Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, (1980). Γραπτά ή προσωπική μυθολογία (1936–1946). 3η έκδ. Αθήνα: Άγρα. [1η έκδ. 1960, Αθήνα: Δίφρος].

 

Η ραστώνη, ότι και αν λέγουν μερικοί, είναι κάκιστον πράγμα. Όχι για λόγους ηθικής, αλλά για λόγους βιολογικούς, για λόγους υπερβαίνοντας και αυτήν ακόμη την λεγομένην υπαρξιακήν φιλοσοφίαν.

Πρέπει να εξηγηθώ. Το νιώθω. Ιδού λοιπόν.

Κάποτε, στα κράσπεδα της Νέας Ιερουσαλήμ, (ή Salt Lake City), καθόταν ένας πυρρόξανθος μορμόνος — ο Δανιήλ Κάρτερ. Ο άνθρωπος αυτός είχε τρεις όμορφες γυναίκες — την Πηνελόπη, την Τζωρτζιάνα και την Αικατερίνη. Ο Δανιήλ ήτο καλός και αγαθός. Είχε όμως ένα ελάττωμα. Ήτο τεμπέλης.

Τα τρία πρώτα χρόνια της συζυγικής ζωής του, όλα πήγαιναν καλά. Στο τέταρτον έτος, πήρε ακόμη δυο γυναίκες — την Ρουθ και την Ελένη. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και ακόμη όλα πήγαιναν καλά. Ο Δανιήλ, αμέριμνος και υγιής, ζούσε με τις γυναίκες του ευτυχισμένος. Στο τέλος όμως του πέμπτου χρόνου μια πυρκαϊά απετέφρωσε το πρότυπον βυρσοδεψείον που του είχε αφήσει ως κληρονομίαν ο πατέρας του, και ο αγαθός μορμόνης, πλην ενός σπιτιού και ολίγων τιμαλφών, απώλεσε τα πάντα. Τότε κατέστη έκδηλος η τεμπελιά του.

«Καημένε Νταν», του έλεγε η Πηνελόπη, που είχε περισσότερο θάρρος μαζί του από τις άλλες του γυναίκες. «Καημένε Νταν, γιατί δεν προσπαθείς να εργασθείς, γιατί δεν κάνεις κάτι… Θα μας ρέψει η φτώχια… Θα πεθάνουμε της πείνας…»

Ο Νταν πουλούσε πού και πού από ένα τιμαλφές και έλεγε χαϊδεύοντας την μικρά πυρρόξανθή του γενειάδα:

«Έχει ο Θεός. Έχει ο Θεός, για τους καλούς ανθρώπους».

Η αλήθεια είναι πως ο Δανιήλ, εκτός που ήτο ένας τεμπέλης, ήτο συνάμα ονειροπόλος και πίστευε σε μια Ιερουσαλήμ ευτυχισμένη, που θα την φύλαγε από ψηλά, εις τον αιώνα ο Παντοκράτωρ.

Μια μέρα του είπε πάλι η Πηνελόπη:

«Άκουσε Νταν, στο λέγω από αγάπη. Πρέπει να εργασθείς. Τις πρώτες μέρες ίσως δυσκολευθείς λιγάκι. Στο τέλος όμως θα σου αρέσει… Είσαι γερός και δυνατός… Είσαι και παλικάρι… Πάρ’ το απόφαση… Πρέπει να εργασθείς».

Τούτη τη φορά, ο Δανιήλ Κάρτερ βγήκε μέχρι τινός από τους ρεμβασμούς του. Αλήθεια, εσκέφθη, έχει δίκαιο η Πηνελόπη… Η πόλις του η αγαπημένη, δεν ελέγετο μόνον Νέα Ιερουσαλήμ, ελέγετο και Salt Lake City.

«Καλά», είπε στη γυναίκα του αρπάζοντας το στρογγυλό, πλατύγυρο καπέλο του. «Καλά, θα πάω στη λίμνη να σκεφθώ, και αύριο θα πάρω την απόφασή μου».

«Αχ, μπράβο Νταν!» ανεφώνησε η πρώτη του γυναίκα, με δάκρυα στα μάτια της.

