτού.

Και σε τούτον μόνον οφείλουν τη δημιουργία τους

τα πάντα. ― Για το Θεό μιλούσε. Ίσως.

 

`

*******************************************************************************************************

                    ΕΠΙΜΕΤΡΟ    

 

α. Από τη Σάιδα στη Βόννη

 

Στα Ηθικά του Πλουτάρχου υπάρχει μια αναφορά στο άγαλμα της θεάς Αθηνάς/Ίσιδος πεπλοφόρου, στη Σάιδα της Αιγύπτου. Στο βάθρο του αγάλματος αναφέρεται ότι ήταν γραμμένα αυτά τα λόγια: «εγώ ειμί παν το γεγονός και ον και εσόμενον, και τον εμόν πέπλον ουδείς πω θνητός απεκάλυψεν».

Αναζητώντας τις ρίζες της ιουδαϊκής θρησκείας στην Αίγυπτο, ο Φρήντριχ Σίλλερ φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από την επιγραφή τούτη, αφού την παραθέτει και σε δυο δοκίμιά του. Περισσότερο, όμως, φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε ο Μπετόβεν: στο γραφείο του ήταν τοποθετημένο μόνιμα ένα χειρόγραφο του συνθέτη, το οποίο φυλάσσεται στο Ίδρυμα Μπετόβεν, στη Βόννη (βλ. σχετική εικόνα). Εκεί, στις δύο «αιγυπτιακές» φράσεις που αντέγραψε από τον Σίλλερ (“Ich bin, was da ist” και “Ich bin alles, was ist, was / war, und was seyn wird, / Kein sterblicher Mensch / hat meinen Schleyer / aufgehoben”), ο μουσουργός πρόσθεσε μια τρίτη, που προέρχεται από τους Ορφικούς ύμνους: “Er ist einzig von ihm selbst, / u. diesem Einzigen sind / alle Dinge ihr Daseyn schuldig”.

`

Αυτές ακριβώς είναι οι αινιγματικές φράσεις που κλείνουν το ποίημα του Μάρτος – και μάλλον εύστοχα, όπως θα φανεί πιο κάτω.

 

 

β. Από τη Βόννη στη Λίμα

 

Ο Περουβιανός Marco Martos (γ. 1942) είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή ποιητές της χώρας του. Διετέλεσε πρύτανης της Σχολής ανθρωπιστικών σπουδών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Λίμα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1965, ενώ ακολούθησαν αρκετές ακόμη. Για το ποιητικό του έργο έλαβε πολλές διακρίσεις. Στα ελληνικά εκδόθηκαν δύο συλλογές του, σε μετάφραση Ρήγα Καππάτου, από την Εκάτη: Στις αμμουδιές του Ομήρου (2011) και Προσωπεία της Ρώμης. 48 «Ρωμαϊκά ποιήματα» (2016).

 

Ποιητής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «εγκυκλοπαιδικός», ο Μάρτος χρησιμοποιεί αληθινά ή φανταστικά ιστορικά περιστατικά, ως βάση για μια κατάδυση σε ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Η ειρωνική και πολυεπίπεδη ματιά του φέρει την επιρροή του Χ. Λ. Μπόρχες, όπως και του Καβάφη. Η μουσική -και οι μουσικοί- είναι στοιχείο που συχνά εντάσσεται στο ποιητικό του έργο, όπως φαίνεται ειδικότερα στα ποιήματα της συλλογής Sílabas de la música (Οι συλλαβές της μουσικής, 2002). Στο ποίημα που μεταφράζεται εδώ επιχειρεί μια βιογράφηση του μεγάλου μουσουργού, από την ταπεινή παιδική ηλικία μέχρι την «αποθέωση». Με τεχνική που βασίζεται σε μια δραματική διαλογικότητα, επιχειρεί ίσως να αποδώσει ποιητικά την πολυδιάστατη φύση του μπετοβενικού έργου. Το κατορθώνει, αλήθεια; Η απάντηση θα δοθεί από τον κάθε αναγνώστη – όπως και από κάθε ακροατή…

 

γ. Από τις σκιές – στο Φως

 

Ποια σημασία είχε για τον Λούντβιχ το χειρόγραφο που κρατούσε κάτω από το γυάλινο κάλυμμα του γραφείου του, έως το θάνατό του; Κάποιοι μίλησαν για ναρκισσισμό, ότι ο συνθέτης ταυτιζόταν με το Θείο. Συχνότερα, οι τρεις παραπάνω φράσεις θεωρείται ότι αποτελούσαν μια πνευματική διαθήκη για τον συνθέτη – ίσως ένα έναυσμα για μια διαρκή μάχη: με τα προσωπικά του βάσανα, με τους καταναγκασμούς που αποτελούν τη μοίρα κάθε ανθρώπου…

Δύο αιώνες σχεδόν μας χωρίζουν από την πρώτη εκτέλεση της Ενάτης του στη Βιέννη. Κι ένας Έλληνας, περίπου έναν αιώνα ύστερα από τη θρυλική εκείνη πρεμιέρα, γράφει το δικό του πεζό ποίημα μετά από ένα αντίστοιχο κονσέρτο: «Λοιπόν δίκαια πονούσαμε! Λοιπόν όσα τολμήσαμε να πιστέψωμε τόσον καιρό – ήταν αλήθεια. […] Το πλοίο της Εννάτης θυμήσου όταν άραξε στο άστρο των Ιδεών»[1].

Κι ο Λούντβιχ; Κατοίκησε άραγε στο φωτεινό κόσμο των Ιδεών με τούτο το κορυφαίο έργο του; Μα, λίγο πριν από το θάνατο κατέβηκε ακόμα πιο βαθιά στην άβυσσο, για να κατακτήσει μιαν ακόμα πιο απρόσιτη κορφή με τη «Μεγάλη Φούγκα» και τα υπόλοιπα τελευταία κουαρτέτα – ανήκουστα, ακατανόητα, τουλάχιστο για τους σύγχρονούς του.  Όπως έγραφε και στη διαθήκη του: «μου ’μοιαζε  αδύνατο τον κόσμο νωρίτερα ν’ αφήσω, προτού φέρω προς τα έξω όλα όσα ένιωθα ότι βασάνιζαν την ψυχή μου»…

 

[1] Ζαχ. Παπαντωνίου, «Το κονσέρτο», Πεζοί ρυθμοί, Εστία, Αθήνα χ.χ., σελ. 26-27.