ΟΙ ΒΟΥΤΗΧΤΕΣ
 
Τα “πάρεξ να σε ιδώ, καλέ μου”, τα κρυφομιλήματα, μέσ’ από
δύσκολους καιρούς σωσμένα λόγια των εξορκισμών, τις σιγανές
πατημασιές, τα ποιήματα, απόπειρες αγνοουμένων προ πολλού,
 
να τ’ ανασύρεις όλα απ’ τα βαθιά, από μεγάλα σκότη, ανέπαφα, απ’
τις σιωπές ερειπωμένων μητροπόλεων, την άλωση, τη θεομηνία, τη
ρομφαία: όπως τροπαιοφόρος βουτηχτής βαραίνει στ’ άπατα, ή
ευπατρίδες πελεκάν την ώρια κόρη, κι ο πιο καλύτερος τής παίρνει
το κεφάλι.Για να γυρνάς, και να ’ρχεσαι, και να μιλάς, λόγια σπουδαίων
ειδυλλίων που ήταν μια φορά, ίχνη λαμπρών καρατομήσεων, τα “σε
φιλώ”, αχ πόσο σε φιλώ, το δήγμα επίχρυσο, επιτέλους, απ’ το χρόνο.
 

`
*
 
ΤΑ ΒΥΣΣΙΝΙΑ
“Τα βυσσινιά, τα κρεμεζιά, τα ωραία της, αυτά τα
ρούχα που δεν κάνουν για ταξίδι,έδυσαν στα νερά.Λίμνη καλή, κλίνη λευκή, κρατά η φυγή της, εκεί
το πάλεμα, τα ωχρά σκεπάσματα, ο ταραγμός, η
τρομερή επιφοίτηση που θα λαμπρύνει.
 
Κι όπως βαθαίνει το φιλί ξημέρωμα, βαθιά βαθιά
το αξέχαστο λεπίδι, κι όπως σε όνειρο αμαρτάνον
 τας, ο στεναγμός-Στους ύπνους μιας γυναίκας που φοβήθηκε, τραγού-
δι κόκκινο ξεθώριαζε η σφραγίτις.”
 
`
*

ΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ

Τα τεκμήρια έμεναν πάντοτε στου φονέως τον κήπο, ξεσκισμένα από
τέλειο φάσγανο, σαν προικιά βουλιαγμένα στα έλη, σαν να τα ’σπειρε

κάποιος αλόγιστα στο φευγιό του απάνω.

Πελερίνες, μετάξια και δίμιτα, με την αίγλη που έπρεπε τότε, χλιαρές

αλλαξιές που ποτίστηκαν μυρωδιές και θορύβους, ζιπουνάκια λευκά
και στηθόπανα μ’ αραιές μαχαιριές και φεστόνια, και τα εύθραυστα

εκείνα ενδύματα που τα λέγαν το πάλαι ποτέ καμιζόλες.

Ονειρώδεις οι θάνατοι και ο δράστης αθώος. Μ’ ένα τραύμα τυφλό,

σαν παράθυρο που πατιόταν μονάχα τις νύχτες.
`
*

ΤΙ ΕΛΕΓΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Μα όταν κάποιος σού μιλά με τρόμους, φωνές χαμένων σε απαίσια

σπήλαια και βάλτους—

εσύ να σκέφτεσαι προπάντων τι μπορεί να εννοεί, ποιο διαμελισμένο

πτώμα κρύβει στο υπόγειό του, τι δαγκωτά φιλιά και φόνους, νύχτα
υπόκωφη, που σιωπηλά τη διασχίζουν αμαξοστοιχίες (συσκοτισμένες
με βαριά παραπετάσματα, και στους τροχούς πανιά ή βαμπάκι), τι
άνομες επιθυμίες, λύσσα, ψιθύρους, ουρλιαχτά, βεγγαλικά σε
λάκκους πολιούχων, εκδικητές να τον μουσκεύουν στο αίμα όταν
κοιμάται, ποιον κλέφτη, τέλος, σε βαθύ κοιτώνα χάλκινο, πνιγμένον