«Γεια σου», απήντησε ο Δανιήλ, και πήρε τον δρόμο προς την λίμνη, όπου του άρεζε κατ’ εξοχήν να κάθεται και να ρεμβάζει. Καθ’ οδόν, εκεί που περπατούσε, έλεγε και ξανάλεγε, διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του με πικρίαν:

«Ιερουσαλήμ! Ιερουσαλήμ! Ω αλμυρά μου πόλις»

Μετά μίαν ώραν, ο Δανιήλ Κάρτερ καθόταν κάτω από ένα δένδρο στην ακρολιμνιά με το πηγούνι του στα χέρια, σκεπτόμενος τί έπρεπε να κάμει.

Ήτο μία ανοιξιάτικη ωραία ημέρα. Τα νερά, πάντοτε αλμυρά εφαίνοντο γλυκύτατα. Οι λόφοι, απέναντι, εχλόαζαν, κατάστικτοι από αγελάδες. Κοντά στην είσοδο ενός αγροκτήματος, μια κόρη άρμεγε μιαν αγελάδα.

Όχι μακριά από τον Κάρτερ, ένας φιλήσυχος πολίτης, με ψάθινο καπέλο, ψάρευε με μεγάλη υπομονή, καπνίζοντας ένα τσιμπούκι.

Ο Δανιήλ, συλλογιζόμενος, κοίταξε αρχικώς ολόκληρο το τοπείον. Σε λίγο όμως το βλέμμα του καρφώθηκε στην κόρη που άρμεγε την αγελάδα.

Οι σκέψεις του Κάρτερ έγιναν τώρα ρεμβασμοί· οι ρεμβασμοί έγιναν οραματισμοί και οι οραματισμοί, εκστατικαί ενατενίσεις.

Θα ημπορούσε να γίνει γεωργός. Θα ημπορούσε να προσθέσει και τούτη την ωραία κόρη στη συλλογή των άλλων συζύγων του. Θα ημπορούσε να γίνει σιγά-σιγά μεγαλογαιοκτήμων, συγχρόνως, απόστολος του Μορμονισμού εις όλον τον κόσμον, και, τέλος, θα ημπορούσε να γίνει κάλλιστα και πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών… Διατί όχι; Μήπως και ο Αβραάμ Λίνκολν δε ήτο και αυτός, κατ’ αρχάς, ένας απλούστατος άνθρωπος;

Αλλά διατί έλεγε «θα ημπορούσα να γίνω τούτο ή εκείνο»; Ήτο ήδη όλα αυτά. Η νεάνις που άρμεγε τις αγελάδες έγινε και αυτή γυναίκα του, σύζυγός του. Η ημέρα ήτο θεσπεσία. Οι αγροί ήσαν χλοεροί. Τα πάντα ήσαν χαρμόσυνα. Ήτο μεγάλος ο Θεός και θαυμαστά τα έργα του!

«Ιερουσαλήμ! Ιερουσαλήμ! Αγαπημένη πόλις!» ανέκραξε με πάθος ο μορμόνος, ορθούμενος στα πόδια του. «Θα ’ρθουν νέοι καιροί! Θα ’ρθουν νέοι προφήται! Θα ’ρθω εγώ, ο Δανιήλ, να σε ανακηρύξω, ω Νέα Ιερουσαλήμ, πρωτεύουσα όλου του κόσμου, μες στην καρδιά της Ιούτα, στις όχθες της ωραίας λίμνης!»

Με αυτήν την επίκλησιν, ο πυρρόξανθος μορμόνος προχώρησε προς την νεάνιδα, που ακόμη άρμεγε τις αγελάδες. Ήτο πανίσχυρος και δοξασμένος. Ήτο πανίσχυρος και αναμορφωτής της Οικουμένης…

Αυτός που ψάρευε στην ακρολιμνιά, κοντά του, κούνησε το κεφάλι του και εσκέφθη: «Και άλλος τρελός… Ο κόσμος παρεφρόνησε». Η νεάνις, βλέπουσα ότι την επλησίαζε αποφασιστικά ο εκστατικός ανήρ, εγκατέλειψε τις αγελάδες και εκλείσθη στο σπίτι της.

