The New York Review of Books (22 Ιουνίου 1995, Vol 42, Num. 11 ). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

Ο ιταλικός φασισμός ήταν η πρώτη δεξιά δικτατορία που κατέλαβε μια ευρωπαϊκή χώρα και αργότερα άλλα παρόμοια κινήματα βρήκαν ένα είδος αρχέτυπου στο καθεστώς του Mussolini. Ο ιταλικός φασισμός ήταν ο πρώτος που δημιούργησε μια στρατιωτική λειτουργική, ένα μύθο, ακόμη και ένα τρόπο ντυσίματος – πολύ πιο επιδραστικό από ότι θα είναι ποτέ ο Αρμάνι, ο Benetton ή ο Versace – με τα μαύρα χιτώνια του. Ήταν μόλις στα 1930 που φασιστικά κινήματα έκαναν την εμφάνισή τους, με τον Mosley στην Μεγάλη Βρετανία, και σε Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Ισπανία, Πορτογαλία, Νορβηγία, ακόμη και στην Νότια Αμερική. Ήταν ο ιταλικός φασισμός που έπεισε πολλούς Ευρωπαίους φιλελεύθερους ηγέτες να πειστούν πως το νέο καθεστώς επιτελούσε ενδιαφέρουσα κοινωνική μεταρρύθμιση, και ότι έδινε μια ήπια επαναστατική εναλλακτική στην Κομμουνιστική απειλή.

Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι προηγήθηκε ιστορικά δεν αποτελεί για εμένα επαρκή εξήγηση γιατί η λέξη φασισμός έγινε συνεκδοχή, δηλαδή μια λέξη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάθε διαφορετικό απολυταρχικό κίνημα. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί ο φασισμός περιέχει μέσα του όλα τα ουσιαστικά στοιχεία κάθε μορφής απολυταρχισμού που ακολούθησε. Το αντίθετο, ο φασισμός δεν είχε πεμπτουσία. Ο φασισμός ήταν ασαφής απολυταρχισμός, ένα κολλάζ διαφορετικών φιλοσοφικών και πολιτικών ιδεών, μια κυψέλη αντιθέσεων. Μπορεί κάποιος να συλλάβει ένα σαφώς απολυταρχικό κίνημα που ήταν ικανό να συνδυάσει την μοναρχία με την επανάσταση, το βασιλικό στρατό με την προσωπική πολιτοφυλακή του Mussolini,  την εκχώρηση προνομίων στην εκκλησία και την κρατική παιδεία εκθειασμού της βίας, τον απόλυτο κρατικό έλεγχο και την ελεύθερη αγορά; Το Φασιστικό Κόμμα γεννήθηκε κομπάζοντας  πως έφερε μια επαναστατική νέα τάξη, αλλά χρηματοδοτήθηκε από τους πιο συντηρητικούς γαιοκτήμονες που περίμεναν από αυτό μια αντεπανάσταση. Στο ξεκίνημά του ο φασισμός ήταν κοινοβουλευτικός. Επιβίωσε όμως για είκοσι χρόνια διακηρύσσοντας την πίστη του στην βασιλική οικογένεια, ενώ ο Duce (ο αδιαμφησβήτητος Υπέρτατος Αρχηγός) ήταν χέρι με χέρι με το βασιλιά, στον οποίο πρόσφερε το τίτλο του αυτοκράτορα. Όταν όμως ο βασιλιάς απέλυσε το Mussolini το 1943, το κόμμα επανεμφανίστηκε δύο μήνες αργότερα, με γερμανική υποστήριξη, κάτω από το λάβαρο «κοινωνικής» δημοκρατίας, ανακυκλώνοντας το παλιό επαναστατικό σενάριο, τώρα εμπλουτισμένο με σχεδόν ιακωβίνικα στοιχεία.

Υπήρχε μόνο μια ναζιστική αρχιτεκτονική και μια ναζιστική τέχνη. Αν ο Ναζί αρχιτέκτονας ο Albert Speer, δεν υπήρχε πλέον χώρος για τον Mies van der Rohe. Παρομοίως, υπό την ηγεσία του Stalin, αν ο Lamarck είχε δίκιο δεν υπήρχε χώρος για τον Δαρβίνο. Στην Ιταλία υπήρχαν σίγουρα φασίστες αρχιτέκτονες αλλά δίπλα στα ψευδο-Κολοσαία τους υπήρχαν πολλά νέα κτίρια εμπνευσμένα από το μοντέρνο ορθολογισμό του Gropious.

