Λυπήσου με Κύριε, λυπήσου με.
Τα κεριά που ανάβω χαράματα
μπροστά από το εικονοστάσι,
οι λιτανείες της κόλασης
που ψέλνω από τον τάφο μου
τη λύπηση Σου γυρεύουν.
Σπορά του Σατανά ο άνθρωπος
κι εγώ ο σπόρος που δεν φύτρωσε,
το γιασεμί που δεν αναρριχήθηκε,
η ρίζα που δεν ποτίστηκε.

Λυπήσου με Κύριε, λυπήσου με.
Σε μιαν του Σιλωάμ κολυμβήθρα
δεν βρήκα το φως μου.
Τυφλός προφήτης ανασκαλεύω το χώμα.
Φτιάχτηκα από χώμα, από πέτρα,
από βράχια κι αγκάθια.
Στεγνός από νερό, σαν μια γη που δεν θα μερέψει,
που δεν θα φυτρώσει στα σπλάχνα της ζωή.
Στις χούφτες μου φυτρώνουν αμπέλια
κι από τον καρπό τους ρέει το αίμα Σου Κύριε
στις σελίδες των άγραφων Ευαγγελίων Σου.
Κάποιοι ευαγγελίζονται τη ζωή
κι εγώ ο νεκρός γιος, ο καταραμένος καρπός
που μέσα του φυτρώνουν σκουλήκια κι ερπετά.

Λυπήσου με Κύριε, λυπήσου με.
Φως, ήλιος σε μιαν του μαρτυρίου γη.
Πατρίδα μου ο θάνατος κι εγώ ένας λεπρός τυμβωρύχος.
Ανοίγω τους τάφους που μέσα τους θέριεψαν οι αυτόχειρες.
Ψαχουλεύω τα σημάδια του σκοινιού στο λαιμό τους,
προσκυνώ τις πληγές στον καρπό
και στο τρύπιο τους κρανίο περνάω το χέρι μου.
Φλέβες αναρριχώνται στα μνήματα.
Σκεπάζουν τον καυτό ήλιο που πυρώνει τα σώματα των νεκρών.
Οι δικές μου φλέβες ανοιγμένες στράγγιξαν από το αίμα.

Λυπήσου με Κύριε, λυπήσου με.
Είμαι ο αμνός που βελάζει τα βράδια ορφανός
χωρίς ένα στήθος να βυζάξει.
Βύζαξα από τις μητρικές ρώγες αίμα. Μόνο αίμα.
Σάπιο αίμα έθρεψε τη ζωή στο στέρνο μου.
Σαπίζω στους πρόποδες του Γολγοθά.
Βρωμάνε οι πληγές μου χολή.
Κρεμασμένος πλάι στο δέντρο του Αβεσσαλώμ
ορέγομαι την ζωή που δεν γνώρισα,
την ομορφιά που δεν πρόκαμα να δω.
Αυτήν που μού υποσχέθηκαν τα δικά Σου γραφτά.

Λυπήσου με Κύριε, λυπήσου με.
Στην κόλαση που ζω μάταια το όνομα Σου ψέλνω.