Αρχαία βία προγονική

Ουραγοί μιας ιδέας πληρωμένης
ουρανοί μιας ημέρας πληγωμένης
κυνηγήσαμε λάφυρα και τρόπαια
και τρυγήσαμε πάθη αποτρόπαια.

Ω ελπίδες ασπίδες ανθρώπων τυφλών
ω ελπίδες λεπίδες προσώπων διπλών
πώς γινόμαστε ευθύς σαν μας πιάνει η δειλία
για τα όρνεα της γης φονικά εργαλεία.

Ω ελπίδες τυφλών ω ασπίδες δειλών
ω ρυτίδες τρελών.

Ζηλωτές μισθοφόροι μαύρης βίας
σταυρωτές λογχοφόροι σάρκας Θείας
λανθασμένες κινήσεις πάλι κάνουμε
το στερνό μας παιχνίδι τώρα χάνουμε.


`
*
Η Αλφονσίνα και η θάλασσα 

Μετάφραση των στίχων του Felix Cesar Luna απ’ την Αγαθή Δημητρούκα.
Ωδή για την αργεντίνικης καταγωγής ποιήτρια και συγγραφέα Alfonsina Storni (1892 – 1938)

Στην απαλή αμμουδιά
που τήνε γλείφει η θάλασσα
τα μικρά της βήματα δε θα γυρίσουν πια
κι ένα μοναχικό μονοπάτι γεμάτο λύπη
και σιωπή
φτάνει ως τα βαθιά νερά
ένα μοναχικό μονοπάτι γεμάτο πόνο σκοτεινό
φτάνει ως πάνω στον αφρό.

Ο Θεός ξέρει ποια αγωνία σε συντρόφεψε
και ποιοι παλιοί καημοί σβήσανε τη φωνή σου
για να κοιμάσαι τώρα και να σε νανουρίζει
το τραγούδι των κοχυλιών
το τραγούδι που λέει
στο σκοτεινό βυθό της θάλασσας
το μεγάλο κοχύλι.

Πού πας Αλφονσίνα με τη μοναξιά σου
ποια καινούρια ποιήματα
ψάχνεις τώρα να βρεις
μια αρχαία φωνή από άνεμο κι αλάτι
σου ραγίζει την ψυχή και σε καλεί κοντά της
κι εσύ να πας να τη φτάσεις σαν μέσα σε όνειρο
κοιμωμένη Αλφονσίνα
ενδεδυμένη τη θάλασσα.

Πέντε μικρές σειρήνες θα σε περπατήσουν
σε δρόμους από φύκια και κοράλλια
κι άλογα φεγγοβόλα του πελάγου
θα χορεύουνε γύρω σου
κι όλα τα πλάσματα του νερού
θα παίζουν χαρούμενα γύρω σου.
Χαμήλωσέ μου το φως ακόμα λίγο
άσε με να κοιμηθώ, βάγια μου, εν ειρήνη
κι άμα ρωτήσει εκείνος
μην του πεις πως υπάρχω
πες του η Αλφονσίνα δε θα γυρίσει
κι άμα ρωτήσει εκείνος
μην του πεις ποτέ πως υπάρχω
πες του πως έφυγα μακριά.

`
*

Μη σκέφτεσαι γερμανικά

Στα Γιάννενα θα μάνιωνα
σαν ναμουν ο Αλη πασας
αν σ’εβλεπα κι αν σ’ακουγα
φλογέρα ξενη να φυσας
στα Γιάννενα θα θύμωνα
και μ’αγρια βόλια και σπαθιά
την πολη θα ερήμωνα
ως την και την Παραμυθιά
μα τωρα εδω στο Μόναχο
με βρισκεις ολομόναχο
με βαζεις στη Μερσέντες σου
κι αρχιζεις τις κουβέντες σου

Ηλία μου τελεία μου
και παύλα σ’εχω στη ζωή
αν έβλεπες αν ακουγες
κι οι δυο μας θάμαστε θεοί
θα τρωγαμε θα πίναμε
στα ύδατα τα χωρικά
κι εμπόριο θα στήναμε
με όπλα και σιδερικά
γιατί πολέμοι γίνονται
κι ολα τα φράγκα δίνονται
στους Ήφαιστους στους Άρηδες
κι όχι στους σαραντάρηδες

Μελίνα μου πατρίδα μου
μη σκέφτεσαι γερμανικά
τα φράγκα τους τα μάρκα
τους δολώματα σατανικά
ο πόλεμος κι ο έρωτας
δε μοιάζουν ούτε σαν φωτιές
ο ένας καίει τα σύμπαντα
κι ο άλλος μόνο τις καρδιές
παράτα τις κουβέντες σου
κι οδήγα τη Μερσέντες σου
στην Ήπειρο να φτάσουμε
ειρήνη να γιορτάσουμε

`
*
`

Η προσευχή του ακροβάτη

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δώσ’ μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να `μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.
`
*
Οι ποιητές μακριά

Μάης ήταν ή Αύγουστος,
δώδεκα ή δεκαεννιά.
Xρόνος που `μειν’ άσβηστος,
γραμμένος με καπνιά
μες στην πρώτη μνήμη μου,
στην παιδική μου καρδιά.
Μάης ήταν ή Αύγουστος
όπως θα είναι πάντα.

Mες στην πρώτη μνήμη μου,
στην παιδική μου καρδιά.
Μάης ήταν ή Αύγουστος,
οι ποιητές μακριά.