Δεν υπήρχε φασίστας Zhdanov που να θέτει μια αυστηρή πολιτιστική γραμμή. Στην Ιταλία υπήρχαν δυο σημαντικά καλλιτεχνικά βραβεία. Το Premio Cremona που ελέγχονταν από τον φανατικό και ακαλλιέργητο φασίστα Roberto Farinacci, που προωθούσε την τέχνη ως προπαγάνδα. (Θυμάμαι πίνακες με τίτλους όπως Ακούγοντας Δίπλα στο Ραδιόφωνο το Λόγο του Duce ή Ονειροπολήσεις Εμπνευσμένες από το Φασισμό). Το Premio Bergamo χρηματοδοτούνταν από τον καλλιεργημένο και αρκετά ανεκτικό φασίστα Giuseppe Bottai, που προστάτευε τόσο την έννοια της τέχνης για την τέχνη όσο και τις πολλές μορφές πειραματικής (avant-garde) τέχνης που θα είχε απαγορευτεί ως διεφθαρμένη και κρυφο-κομμουνιστική στην Γερμανία.

Ο εθνικός ποιητής ήταν ο D’Annunzio, ένας δανδής που στη Γερμανία ή στη Ρωσία θα είχε σταλεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αναγνωρίστηκε ως ο βάρδος του καθεστώτος εξαιτίας του εθνικισμού του και της λατρείας του ηρωισμού που εξυμνούσε – η οποία ήταν αναμιγμένη με άφθονες επιρροές από τον γαλλικό παρακμιακό πεσιμισμό (fin de sciècle).

Δείτε το φουτουρισμό. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί πως αποτελούσε ακόμη μια εκδοχή της εκφυλισμένης τέχνης (entartete Kunst) μαζί με τον εξπρεσιονισμό, το κυβισμό και το σουρεαλισμό. Οι πρώιμοι Ιταλοί φουτουριστές όμως ήταν εθνικιστές, στήριζαν την συμμετοχή της Ιταλίας στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο για λόγους αισθητικής, εξυμνούσαν την ταχύτητα, τη βία και τον κίνδυνο, στοιχεία που όλα τους συνδέονταν με κάποιο τρόπο με τη φασιστική λατρία της νεότητας. Ενώ ο φασισμός ταύτιζε τον εαυτό του με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ανακάλυπτε ξανά τις παραδόσεις της υπαίθρου, παρόλα αυτά ο Marinetti (που διακήρυττε πως ένα αυτοκίνητο είναι ομορφότερο από την Νίκη της Σαμοθράκης, και ήθελε να σκοτώσει ακόμα και το σεληνόφως) διορίστηκε μέλος της Ιταλικής Ακαδημίας, που αντιμετώπιζε το σεληνόφως με μεγάλο σεβασμό.

Πολλοί από του μελλοντικούς παρτιζάνους και τους μελλοντικούς διανοούμενους του Κομμουνιστικού Κόμματος επιμορφώθηκαν από την GUF, την φασιστική ένωση φοιτητών πανεπιστημίου, που υποτίθεται ήταν το λίκνο της νέας φασιστικής κουλτούρας. Αυτές οι λέσχες έγιναν ένα είδος διανοητικού χωνευτηρίου όπου νέες ιδέες κυκλοφορούσαν χωρίς κανένα πραγματικό ιδεολογικό έλεγχο. Δεν ήταν ότι τα στελέχη του κόμματος ήταν ανεκτικά προς τη ριζοσπαστική σκέψη, αλλά πολλοί λίγοι από αυτούς είχαν την διανοητική ικανότητα να την ελέγξουν.

Στη διάρκεια αυτών των είκοσι ετών, η ποίηση του Montale και άλλων συγγραφέων που σχετιζόταν με την ομάδα που αποκαλούνταν Ερημιτιστές, ήταν μια αντίδραση στο πομπώδες ύφος του καθεστώτος, και στους ποιητές αυτούς επετράπη να αναπτύξουν την λογοτεχνική διαμαρτυρία μέσα από αυτό που θεωρούνταν ως ο γυάλινος πύργος τους. Το ύφος των Ερημιτών ποιητών ήταν ακριβώς το αντίθετο με τη φασιστική λατρεία του οπτιμισμού και του ηρωισμού. Το καθεστώς ανεχόταν την κατάφωρη, αν και κοινωνικά αόρατη, αντίθεση τους γιατί οι Φασίστες απλά δεν έδιναν σημασία σε τέτοια μυστηριακή γλώσσα.

