Σήμερα συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατό του (14/9/1960)

 

 

[…]

Η Μήδεια. Δεν υπάρχει διεισδυτικότερη κι οριστικότερη ανάλυση του γυναικείου ερωτικού προβλήματος. Ο Ευριπίδης είπε την τελευταία λέξη. Είχε αποστηθίσει όλη την τραγωδία από τον πρώτο ώς το στερνό στίχο. Όταν η ώρα του φροντιστηρίου κόντευε στο τέλος, ο καθηγητής έκλεινε τα βιβλία κι έλεγε:

— Και τώρα, η δεσποινίς Μπαρέ θα μας απαγγείλει Μήδεια.

Σηκωνόταν όρθια κι απάγγελλε στάσιμα και χορικά, χρωματίζοντάς τα μ’ έκφραση παθητική.

Ο καθηγητής κουνούσε το κεφάλι με θαυμασμό:

— Εἰ μή τῇ Καλλιόπῃ ἐμαθήτευσας, Μελπομένην προσῆκε σοι ὑπηρετεῖν.

— Τῇ προρρήσει σου σφάλλεις, ὦ ἀγαθέ. Θάλειαν καί Τερψιχόρην προσήκει μοι λατρεύειν· καί μουσικαῖς αἰθούσαις κόρδακα ὀρχουμένη, ἄνδρας ἐρεθίζειν καί πορνείαν ἐκδίδεσθαι.

Ο καθηγητής σιωπούσε και την κοίταζε με τα πανέξυπνα μάτια του. Οι συμφοιτητές της όμως γελούσαν, γιατί ήξεραν την ακλόνητη αρετή της — δεν είχε ακουστεί ποτέ, το παραμικρό.

«Η Μήδεια μου γίνηκε πάθος. Η γυναίκα, που από ερωτική ζήλια σκοτώνει τα παιδιά της, είναι ψυχοπαθής; Νά, το ερώτημα που με τυράννησε… Όχι, δεν είναι ψυχοπαθής. Αν ήταν, δεν θα ενέπνεε τη μεγαλοφυΐα του Ευριπίδη, που δεν αναζητάει ποτέ τα θέματα των τραγωδιών του στον κύκλο της νοσηρότητας. Η Μήδεια είναι ο φυσιολογικός άνθρωπος, που το ερωτικό πάθος τού συσκοτίζει το λογικό, όπως στον κάθε φυσιολογικό άνθρωπο. Κατ’ αντιδιαστολήν συμπέρασμα: ο άνθρωπος που δεν μπορεί να νιώσει ένα τέτοιο πάθος, δεν είναι φυσιολογικός.»

Σήμερα, ύστερ’ απ’ όσα γίνηκαν, η έξαλλη εκείνη εγκεφαλική της σύλληψη την κάνει να εξοργίζεται με τον εαυτό της. Όπως ακριβώς αφηνίασαν οι δεκαοχτώ καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής, όταν τους ανέπτυξε αυτήν την ανόητη θεωρία επιστημονικά διατυπωμένη. Λύσσαξαν, ούρλιαξαν. Αλλά δεν μπόρεσαν να της αρνηθούν τον τίτλο του διδάκτορα.

[…]

Για δεύτερη φορά, μέσα στην ίδια μέρα, έκλεισε τα μάτια. Ένα τέτοιο φως ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Η καρδιά της σκίρτησε: «Ποιο ριζικό με περιμένει, κάτω από αυτό το φως; Τι βέλη φυλάει στη φαρέτρα του ο Φοίβος για μένα;»

Ο Γιάννης απλώνει το χέρι, αριστερά:

— Βλέπεις αυτό το κατάξερο νησί; Είναι η Δήλος. Καινούριο φως αδυσώπητο πληγώνει τα μάτια της. Δεν είναι νησί αυτό. Είναι ο ίδιος ο ήλιος, μισοβουλιαγμένος στα νερά της θάλασσας. Πάνω στην ηλιακή του ύλη η θνητή γυναίκα γέννησε το θεό του Ήλιου, που τον φύτεψε στα σπλάχνα της ο αχτινοβόλος σπόρος του Δία, του Λαμπερού. Πάλι σπαρτάρησε η καρδιά της. «Απόλλων! Φοίβε! Δείξου ίλεως! Δείξου!». Έμεινε ακίνητη· περίμενε την απόκριση του θεού. Άκουσε το μελτέμι να δονίζει ηχηρά τα σκοινιά των άρμπουρων, ωσάν τεράστια, υπερκόσμια δάχτυλα να έκρουγαν τις χορδές λύρας ιωνικής. Έσκυψε το κεφάλι: «΄Αλλοι θεοί κυβερνούν, τώρα, το ριζικό μου. Οι θεοί που δοκίμασαν σκληρά τη Μήδεια, την Κλυταιμνήστρα, την Ιοκάστη, τη Φαίδρα. Οι θεοί που θ’ απέστρεφαν το υπέροχο βλέμμα τους με περιφρόνηση από την κοινότοπη, τη χυδαία περίπτωση μιας Έμμας Μποβαρύ. Πρέπει να χαλυβδώσω την καρδιά μου· να εξυψώσω την ψυχή μου και τα πάθη της. Πρέπει να είμαι έτοιμη, ώς το στερνό κύτταρό μου. Έχω ν’ αναμετρηθώ με θεούς πανέμορφους, πανέξυπνους, πανύψιστους και φοβερούς. Με τους θεούς της Ελλάδας.»

[…]