Μολονότι οι περισσότεροι μελετητές και οι τωρινοί του ομότεχνοι θαυμάζουν κυρίως το όψιμο έργο του, στην ίδια την Ιρλανδία τα πιο γνωστά και αγαπητά ποιήματα του Γέητς είναι αναντίρρητα τα πρώιμα, αυτά που έγραψε από τα είκοσι ώς τα 35 του χρόνια. Στη λίστα των Irish Times, λ.χ., που περιλαμβάνει τα 100 δημοφιλέστερα ιρλανδικά ποιήματα όλων των εποχών και καταρτίστηκε με ψηφοφορία των αναγνωστών της εφημερίδας (https://ireland-calling.com/100-favourite-poems/), ο νεαρός Γέητς δεσπόζει. Τα μισά ποιήματα της πρώτης δεκάδας είναι δικά του, κατά σειρά: «Της λίμνης το νησί» (1), «Τα πέπλα αυτός ποθεί των ουρανών» (2), «Το τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους» (4), «Σαν ασπρομάλλα θα ’σαι πια» (7), «Το κλεμμένο παιδί» (10). Πρόκειται για ποιήματα που ριζώνουν στη ρομαντική, τη συμβολιστική αλλά και τη δημοτική παράδοση της Ιρλανδίας, μπαλάντες και τραγούδια κυρίως. Πολλά απ’ αυτά έχουν κατ’ επανάληψη μελοποιηθεί. Η επιλογή που ακολουθεί είναι από τις τρεις πρώτες συλλογές του Γέητς: Crossways (1889), The Rose (1893), The Wind Among the Reeds (1899). ΚΚ

ΠΕΣΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ

Στα φύλλα που μας αγαπούν φθινόπωρο έχει φτάσει
και στα ποντίκια στον σωρό μέσα του κριθαριού·
τα ωχρά τα φύλλα της σορβιάς μάς έχουνε σκεπάσει,
τα ωχρά της αγριοφράουλας τα φύλλα από παντού.

Η αγάπη μας που φθίνει πια μας έχει τυραννήσει
κι είναι η ψυχή μας που πενθεί κατάκοπη και ισχνή·
ας πούμε γεια το πάθος μας προτού μας λησμονήσει
μ’ ένα μας δάκρυ, έν’ άγγιγμα, στα μάτια ένα φιλί.

ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ

Εκεί που οι βράχοι οι στεριανοί
στη λίμνη μες γλιστράνε
είναι ένα ολόχλωρο νησί,
σαν φτερουγούν οι ερωδιοί
οι χαύνοι νεροποντικοί
τρομάζουν και ξυπνάνε·
εκεί νεραϊδοκάλαθα είν’ κρυμμένα
με μούρα κι αγριοκέρασα κλεμμένα.
Πάμε κει, παιδί του ανθρώπου!
Πλάσματα, νερά άλλου τόπου
μια νεράιδα σου τάζει!
Έχει ο κόσμος τόσο δάκρυ που ο νους σου δεν το βάζει.

Εκεί που η φεγγαρίσια αχλύ
την αμμουδιά ασημώνει,
σε μια άλλη όχθη, μακρινή,
η νύχτα μάς ενώνει,
παλιούς χορούς πλέκουμε εκεί,
σμίγουν ματιές και χέρια,
ώς να σβηστούν τ’ αστέρια·
κι ενώ απ’ τις έγνοιες δεν μπορεί
ο κόσμος σας να κοιμηθεί
μπρος πίσω εμείς πηδάμε,
το κύμα κυνηγάμε.
Πάμε κει, παιδί του ανθρώπου!
Πλάσματα, νερά άλλου τόπου
μια νεράιδα σου τάζει!
Έχει ο κόσμος τόσο δάκρυ που ο νους σου δεν το βάζει.