Αυτό δεν σημαίνει όμως πως ο Ιταλικός φασισμός ήταν ανεκτικός. Ο Gramsci έμεινε στη φυλακή μέχρι και το θάνατο του, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης Giacomo Matteotti και οι αδελφοί Rosselli δολοφονήθηκαν, η ελευθερία του τύπου καταργήθηκε, τα εργατικά συνδικάτα διαλύθηκαν και οι πολιτικοί αντιφρονούντες περιορίστηκαν σε απομονωμένα νησιά. Η νομοθετική εξουσία έγινε αποκύημα της φαντασίας και η εκτελεστική εξουσία (που έλεγχε την δικαστική καθώς και τον μαζικό τύπο) αποφάσιζε νέους νόμους απευθείας, ανάμεσα τους νόμους που καλούσαν για τη διατήρηση της φυλής (η επίσημη χειρονομία στήριξης της Ιταλίας σε αυτό που εξελίχθηκε στο Ολοκαύτωμα).

Η αντιφατική εικόνα που περιγράφω δεν ήταν αποτέλεσμα ανεκτικότητας αλλά πολιτικής και ιδεολογικής σύγχυσης. Ήταν όμως ένα άκαμπτο μπέρδεμα, μια δομημένη σύγχυση. Ο φασισμός ήταν φιλοσοφικά ασύνδετος, αλλά συναισθηματικά ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με ορισμένες αρχετυπικές βάσεις.

Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη μου θέση, υπήρχε μόνο ένας ναζισμός. Δεν μπορούμε να αποκαλούμε τον υπερ-καθολικό Φαλαγγισμό του Franco ως ναζισμό, μιας και ο ναζισμός είναι βασικά παγανιστικός, πολυθεϊστικός και αντιχριστιανικός. Το φασιστικό παιχνίδι όμως μπορεί να παιχτεί σε πολλές εκδοχές, και το όνομα του παιχνιδιού δεν αλλάζει. Η ουσία του φασισμού δεν διαφέρει από την έννοια του παιχνιδιού κατά τον Wittgenstein. Ένα παιχνίδι μπορεί να είναι ανταγωνιστικό ή όχι, μπορεί να απαιτεί κάποια ιδιαίτερη ικανότητα ή όχι, μπορεί να περιλαμβάνει χρήματα ή όχι. Τα παιχνίδια είναι διαφορετικές δραστηριότητες που εμφανίζουν μερικές μόνο «οικογενειακές ομοιότητες» όπως αναφέρει ο Wittgenstein. Σκεφτείτε την παρακάτω ακολουθία:

1 2 3 4

αβγ βγδ γδε δεζ

υποθέστε πως υπάρχει μια σειρά από πολιτικές ομάδες, από τις οποίες η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από τα γνωρίσματα αβγ, η δεύτερη ομάδα από τα γνωρίσματα βγδ κ.ο.κ. Η δεύτερη ομάδα μοιάζει στην πρώτη αφού έχουν δυο κοινά γνωρίσματα, για τους ίδιους λόγους η τρίτη είναι παρόμοια με την δεύτερη και η τέταρτη με την Τρίτη. Παρατηρήστε πως η τρίτη μοιάζει με την πρώτη (και στις δυο είναι κοινό το γ). η πιο παράξενη περίπτωση παρουσιάζεται με τη τέταρτη, εμφανώς παρόμοια με την τρίτη και την δεύτερη, αλλά χωρίς κάποιο κοινό με την πρώτη. Χάρη, όμως, στην αδιάκοπη σειρά από μειούμενες ομοιότητες μεταξύ της πρώτης και της τέταρτης, παραμένει έτσι, από άποψη απατηλής μεταβατικότητας, μια οικογενειακή ομοιότητα μεταξύ της τέταρτης και της πρώτης.