Αλλά ο Δανιήλ, δεν απεγοητεύθη. Ήτο ο μορμόνος Κάρτερ, ο μέγας εραστής και αναμορφωτής του Κόσμου. Την ίδια μέρα, έκτισε μια πρόχειρη καλύβα, με φύλλα και κλαριά, και εγκατεστάθη εκεί, στις όχθες της Αλμυράς λίμνης, στα κράσπεδα της Νέας Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας από μακριά τον έρωτά του εις την κόρην και συνεχώς πλουτίζοντας τα οράματά του.

Την τρίτη ημέρα κατόρθωσε να πλησιάσει την νεάνιδα. Την πέμπτην ημέρα την ενυμφεύθη. Την έκτην ημέρα —ίσως επειδή η κόρη αυτή ήτο η έκτη σύζυγός του— θυμήθηκε ότι τον επερίμεναν οι άλλες, η Πηνελόπη, η Τζωρτζιάνα, η Αικατερίνη, η Ρουθ και η Ελένη. Πήρε λοιπόν την Καρολίνα —έτσι ελέγετο η νέα του γυναίκα— έβαλε φωτιά στην πρόχειρη καλύβα και επέστρεψε στο σπίτι του με άγχος.

Τί είχαν γίνει οι άλλες του γυναίκες; Μήπως φύγανε; Μήπως πέθαναν; Μήπως ψωμοζητούσανε στους δρόμους, ενώ αυτός τελούσε τους γάμους;

Αδόκητον θέαμα τον επερίμενε εκεί. Δύο ζωέμποροι, ένας αργυραμοιβός, ένας διευθυντής κέντρου χαρτοπαιξίας και ένας χυδαίος δημεγέρτης, είχαν εγκατασταθεί στο σπίτι του, και, έχοντες μετατρέψει τις πέντε γυναίκες του σε παλλακίδες, ετέρποντο μαζί των, για ένα κομμάτι ψωμί… Και αυτός που ήρχετο από την λίμνην, με την νέαν σύζυγον εις το πλευρόν του, για να αναγγέλει χαρούμενος, ότι είχε φθάσει νέα εποχή, ότι απεφάσισε να εργασθεί, στεκόταν εκεί σαν κερατάς, στην πόρτα του σπιτιού του.

Τότε μέσα στα σπλάχνα του Δανιήλ, εξύπνησε αιφνιδίως το αίμα των παλαιών μεταναστών, το αίμα των πουριτανών τυχοδιωκτών και έλαμψε εμπρός στα μάτια του η ωραία μορφή του αρχιμορμόνου Ιωσήφ Σμιθ και ο Δανιήλ Κάρτερ έγινα διαμιάς άνθρωπος δράσεως. Ανασπών εν ριπή οφθαλμού από τας θήκας των δύο εξάσφαιρα περίστροφα (τύπου Σμιθ Ουάσσον), τράβηξε δύο πιστολιές εις τον αέρα. Οι πέντε μνηστήρες ετράπησαν εις φυγήν, σπεύδοντες προς το ανοικτό παράθυρο του δωματίου, ενώ οι γυναίκες, έντρομες, συμπλέκουσαι τα χέρια των, τα τέντωναν ικετευτικά προς τον σύζυγόν των.

Αλλά ο Δανιήλ δεν είχεν σκοπόν να αφήση τους πέντε άνδρας να φύγουν ατιμωρητί, και εκστομίζων τρομεράς βλασφημίας, επάτησε κατ’ επανάληψιν τας σκανδάλας των δύο περιστρόφων του. Οι μνηστήρες, ο εις μετά τον άλλον, κατεκρημνίζοντο κακήν κακώς από το παράθυρον, και έπιπταν επί της χλόης, με μιαν ή δυο σφαίρας εις τους γλουτούς, ενώ οι έξι γυναίκες του μορμόνου, έπεφταν γονατιστές στα πόδια του και τα φιλούσαν.

Μετά εν έτος, ο Δανιήλ έγινε έμπορος αγρίων ίππων. Μετά δύο έτη, έγινε δήμαρχος της Salt Lake City, και μετά πέντε έτη, εις τας προθήκας όλων των βιβλιοπωλείων της Νέας Ιερουσαλήμ, ενεφανίζετο ένα χονδρό βιβλίον με όνομα και τίτλον:

ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΡΤΕΡ

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΩΣ

Ή

Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΜΟΡΜΟΝΩΝ