Η Ευρυκόμη
«Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη;
Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη.
Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω
και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω!

Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε». Αυτά ο Θύρσης λέει,
και παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
και δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα
εκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.

`

*

Η Αγνώριστη
Ποιά είναι τούτη
που κατεβαίνει
ασπροεντυμένη
οχ το βουνό;

Τώρα που τούτη
η κόρη φαίνεται
το χόρτο γένεται
άνθι απαλό·
κι ευθύς ανοίγει

τα ωραία του κάλλη
και το κεφάλι
συχνοκουνεί·
κι ερωτεμένο,
να μη το αφήσει,

να το πατήσει
παρακαλεί.
Κόκκινα κι όμορφα
έχει τα χείλα,
ωσάν τα φύλλα

της ροδαριάς,
όταν χαράζει
και η αυγούλα
λεπτή βροχούλα
στέρνει δροσιάς.

Και των μαλλιώνε της
τ’ ωραίο πλήθος
πάνου στο στήθος
λάμπει ξανθό·
έχουν τα μάτια της

οπού γελούνε
το χρώμα που ’ναι
στον ουρανό.
Ποιά είναι τούτη
που κατεβαίνει

ασπροεντυμένη
οχ το βουνό;

`

*

Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση εὑρισκόμενον εἰς τὴν Ἀγγλία

Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθῃς,
Δὲ θὰ ἰδῇς παρὰ τὸν τάφο·
Εἶμαι ὀμπρός του, καὶ σοῦ γράφω,
Μέρα πρώτη τοῦ Μαϊοῦ.
Θὰ σπορπήσουμε τὸ Μάη
Πάνου στ᾿ ἄκακα τὰ στήθη,
Γιατὶ ἀπόψε ἀποκοιμήθη
Εἰς τὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦταν ἥσυχος κι᾿ ἀκίνητος
Ὡς τὴν ὕστερη τὴν ὥρα,
Καθὼς φαίνεται καὶ τώρα
Ποὺ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή.

Μόνον, μία στιγμὴ πρὶν φύγῃ
Τ᾿ Οὐρανοῦ κατὰ τὰ μέρη,
Ἀργοκίνησε τὸ χέρι,
Ἴσως γιὰ νὰ σ᾿ εὐχηθῇ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Α1 Η Ευρυκόμη
Α2 Η Αγνώριστη
Α3 Οργανικό
Α4 Η Ψυχούλα
Α5 Η Ξανθούλα
Α6 Μνήσθητι Κύριε Οργανικό
Β1 Προς Τον Κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση
Β2 Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Β3 Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι Σχεδίασμα Β
Β4 Ύμνος Εις Την Ελευθερίαν
Β5 Η Ημέρα Της Λαμπρής
Β6 Καθ’ Ήχος Είχε Και Χαρά Κάθε Χαρά Και Αγάπη Οργανικό