Ο φασισμός είναι ένας όρος για κάθε χρήση γιατί ενώ κάποιος μπορεί να αφαιρέσει από ένα φασιστικό καθεστώς ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά, αυτό εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως φασιστικό. Αφαιρέστε τον ιμπεριαλισμό από το φασισμό και εξακολουθείτε να έχετε τον Franco και το Salazar. Αφαιρέστε την αποικιοκρατία και εξακολουθείτε να έχετε τον βαλκανικό φασισμό των Ούστασε (Ustaše). Προσθέστε στον ιταλικό φασισμό ένα ριζοσπαστικό αντικαπιταλισμό (που δεν ενθουσίασε ποτέ τον Mussolini) και έχεις τον Ezra Pound. Βάλτε Κέλτικη μυθολογία και τον αποκρυφισμό του Δισκοπότηρου (εντελώς ξένος προς τον επίσημο φασισμό) και έχεις έναν από τους πιο σεβαστούς γκουρού του φασισμού, τον Julius Evola.

Παρά την ασάφεια αυτή όμως, πιστεύω πως είναι δυνατό να δημιουργήσουμε μια λίστα γνωρισμάτων που είναι τυπικά από αυτό που θα ήθελα να ονομάσω UrFascism ή Αιώνιο Φασισμό. Τα γνωρίσματα αυτά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα σύστημα, πολλά από αυτά αντικρούουν το ένα το άλλο και επίσης είναι χαρακτηριστικά και άλλων τύπων δεσποτισμού ή φανατισμού. Αρκεί όμως ένα από αυτά να υπάρχει για να επιτραπεί στο φασισμό να αναπτυχθεί γύρω του.

  1. Το πρώτο στοιχείο του Αιώνιου Φασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιοκρατία είναι φυσικά προγενέστερη του φασισμού. Όχι μόνο ήταν τυπική της αντεπαναστατικής Καθολικής σκέψης μετά την Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε την Ελληνιστική Περίοδο, ως αντίδραση στον κλασικό Ελληνικό ορθολογισμό. Στην λεκάνη της Μεσογείου, άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών (οι περισσότεροι τους υιοθέτησαν με προθυμία το Ρωμαϊκό Πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται μια αποκάλυψη που έλαβαν στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Η αποκάλυψη αυτή, σύμφωνα με τον παραδοσιοκρατικό μυστικισμό, είχε παραμείνει κρυμμένη για μεγάλο διάστημα κάτω από το πέπλο ξεχασμένων γλωσσών – στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους πάπυρους σχετικά άγνωστων θρησκειών της Ασίας.

Η νέα αυτή κουλτούρα έπρεπε να βασίζεται στον συγκρητισμό. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφορετικών μορφών θρησκευτικών πιστεύω και πρακτικών», τέτοιος συνδυασμό πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ένα ψήγμα σοφίας, και όποτε μοιάζουν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα μεταξύ τους πράγματα είναι γιατί όλα αναφέρονται, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια πρωταρχική αλήθεια.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος της μάθησης. Η αλήθεια έχει ήδη ειπωθεί μία και καλή, και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίσουμε να ερμηνεύουμε το απόκρυφο μήνυμα της.

Το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να κοιτάξει τον οδηγό σπουδών κάθε φασιστικού κινήματος για να βρει τους μεγάλους παραδοσιοκρατικούς στοχαστές. Η ναζιστική γνώση γαλουχήθηκε με παραδιοκρατικά, συγκρητιστικά, αποκρυφιστικά στοιχεία. Η πιο επιδραστική θεωρητική πηγή των θεωριών της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Julius Evola, συγχώνευσε το Ιερό Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Πρεσβυτέρων της Σιών, την αλχημεία με την Ρωμαϊκή και την Γερμανική Αυτοκρατορία. Το ίδιο το γεγονός πως η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτόμυαλη είναι, διεύρυνε πρόσφατα την ύλη της για να συμπεριλάβει έργα των De Maistre, Guenon και Gramsci, είναι μια κατάφορη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν ψάξει κανείς στα ράφια, που στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την ένδειξη New Age, μπορείς να βρεις ακόμη και Άγιο Αυγουστίνο, που, από όσο γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Ο συνδυασμός όμως του Αγίου Αυγουστίνου με το Στοουνχετζ – αυτό είναι σύμπτωμα του Αιώνιου Φασισμού. […]