Μάης ήταν ή Αύγουστος,
πόνος που δεν περνά.
Σώμα τόπος άβατος,
ακύμαντη η ματιά,
στις πηγές τα δάκρυα,
το αίμα μες στα βουνά.
Μάης ήταν ή Αύγουστος
όπως θα είναι πάντα.

Στις πηγές τα δάκρυα,
το αίμα μες στα βουνά.
Μάης ήταν ή Αύγουστος,
οι ποιητές μακριά.

Μάης ήταν ή Αύγουστος,
δεν αγαπώ ξανά.
Νύχτα με πανσέληνο
και μέρα με φωτιά,
η αγάπη έγινε
ίδια με χίλια καρφιά.
Μάης ήταν ή Αύγουστος
όπως θα είναι πάντα.

Η αγάπη έγινε
ίδια με χίλια καρφιά.
Μάης είναι και Αύγουστος
κι οι ποιητές μακριά.
`
*
Το κάπα των κυκλώπων

Είδα κάπως γκρίζο
το μαυρισμένο ορίζοντα
τ’ όνειρό μου αρχίζω
τα τείχη μου γκρεμίζοντας.

Ποιος εχθρός στον κήπο;
Κανένας ίσον τίποτα,
μύθους παραλείπω
που με πονάν ανείπωτα.

Κύκλωπες παντού,
κλώνοι πανικού.

Άλματα μεγάλα
να συγκρατώ τη θάλασσα
κι η ειρήνη σκάλα
που μόλις τη σκαρφάλωσα.

Τώρα νώτα στρέφω
στην πτώση του Φαέθοντα
με το νου μου αλέθω
τ’ αθάνατα τ’ απέθαντα.

Κύκλωπες παντού,
κλώνοι πανικού.

`
*

Είχα δυο μάτια ευτυχισμένα

Είχα δυο μάτια ευτυχισμένα
που βλέπαν τα χαλίκια στο ποτάμι
και τ`ασημένιο κύμα του νερού
και του ψαριού τ`αστραφτερό το πέρασμα.

Είχα δυο μάτια που τρέχαν ακούραστα
απ`τους κορμούς στους κλώνους, στις φωλιές
και με φτερά και μ`άνθη στον αέρα
χτίζαν για μένα δρόμους της χαράς.

Είχα δυο μάτια λαμπερά κι ανέφελα
απ`τη γιορτή του κόσμου θαμπωμένα
τόσο απαλούς καθρέφτες ο Θεός
είχε στη γη χαρίσει με τα μάτια
της τίγρης ή του κοτσυφιού.

Πού να`σαι τώρα;Λιώσαν μες στο αίμα σου
ή μες στην κόλασή του είναι κρυμμένα;
Βλέπω μονάχα ρίζες και σκιές
και σε σβησμένα κρύσταλλα κοιτάζομαι.

Χαθήκανε τα ψάρια, τα χαλίκια κι ο αφρός
χαθήκανε τα δέντρα κι οι φωλιές
και τα λουλούδια.
Τελείωσε πια το πανηγύρι του Θεού
κι έμεινε μόνο το αίμα μου
ένας χαμένος λαίμαργος καθρέφτης.

Είχα δυο μάτια ευτυχισμένα.

`
*
Ο Παναγής της Κυριακής

Τις Κυριακές ο Παναγής
ήτανε φύλακας της γης.
Μα και τις μέρες που `χε σκόλη
μες στου Θεού το περιβόλι
φρόντιζε δέντρα και καρπούς
της καλοσύνης ο παππούς.

Έτσι ταξίδευε ο καιρός,
μα των αιώνων ο χορός
έβρισκε πάντα κι άλλους τρόπους
να βασανίζει τους ανθρώπους.
Κι ο Παναγής κάποια βραδιά
ένιωσε φόβο στην καρδιά.

Κι όταν ακούστηκε η φωνή
Λαμά Λαμά σαβαχθανί,
καβάλα πια στο σύννεφό του
τον ήλιο έκαμε αδερφό του
και στ’ ουρανού την απλωσιά
σκόρπισε αγάπη και δροσιά.

`
*
Όποιος αγάπησε πολύ

Απ’ της θάλασσας την άκρη
μάζεψα καημό και δάκρυ
κι απ’ της καλαμιάς τα φύλλα
στεναγμό κι ανατριχίλα.

Απ’ του φεγγαριού τ’ αλώνι
πήρα βάλσαμο κι αφιόνι
μεθυσμένος πάντα να ‘μια
τα παλιά να μη θυμάμαι.

Όποιος αγάπησε πολύ
μένει πεντάρφανο πουλί.

Απ’ της θάλασσας τα βράχια
μάζεψα πουλιά και στάχυα
και με της καρδιάς το χτύπο
τα ‘φερα στον άδειο κήπο.

Απ’ του φεγγαριού τα βάθη
πήρα ασήμι και χρυσάφι
κι έκανα στη μοίρα τάμα
να ξαναβρεθούμε αντάμα.

Όποιος αγάπησε πολύ
μένει πεντάρφανο πουλί.

Απ’ της θάλασσας τα φύκια
πήρα λάσπες και χαλίκια
για να χτίσω μια καλύβα
στο βαρδάρη και στο λίβα.

Απ’ του φεγγαριού το γύρο
μάζεψα αγιασμό και μύρο
στην αυλή μου να σκορπίσω
μήπως και γυρίσεις πίσω.

Όποιος αγάπησε πολύ
μένει πεντάρφανο πουλί.