στα λινά και κλαίει—

και να τον συμπαθείς, προπάντων να τον συμπαθείς, αγαπητέ

Αρθούρε ή Αλφόνσε.
*******************************************************************************
 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Μ’ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ – ΚΕΔΡΟΣ 1989
Α.  ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕ
1.  ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
Β.  Α ΤΙ ΝΥΧΤΑ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ
2.  ΚΑΙ ΛΕΕΙ www.studio52.gr
3.  ΑΠΟΚΟΤΗ ΟΠΩΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕ
4.  Ο ΤΟΠΟΣ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ
5.  ΘΑ’ΡΘΟΥΝΕ ΧΡΟΝΟΙ ΚΟΠΕΤΩΝ
6.  ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΧΤΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ
7.  ΑΦΟΥ ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ ΣΤΙΣ ΣΚΑΛΕΣ
8.  ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ
9.  ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ
10.  ΕΓΙΝΑΝ ΚΡΙΜΑΤΑ
11.  ΞΥΠΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙ
Γ.  ΩΡΑΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΤΑΖΟΝΤΑΣ
12.  ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΟΛΑ
Δ.  ΑΛΛΟΣ ΥΠΝΟΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΗ
13.  ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ Ο ΥΠΝΟΣ
14.  ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠ’ ΤΑ ΛΙΓΑ
15.  ΤΟΣΟ ΜΟΙΡΑΙΟΣ
16.  ΦΕΓΓΟΥΝ
17.  ΤΙ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΛΑΒΩΜΑΤΙΑ
18.  ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΗΡΕΜΕΙ
19.  ΓΙΑΤΙ ΣΙΓΟΥΝ
20.  ΑΣ ΓΕΡΝΕΙ ΟΜΩΣ
21.  ΟΠΩΣ ΑΛΛΟΥ ΑΝΕΜΟΖΑΛΗ
22.  ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΘΗΚΕ
23.  ΤΑ ΒΥΣΣΙΝΙΑ
24.  ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΠΟΥ
25.  ΚΛΕΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΓΥΑΛΙ
Μ’ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ
26.  ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΕΛΕΙ
ΣΤ.  ΔΕ ΛΕΙΠΕΙ ΤΩΡΑ ΠΑΡΕΞ ΝΑ ΧΑΛΑΣΕΙ
27.  ΝΑ ΜΗ ΛΥΝΟΝΤΑΙ
28.  ΕΔΩ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ ΞΑΝΑ
29.  ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΟΥΝ
30.  ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ
31.  ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΕΝ ΤΕΛΕΙ
32.  ΑΣ ΓΙΝΕΙ ΝΑ’ΡΘΟΥΝ
33.  ΚΙ ΟΠΟΥ ΚΑΤΕΧΕΙ ΤΕΧΝΗ ΙΕΡΗ
34.  ΦΕΓΓΕ ΜΟΥ
35.  ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΛΠΑΡΟΥΝ
36.  ΣΤΑ ΡΗΧΑ
ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΘΙΑ – ΚΕΔΡΟΣ 1983
Α.  ΣΥΝΤΟΜΟΤΑΤΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ
ΟΠΟΥ ΕΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΒΕΤΑ
37.  ΝΑ ΧΥΘΕΙ ΠΡΩΤΑ ΠΡΩΤΑ
Β.  ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
38.  ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ
39.  ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ
40.  ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
41.  ΟΙ ΚΑΚΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ
42.  ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
43.  ΤΑ ΚΕΛΑΡΙΑ
44.  ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ
45.  Η ΑΠΑΓΩΓΗ
46.  ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ
47.  ΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ
48.  ΟΙ ΒΟΥΤΗΧΤΕΣ
Γ.  ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΩΡΑ ΑΝΑΓΚΗΣ
49.  ΜΑΓΙΚΟ ΞΟΡΚΙ
50.  ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
51.  ΜΙΚΡΗ ΩΔΗ
Δ.  ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
52.  ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ
53.  ΤΟΠΟΙ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΙ
54.  ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΠΑΝΙΟΥ ΕΘΙΜΟΥ
55.  ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
56.  ΠΩΣ ΜΙΛΗΣΑΝ ΑΥΤΟΠΤΕΣ
57.  ΑΠΟ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ
58.  ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
59.  ΤΣΟΥΡΜΟ ΚΟΥΡΣΑΡΩΝ
60.  ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΕΣΟΝΤΩΝ
61.  ΚΑΙ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΣ
62.  ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΠΟΛΥ
Ε.  ΤΙ ΕΛΕΓΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
63.  ΜΑ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ

 

`

*********************************************************************************************

Γεννήθηκα: «Ιωάννου Μεταξά 14, στου Ζωγράφου. Στάση Τσιτούρα. Δίπλα στην “Αίγλη”. Γεννήθηκα εκεί ακριβώς, στο σπίτι, τον Φεβρουάριο του 49. Η μαμά μου έφυγε από την Κλινική του Γερουλάνου, ετοιμόγεννη, και με το παιδί –εμένα—  γυρισμένο ανάποδα, και πήγε να γεννήσει σπίτι, ήταν Εμφύλιος, ήθελε να ’ναι μαζί με τους δικούς της, και είχε και τον αδερφό μου οχτώ χρονών. Την ξεγέννησε μια σοφή μαμή, που την έλεγαν Σταματούλα. Την είχα γνωρίσει μια φορά, στα δέκα μου. Μικρή-μικρή και ζαρωμένη ήταν, πολύ γριά, και τη φοβήθηκα. Στη γέννα, κόντεψα να σκοτώσω τη μαμά μου, που πήγαινε για παιδί-Υδροχόο, κι από τις μέρες και τις νύχτες που παλεύαμε, στο τέλος έβγαλε Ψαράκι (με όλους τους κρίσιμους πλανήτες του στον Υδροχόο). Βγήκα με τα πόδια, μισοπνιγμένη, ήμουνα τεράστια και μαύρη-μαύρη απ’ το μελάνιασμα, ενώ ο αδερφός μου (που είχε γεννηθεί κι αυτός στο ίδιο σπίτι, γιατί τη μέρα εκείνη του 41 έμπαιναν στην Αθήνα οι Γερμανοί) ήταν άσπρος και ξανθός και τριανταφυλλένιος. Την άκουγα χρόνια και χρόνια αυτή την ιστορία. Τι μαύρη που ήμουνα. Πώς έσκουζα. Πώς μ’ είχανε σχεδόν ξεχάσει, από την αγωνία τους για τη μαμά μου. Κι αργότερα, όταν με πειράζανε ότι «με πήρανε απ’ τους γύφτους», πότε γινόμουνα έξαλλη και πότε έκλαιγα. Ψέματα. Μάλλον έκλαιγα κατά κανόνα».

Ιστορία: «Μια ξένη ιστοριούλα, που με κυνηγάει πάντα. Από το “Wizard of Id”, το κόμικ του λατρεμένου Johnny Hart. Ο κοντούλης τύραννος βασιλιάς είναι στο συνηθισμένο του ψηλό ψηλό μπαλκόνι για να βγάλει λόγο. Από κάτω ο λαός, κουρελής. “Μη λησμονείτε τον Χρυσό Κανόνα!” λέει από το μπαλκόνι ο βασιλιάς. Ένας από το πλήθος αναρωτιέται φωναχτά: “Τι θα πει αυτό;” Κι ένας άλλος απαντάει: “Θα πει πως, όποιος έχει το χρυσάφι, φτιάχνει και τους κανόνες”. Αυτό το διάβασα στα είκοσί μου, το εμπέδωσα, και το ξαναθυμάμαι κάθε που βλέπω στην τηλεόραση την κυρία Μέρκελ. Δεν φόρεσα ποτέ χρυσαφικά».