Εκεί ψηλά όπου ξεπηδούν
απ’ τις πλαγιές ρυάκια,
στις βούτες όπου όλα χωρούν
τα ουράνια τα φωτάκια,
για όνειρα ανήσυχα πολλά
δίνουμε ευχές ψιθυριστές
στις πέστροφες τις ασημιές·
κι όταν πια φεύγουμε απαλά
πίσω μας κλαιν τα βρύα
στα ρέματα τα κρύα.
Πάμε κει, παιδί του ανθρώπου!
Πλάσματα, νερά άλλου τόπου
μια νεράιδα σου τάζει!
Έχει ο κόσμος τόσο δάκρυ που ο νους σου δεν το βάζει.

Έρχεται, μ’ εμάς κινάει
κι έχει αγέλαστο το μάτι:
βόδι πια να μουγκανάει
δεν θ’ ακούει στης γης την πλάτη,
χύτρα στη φωτιά που βράζει
δεν θα του χαρίζει ειρήνη,
δεν θα δει άλλο να θηλάζει
ποντικάκι από λαγήνι.
Νά το το παιδί του ανθρώπου,
τώρα στα νερά άλλου τόπου
μια νεράιδα το μπάζει!
Έχει ο κόσμος τόσο δάκρυ που ο νους του δεν το βάζει.

ΜΑΚΡΙΑ Σ’ ΕΝΑ ΝΗΣΙ

Τι ντροπαλά η καρδιά μου,
αχ πόσο ντροπαλά
περνά μπρος απ’ το τζάκι
δειλά, διστακτικά.

Τα πιάτα μέσα φέρνει,
τα στρώνει στη στιγμή.
Θ’ αλάργευα μαζί της
μακριά σ’ ένα νησί.

Φέρνει κεριά αναμμένα
να διώχνουν τις σκιές,
στέκει δειλά στης πόρτας
τις κόχες τις κρυφές·

σαν κουνελάκι είναι
πρόθυμη, ντροπαλή.
Θα πέταγα μαζί της
μακριά σ’ ένα νησί.

 

TΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΟ ΝΗΣΙ

Θα σηκωθώ να φύγω πια, να πάω στο Ιννισφρή,
μια καλυβίτσα από πηλό και καλαμιές να χτίσω:
σειρές εννιά από φασολιές κι ένα μελίσσι εκεί
θα ’χω και μέσα στη βοή των μελισσών θα ζήσω.

Λίγη γαλήνη θά ’βρω αυτού, θα ρέει σταλιά σταλιά
απ’ της αυγής το ρίπισμα ώς του γρύλλου το τραγούδι·
εκεί ’ναι η μέρα πορφυρή και φεγγερή η νυχτιά
και με των σπίνων οι βραδιές γεμάτες είν’ το χνούδι.

Θα σηκωθώ να φύγω πια, στα σκοτεινά, στο φως
πάντα τ’ ακούω τα νερά, του όχτου ανατριχίλα·
κι ενώ μπροστά μου ανοίγεται ο δρόμος γκριζωπός
τ’ ακούω πάντοτε βαθιά μες στης καρδιάς τα φύλλα.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Τριγύρω σου στέκουν
οι αγγέλοι σκυφτοί·
τους κούρασαν του Άδη
οι θρήνοι, οι νεκροί.

Γελάει κι Εκείνος
που είσαι καλά·
γελούν κι οι πλανήτες
κι απλώνουν πανιά.

Κι εγώ πώς στενάζω
καθώς σε φιλώ,
μεγάλος σαν θα ’σαι
θα σ’ αποζητώ.

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Κάποιος σπουργίτης καυγατζής ψηλά πάνω στο γείσο,
ο γαλακτώδης ουρανός, η Εκάτη η φωτεινή,
τα φύλλα που αρμονικά κρατούν του κόσμου το ίσο
έσβηναν του άντρα τη μορφή, του άντρα την κραυγή.

Άλικα χείλη φάνηκαν που η λύπη είχε ραγίσει
κι ήταν λες κι η λαμπρότητα δάκρυζε του παντός,
σαν Οδυσσέας που γραφτό τού ’ταν να ναυαγήσει,
σαν Πρίαμος που η πόλη του θα απόμενε καπνός·

φάνηκαν, και σε μια στιγμή ο σαματάς στο γείσο,
η Εκάτη που σκαρφάλωνε, οι αδειανοί ουρανοί,
τα φύλλα που θρηνητικά κρατούν του κόσμου το ίσο,
έπλαθαν του άντρα τη μορφή, του άντρα την κραυγή.

