Κάποτε μια κάμπια μεταμορφώθηκε σε σαράκι και μπήκε στην Αίθουσα του Θρόνου αρχίζοντας να τρώει με λαιμαργία το πανάκριβο και αρχοντικό του ξύλο.
Ο Βασιλιάς τότε έντρομος διέταξε όλους τους ειδικούς της χώρας να φέρουν όσο γίνεται γρηγορότερα τα καλύτερα φάρμακα για να προλάβουν το κακό.
Πάνω δε στη βιασύνη του μπέρδεψε ακόμα και τα λόγια του, δεν είχε όμως το κουράγιο ούτε να γελάσει.
Ο λαός αντίθετα, έξω από το παλάτι, μαθαίνοντας για τον πανικόβλητο Βασιλιά, είχε σκάσει στα γέλια συνεχίζοντας ανέμελος τον καθημερινό του μόχθο στα Σιτηρά, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εκείνη ειδικά την περίοδο ευδοκιμούσαν.
Η ζημιά όμως είχε γίνει και ο Θρόνος καταστράφηκε.
Έτσι, ο Βασιλιάς περίλυπος ζήτησε από τους υπηρέτες του να τον πετάξουν κρυφά σε ένα δάσος και να μην αποκαλύψουν ποτέ και σε κανέναν το μυστικό.
Ο Θρόνος με τα χρόνια ρίζωσε και έγινε ένα αναπαυτικό παιχνίδι-κάθισμα για τα παιδιά των χωρικών που τον ανακάλυψαν πρώτα σε μια από τις εξερευνήσεις τους.