Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες

 

Τὸ βράδυ, μαζεύεις ξύλα γιὰ τὸ τζάκι.

Καὶ τὸ πρωί, ἃ τὸ πρωί, τί πικρὴ ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ
ὅλο μὲ τὶς στάχτες.

`

*
Η μνήμη παλιώνει

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

Γελάς. Δύο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
Πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλεια γκρεμίζει.

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Κι όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.

`

*

Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.

Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι

χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε, άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,

ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…

Άλλαξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,

πράγματα διάφορα συνέβησαν,

χαθήκαμε με τον αδελφό μου,

μάθαμε πώς πέθανε και ο πατέρας…

 

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή

που εκείνος δεν έζησε.

`

*
Στή μάντρα τοῦ ἀσύλου
Καθόμασταν μιά Κυριακή στήν ἀντηλιά τῆς μάντρας τοῦ ἀσύλου
ὥσπου ξάφνου σηκώθηκε ἕνας καί εἶπε: «νά μᾶς πεῖς γιά ἐκείνη».
Καί ἐγώ πῆρα τό λόγο καί ἄρχισα: «σπίτι ἐξοχικό ἡ ψυχή της,
τό χειμώνα, ὅπου ἔβλεπες κάθε πρωί τά πορτοκάλια στήν αὐλή
καί ἔλεγες κάποιος θά ἔρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θά τά κόβουν αὐτά τά δέντρα.
Ἄνοιξα τότε καί μπῆκα. Πυροβολεῖα ἐγκαταλειμμένα στά βουνά
ἀπό μιάν ἄλλη κατοχή συνάντησα,
νεκροταφεῖα στήν πτέρυγα τῶν μωρῶν μέ λαμπαδίτσες τοῦ Πάσχα
καί μικρά στέφανα ἀπό λευκές καί ρόζ λεμονίτσες.
Καί περνοῦσεν ὁ καιρός
Κοινωνώντας πάντα μόνος τή βαθιά μοναξιά της
ὅπως τά θηρία τό νερό στή δική τους πηγή
ὥσπου μετά ἀπό χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
Ὅλοι γελοῦσαν σέ ἐκεῖνο τό θλιμμένο πανηγύρι,
καί αὐτός ὁ πατέρας της διαρκῶς ἔπλενε τά χέρια του
πρίν παραδώσει τή σφαγμένη θέλησή της
στό μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα τῶν ἐπιθυμιῶν.
Ἔμεινα ἀπό τή γωνία νά τήν κοιτάζω.
Ἦταν σφαγμένη, μέ τό στῆθος γυμνό καί τά μαλλιά της λυμένα.
Ὡραιοτάτη κοιμωμένη γιά τόν τάφο της, φώναξα,
στόν ἄλλο κόσμο θέλω νά γίνω ποτάμι καί αὐτή πηγή,
ὁ σκοτεινός Ἀλφειός καί ἡ μακρυνή Ἀρέθουσα,
γιά νά σμίγουν τά νερά μας κάπου στά βάθη τῆς θάλασσας.
Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πιά. Τήν ἄνοιξη μόνο
στά φωτεινά μου διαλείμματα ἀμυδρά τή θυμοῦμαι».
Καί μελαγχόλησαν ὅλοι μετά τήν ἀφήγησή μου αὐτή,
καί κανένας δέν μίλησε.
Τό σούρουπο μόνο ἐκεῖ πού πάλευε ὁ ἥλιος μέ τή νύχτα
μοῦ φώναξε ἕνας: «περνάει στόν ὁρίζοντα ἐκείνη πού μᾶς ἔλεγες».
Γύρισα καί κοίταξα πέρα μακριά. Καραβάνι περνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι
γέροντες καί νέοι τοῦ περασμένου κόσμου. μέ παλτά. Σκισμένοι.
Μέ μιά κομμένη ζώνη στή μέση. Ἐξομοιωμένοι.
Καί στό τέλος ἐσύ. Μόνη.
Μέ τό ραβδί ἀνιχνεύοντας τό δρόμο, ὅπως οἱ τυφλοί.

`

*********************************************************************************

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΒΔΟΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ – 1968
1. ΕΡΩΤΙΚΟ
Η ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΟΥΡΟΣ 1973
2. ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΖΗΤΗΣΩ
Η ΘΛΙΨΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΑΣΤΙΟΥ
ΚΕΔΡΟΣ 1976
3. ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
4. ΥΠΟΤΑΓΗ
5. ΚΑΘΩΣ ΘΑ ΦΕΥΓΕΙΣ
ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ
ΤΡΑΜ 1979
6. ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
7. ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΜΑΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
8. ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΜΑΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 2
9. ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ
10. Ο ΞΕΝΟΣ
11. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
12. Η ΜΠΑΝΤΑ
13. ΕΠΙΚΟ
14. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
15. ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΝΑΥΑΓΙΟ
16. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ
17. Ο ΚΛΕΦΤΗ Η ΚΑΦΕΝΕΙΟ
18. Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΩΝΕΙ
19. ΑΣ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ
20. ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
21. ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ
22. Η ΜΑΡΙΑ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ
ΥΑΚΙΝΘΟΣ 1987
23. ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟ 1960
24. ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
25. ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ
26. ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΙΚΤΗ ΤΗΣ ΑΕΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΔΙΖΟΓΛΟΥ
27. ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΝΔΗ – ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
ΜΗ ΣΚΕΠΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
ΚΕΔΡΟΣ 1998
28. Η ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΕΝ ΕΟΡΤΗ
29. ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΠΑΖΩΝ 1
30. ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΠΕΖΩΝ 8
31. ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΠΕΖΩΝ 12
32. ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΠΕΖΩΝ 15
33. Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ
34. ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ
. 35. ΑΛΚΗΣΤΙΣ
. 36. ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ 2
37.ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ 3