Όνειρα: «Έχω καιρό να το δω αυτό. Πάντα, στα δύσκολα, τη γιαγιά μου, σ’ ένα φανταστικό σπίτι –καμία σχέση με το ένα και μοναδικό μας. Με λέει “κυρά μου” και διάφορα κεφαλλονίτικα, αγαπησιάρικα. Μου λέει να μπω και να τα πάρω όλα. Το σπίτι είναι δίπατο, τα “όλα” είναι στο απάνω πάτωμα. Πρέπει να πατάω προσεχτικά, τοίχο-τοίχο, γιατί το πάτωμα βουλιάζει και το σπίτι τρέμει. Τα πράγματα όμως στέκουνε μια χαρά. Έχει όμορφα πράγματα, ανώνυμα, και είναι σκιερό. Μυρίζει γαζία, όπως το σπίτι στου Ζωγράφου. Πατάω και δε φοβάμαι μην πέσω. Φοβάμαι μην πέσει το πάτωμα, μην πέσει το σπίτι. Μόνο το σπίτι προσέχω, με κάθε βήμα. “Πάρε” και “πάρε” λέει η γιαγιά μου, αλλά δεν παίρνω τίποτα, κι είναι σαν να τα παίρνω όλα. Ξυπνάω πάντα με μια γλύκα, κι είμαι τελείως παρηγορημένη απ’ τα δύσκολα που έλεγα: σαν μέσα σε αγκαλιά».

Παιδική ηλικία: «Γκρι και κόκκινη. Γκρι, γιατί ήταν η δεκαετία του ‘50. Τότε που όλα ήταν λίγα και άπιαστα. Κόκκινη, σαν ένα μπαλόνι, που τη φώτιζε ξαφνικά. Αν ήταν και μπαλόνι-πιγκουίνος, τόσο το καλύτερο. Όταν έσκαγε, γιατί πάντα έσκαγε πριν την ώρα του, είχες τα χαρτονένια παπουτσάκια του για να παίζεις».

Χόλντεν Κώλφηλντ: «Πέρσι την άνοιξη, στο Πειραματικό Σχολείο των Αμπελοκήπων, μιλούσαμε με τα παιδιά για τον “Φύλακα στη σίκαλη” (όπως τον έλεγαν ακόμα τότε), και ρώτησα ένα κοριτσάκι: “Εσύ, γιατί τον αγαπάς τον Χόλντεν Κώλφηλντ;” Και το κοριτσάκι μού απάντησε: “Δεν τον αγαπάω. Θέλω να είμαι ο Χόλντεν Κώλφηλντ”».

Ψέματα: «Μεγάλωσα με ψέματα και μέσα σε ψέματα, αλλά δεν φταίγανε οι δικοί μου. Νομίζω πως τα ωραία ψέματα –για χάρη των παιδιών— ήτανε απαραίτητα εκείνα τα χρόνια. Αντί για “δεν”, όλο “θα”, κάποτε.
Εφηβη, άρχισα να λέω ψέματα κι εγώ, για ν’ αντέξω την αυστηρότητα του σπιτιού μου. Μεγάλη, το ’κοψα, γιατί είναι κουραστικό να κρατάς λογαριασμό, και βαρετό να επινοείς κοινοτοπίες.  Στους άλλους, μ’ αρέσουν πολύ τα ευγενικά, τα κοινωνικά ψέματα –του τύπου: “Δεν θα μπορέσω, γιατί…”. Σιχαίνομαι όσο τίποτα τα ψέματα-υπερπαραγωγές, που υποτιμούν τη νοημοσύνη μου».

ΠΗΓΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΕΔΩ