Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΚΑΝΑ

Ὅ,τι δὲν ἔκανα
κι’ ὅσα δὲν εἶπα
θάβω στὸ χῶμα
ὅταν θὰ φύγω
μὲ δάκρυα νὰ βρέξῃς
νἀρθῇ νὰ ἀνθίσῃ
ὅ,τι δὲν ἔγινα
τὸ ἄλλο ποὺ εἶμαι

ΛΕΥΚΕΣ ΑΓΕΝΝΗΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Ἔ ποιητή
Ἔ ἄνθρωπε
Τοῦτες οἱ λευκὲς ἐδῶ
οἱ ἀγέννητες σελίδες
τὸν θάνατόν σου περιμένουν γιὰ νὰ ζήσουν
τὴν τέφραν καὶ τὴν στάχτην σου
καὶ τὴν ἀνάστασίν σου
ν’ ἀποτυπώσῃς στὸ παρθένο των κορμί
στὴν πάλλευκήν των τὴν ψυχή

Τὸν θάνατόν σου περιμένουν
καὶ τὴν ἀνάστασίν σου
τὸν λόγο γιὰ νὰ γεννηθοῦν
τὸν λόγο γιὰ νὰ ζήσουν

ΙΣΟΙ ΠΡΟΣ ΙΣΟΥΣ

Μπροστὰ στὸ γλύφανον τοῦ χρόνου
ἴσοι πρὸς ἴσους
καὶ ὡς ἱστάμενα γλυπτά
ἀναύδως ἀτενίζουμε
τὰ χρόνια μας νὰ πέφτουν
ξύσματα πολύτιμα
τῆς τέχνης του στὸ χῶμα

ΚΥΜΑΤΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Κύματα οἱ λέξεις
Γοργοί
δεινοὶ ταξιδευτές
ἀρίφνητων αἰώνων
πανάρχαιων ἐποχῶν
διαπείρουν τὰ πελάγη
διασχίζουν ὠκεανούς
ὥσπου αἰσίως ν’ ἀφιχθοῦν
στοῦ νοῦ μας τὶς ἀκτές
νὰ μᾶς κομίσουν ψιθυρίζοντας
ὅλου τοῦ κόσμου τὴν σοφία
τοῦ σύμπαντος τὴν ἱστορία
αὐτὲς οἱ λέξεις μας οἱ ἑλληνικές

ΕΝΟΣ ΑΝΔΡΟΣ

Ἑνὸς ἀνδρός
ἄχρηστα κι’ ἀδέξια τὰ χείλη
ποὺ δὲν ξέρουν νὰ φιλοῦν
– ὡραῖα –
λόγια νὰ ποῦν
καὶ νὰ σκλαβώσουν σαγηνεύοντα
μίας γυναίκας σῶμα καὶ ψυχή

ΝΟΣΤΑΛΓΟΙ

Νοσταλγοὶ θερινῶν ἀκροάσεων
μουσικῆς ζωηρῶν τεττίγων
τώρα παρατηρητὲς ἁπλοῖ
ἐν ἀπορίᾳ φθινοπωρινοί
ξεραμένων ἠχείων

Κ’ ΕΝΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Χῶμα νωπό
χάδι βροχῆς
φύλλα δακρύζουν
φύλλα δακρύζω
κ’ ἕνα φθινόπωρο
σὲ κάθε μου δάκρυ

ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ

Α’.

Μικρὸς θεός
κυττάζων οὐρανόθεν
σύννεφα καρφιτσώνει ὑδροφόρα
στὸν πίνακαν τὸν γαλανόν
καὶ ξεκαρδίζεται γελῶν
μὲ τῶν μυρίων τὸν χορόν
καὶ πολυχρώμων ἀνοιχτῶν
ἀλεξιβρόχων

Β’.

Μικρὸς θεός
μὲ σπόγγο στὸ χέρι
σβένει τὸν ἀσβέστη
τῆς μέρας νὰ μείνῃ
κενὸς ὁ τῆς νύχτας
κυρτὸς μαυροπίνακας

ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙΝΟΣ

’Κεῖ ποὺ ἀνατέλλει
κυκλάμινο ἡ Μήνη
μεταλαβαίνω ψίχουλα
ἄρτου ἀμφιλύκης
κι’ ἀπὸ τὸν τρύγο τῆς Σελήνης κοινωνῶ
τὸν ἄκρατο κι’ ἁδρὺ τῆς ὄρφνης οἶνο

ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

Μέσ’ ἀπ’ τὰ στήθη τῆς θαλάσσης
ἐκκινᾷ ἡ ἀσημένια ἀνατολή
Γίνομαι τόσο δὰ μικρός
στὰ χέρια μιᾶς βιολέττας
καὶ μένω ἄναυδος κ’ ἐκστατικός
καθὼς ὁ νυχθιππεύς
ὁ ἀστροχαίτης βασιλεύς
τραβάει τὴν σπάθην του καὶ κόβει
ἕνα κλωνάρι μ’ ἀνθισμένα
στίλβοντα νεφελώματα

ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΔΑΣΟΣ

Χιλιάδες δούρειοι
καὶ σκουροπράσινοι φαλλοί
ἐρωτικῶς ἐγγίζουν
τὸ οὐράνιον αἰδοῖον

ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΑ ΦΙΛΙΑ

Μὲ σύντομα φιλιά
σμιλεύει ἡ θάλασσα τὴν πέτρα
Κοσμήματα χιλιάδων χρόνων
τὰ δῶρα της