ΣΑΝ ΑΣΠΡΟΜΑΛΛΑ ΘΑ ’ΣΑΙ ΠΙΑ

Σαν ασπρομάλλα θα ’σαι πια σκυφτή, πάρε μαζί σου
στο τζάκι που θα κάθεσαι και το βιβλίο αυτό
και ξεφυλλίζοντάς το αργά, τη γλύκα αναλογίσου
που ’χαν τα μάτια σου παλιά, το φως τους το ισκιερό·

πόσο πολλοί σ’ αγάπησαν την ώρα της ακμής σου
ή κάναν πως αγάπησαν την τόση σου ομορφιά,
μα ένας τους αγάπησε τους δρόμους της ψυχής σου,
τις πίκρες που στο πρόσωπο σού γίναν χαρακιά·

και στη φωτιά γείρε και πες τώρα, με κάποιας θλίψης,
με κάποιας λύπης τον καημό, η αγάπη, ναι, περνά,
και πάρε την ανηφοριά, ψηλά στ’ άστρα να κρύψεις
το πρόσωπό του το χλωμό, πέρα προς τα βουνά.

ΤΑ ΑΕΡΙΚΑ

Στης λίμνης τ’ άραχλα νερά
τις πάπιες σαλαγούσε
βοσκός στην ακροκαλαμιά,
βοσκός και τραγουδούσε.

Τρέμαν μες στη φουσκονεριά
του όχτου τα καλαμάκια
σαν είδε σ’ υπνοφαντασιά
τα μαύρα της μαλλάκια.

Κι άκουσε ένα πουλί μικρό
να ξεδιπλώνει πέρα
λύπης σκοπό, χαράς σκοπό
στης νύχτας τον αγέρα.

Κι είδε και νιες, είδε και νιους
σε χοροστάσι πλάι
και την καλή του μες σ’ αυτούς
να κλαίει, να γελάει.

Γύρω του στάθηκε ο χορός
και τον καλωσορίζει,
κρασί τον κέρασε ένας νιος,
μια νια τού πέμπει ρύζι.

Μα η καλή του πιο μακριά
απ’ τους χορούς τον παίρνει
κι εκεί που παίζανε χαρτιά
γέροι λιγνοί τον φέρνει.

Κι ήταν εκείνοι αερικά,
δεν λέγαν τραγουδάκια,
μον’ έπαιζαν συντροφιαστά
τα μαύρα της μαλλάκια.

Δεν πήγε ο νους του στο κακό
μέσα στη φούντωσή του,
μέχρι που κάποιος στον χορό
κάλεσε την καλή του.

Ο πιο όμορφος ο νιος εκεί
την πήρε απ’ τα χεράκια,
κι είχε ώς τη μέση τυλιχτεί
τα μαύρα της μαλλάκια.

Πέταξε κάτω τα χαρτιά,
ξύπνησε απ’ το μεθύσι,
νιοι και γερόντοι πουθενά,
καπνός είχαν σκορπίσει.

Μ’ άκουσε ένα πουλί μικρό
να ξεδιπλώνει πέρα
λύπης σκοπό, χαράς σκοπό
στης νύχτας τον αγέρα.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΑΙΓΚΟΥΣ

Στις φουντουκιές πλανήθηκα, στα δάση,
γιατί ’χα μια φωτιά καλή ορεχτεί
και βρήκα και ξεφλούδισα μια βέργα
και κρέμασα ένα μούρο στην κλωστή·
και τα νυχτοπετάλουδα όταν βγήκαν
και τρεμοφέγγαν τ’ άστρα σαν αυτά
το μούρο πέταξα μέσα στο ρέμα
και τσάκωσα μια πέστροφα ασημιά.

Ότι την έριχνα εκειδά στο χώμα
κι έλεγα πια ν’ ανάψω τη φωτιά
σαν κάτι σκίρτησε εκειδά στο χώμα
και τ’ όνομά μου το ’πε μια λαλιά.
Κορίτσι που σελάγιζε είχε γίνει,
άνθη την έστεφαν μηλιάς μικρής,
εκείνη τ’ όνομά μου είχε φωνάξει
προτού χαθεί στο φέγγος της αυγής.

Στους δρόμους γέρασα πια τόσα χρόνια,
ράχες, φαράγγια πέρασα πολλά,
τον κόσμο όμως θα κάνω άνω κάτω
ώς να την πάρω κάποτε αγκαλιά,
στης χλόης τα λιβάδια θα βαδίσω
στο τέρμα ώσπου να φτάσω του καιρού,
τα χρυσαφιά θα δρέψω μήλα του ήλιου,
τα μήλα τ’ ασημιά του φεγγαριού.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ ΜΑΝΑΣ

Ξυπνάω χαράματα, στο τζάκι γονατίζω
ώσπου η σπίθα της φωτιάς να τρεμοκάψει.
Κι ύστερα πλένω και ζυμώνω και σκουπίζω
ώσπου των άστρων το κερί να δω ν’ ανάψει·
μα οι νέοι μένουν στο κρεβάτι ώς αργά
κι όλο ρεμβάζουν ποιο τους ρούχο τούς ταιριάζει,
κι έτσι όλ’ η μέρα τους στην απραξία κυλά
κι αναστενάζουν αν στα φύλλα πιάσει αγιάζι.
Μα εγώ δεν στέκομαι γιατί έχω μεγαλώσει
και γιατί η σπίθα της φωτιάς πάει να παγώσει.

ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ

Όνειρα αμέτρητα με χέρια ευλαβικά
σου φέρνω εγώ μέσα σ’ αυτούς τους στίχους,
λευκή γυναίκα που το πάθος σε φορά
όπως φορά η φουσκονεριά την άμμο
και με καρδιά κι από το κέρας πιο παλιά
που του καιρού η φωτιά γεμίζει ώς πάνω:
λευκή γυναίκα με τ’ αμέτρητα όνειρα
του πάθους μου σου φέρνω εγώ τους στίχους.

ΤΑ ΠΕΠΛΑ ΑΥΤΟΣ ΠΟΘΕΙ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Των ουρανών αν είχα εγώ τα πέπλα τα υφαντά
που φως χρυσό κι ασημωτό τα περιχύνουν,
τα γαλανά, τα μελανά, τα πέπλα τα μουντά
που φως κι ημίφως και τη μαύρη νύχτα ντύνουν,
τα πέπλ’ αυτά θα σου ’στρωνα στα πόδια σου μπροστά:
μα εγώ ο φτωχός δεν έχω παρά τα όνειρά μου·
τα όνειρά μου σου ’στρωσα στα πόδια σου μπροστά·
πάτα απαλά γιατί πατάς τα όνειρά μου.

ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΥ ΤΟ ΒΙΟΛΙ

Το βιολί μου σαν παίζω στο Ντούνυ
γύρω κύμα όλοι στήνουν χορό·
ξαδερφό ’χω παπά στο Κιλβάρνετ
στο Μοκράμπι παπά ’χω αδερφό.

Μα τους πέρασα αδέρφι, ξαδέρφι:
τα βιβλία τους λεν προσευχές·
το βιβλίο μου λέει τραγούδια
που απ’ το Σλάιγκο το πήρα ο γλεντζές.

Σαν θα φτάσει ο καιρός να κριθούμε
και στον Πέτρο να βγούμε εκειδά,
στους τρεις γέρους αυτός θα γελάσει
μα θα μπάσει εμένα μπροστά.

Γιατί πάντα καλοί ’ν’ οι γλεντζέδες
μοίρα αν δεν τους βασκάνει κακή,
κι αγαπούν το χορό οι γλεντζέδες
κι αγαπούνε πολύ το βιολί.

Κι όταν τότε κεί πάνω με δούνε
μ’ ένα στόμα θα πουν στο λεπτό:
«Το βιολί είναι τούτος του Ντούνυ!»
κι όλοι κύμα θα στήσουν χορό.