Άνεμος φύσηξε, βουνίσιος

κατέβηκε από τις πετρωμένες όχθες των ποταμών

μερωμένος στη θάλασσα

μα ξεγελάστηκε κι αυτός και σκόνταψε στο ίδιο αδιέξοδο

πριν μανιασμένος γυρίσει πίσω

ξεσπώντας την οργή του στα πρωινά γιασεμιά του φράχτη

στο λευκό πουκάμισο της απλώστρας στην ταράτσα

στην κληματαριά του παππού

και στην ξύλινη υδρόγειο στο μεγάλο τραπέζι.

 

Οι σφιχτές αγκαλιές, τα πλεγμένα χέρια, τα φιλιά, βρήκαν τέλος

τα δευτερόλεπτα του αποχωρισμού,

ένας μικρός θάνατος που κρύβεις από όλους,

για να κρατήσεις λίγο από τις εικόνες, λίγο από τις ανάσες

λίγο από τα δάκρυα

γητεύεις με τ’ αλάτι στα βλέφαρα, το πολύ από το λίγο της ζωής.

 

Συντριμμένη μα όρθια πίσω από τα ιερά σου κάστρα

θα συντάξεις το πρώτο γράμμα,

συνειδητά εντελώς ανορθόγραφα, θα μπερδεύεις τάχα μου

τη «λύπη» , με το «λείπει» , τα «μήλα», με το «μίλα»,

θα γκρεμίζεις «τύχη» για να χτίσεις «τείχη»

να φυλάξεις το σπόρο σου από τις σύντομες ζωές

πριν ο «ίσος» ανάμεσα στους πρώτους γίνει «ίσως ο τελευταίος…»

 

Δεν είναι ταξίδι μιας μέρας αυτό,

όχι, σε άνυδρο μέλλον πηγαίνεις και φοβάμαι,

ένα πτυχίο ανοίγει μεγάλες αποστάσεις

και προδοσίες  πολλές φορές.

φοβάμαι παιδί μου,

φοβάμαι πως ξέφτισε περισσότερο η αγάπη

λιγοστεύουν εκείνοι που στα μάτια σε κοιτάζουν

εκείνοι που σιχαίνονται το ψέμα

χωρίς να λογαριάζουν τα βερεσέδια της ζωής.

 

Μπροστά στην τιμή καινούριες αναπάντεχες σιωπές

και το παράπονο, μάνα είμαι,

αυλακώνουν οι ρυτίδες το μέτωπο και τα χέρια τα πρόωρα γερασμένα,

μάνα είμαι, τώρα μόνο αυτό στοχάζομαι, μάνα,

στάζει από τα μάτια το δάκρυ

πρώτα σ’ αυτά τα χέρια που σε κράτησαν κι ύστερα στη ζύμη

αυτή που προορίζεται να γίνει ψωμί,

να φιλέψει τη μνήμη,

τώρα που εκείνοι που έφυγαν δεν βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν

τώρα που μετρώ τις ώρες, τις μέρες, τις νύχτες,

την αγωνία σπιθαμή προς σπιθαμή

πότε στο κεντημένο τραπεζομάντηλο

και πότε στο λευκό κατωσέντονο.

 

Φιλόξενη η αλμύρα και γνώριμη στα πονεμένα βλέμματα

τη συναντάς κάθε μέρα, στα λιμάνια, στους σταθμούς των τραίνων,

στ’ αεροδρόμια, φυγάδες τα νιάτα

ερημώνει η χώρα που τα γέννησε,

για να χλευάζει η ψεύτρα του παρωχημένου μεγαλείου Ευρώπη

και να καγχάζειη δήθεν της ελευθερίας, Νέα Γη

και προσπερνά η ζωή και χάνεται

και βουλιάζει από φτώχεια ο κόσμος στην άβυσσο.

 

Οι δικές σου σκέψεις στρατευμένες στον κίνδυνο,

αυτόν που δεν αποτελεί πια πρωτοσέλιδο,

εσύ Κατερίνα, Καλλιόπη, Χαρίκλεια, Πολύμνια,

εσύ η μάνα, ακούς τις μεταγλωττισμένες σειρήνες

και τις κούφιες ωδές στο κέρδος,

βλέπεις την κατάρρευση του αιώνα και τις οξειδωμένες συνειδήσεις,

σκύβεις στην έρημη ακτή

μαζεύοντας ένα ένα τα σκορπισμένα φτερά των αγγέλων

με την όραση ασκημένη στις μάχες που ξοδεύτηκες

αγιάζοντας τους εφιάλτες

για να είσαι μάνα…

 

Μαζεύεις το λευκό βαμβάκι στον κάμπο

και τις λέξεις, εκείνες τις σπαρακτικές που έμειναν αθέριστες στη ρίζα

μυρμηγκιάζει η καρδιά στο στήθος κι όμως αντέχεις

ανεβαίνει ο κόμπος στο λαιμό μα δεν πνίγεσαι,

εσύ Ευρυδίκη, Μαρίνα, Αντιγόνη, Γιολάντα,

είσαι γεννημένη για να είσαι μάνα

γι’ αυτό στην αρχέγονη γλώσσα θα βρεις ένα τραγούδι,

μάνα, εσύ για το ανέλπιστο ικανή.

 

Σε ποια ασημένια αστροφεγγιά να περπατήσουν δε ρωτούν

αρχόντισσα του πόνου,

μήτε ονειρεύονται, τ’ αγόρια που λογαριάζονται άντρες

και τα κορίτσια που έγιναν γυναίκες,

τα παιδιά που γέμιζαν χαρά τις Κυριακές σου στο τραπέζι

τα παιδιά σου παίρνουν τους δρόμους για άλλες ξενιτιές,

να ζήσουν λένε,

ή να ναυαγήσουν, το σκέφτεσαι μα δεν το λες

δαγκώνεις τη γλώσσα

εσένα στην καρδιά σου μάγισσα νύχτα κουρνιάζει

τώρα ακόμη και ο ασβέστης στην παλιά σοφίτα

πιο οικείος καθώς κιτρινίζει,

αγαπιέται πριν ξεψυχήσουν τα γέλια,

πριν η πίκρα απαρνηθεί τον ξένο κόσμο

και γίνει δική σου γειτονιά.

 

Έμεινες μόνη σωριασμένη από την κούραση

βουλιάζεις στο τριμμένο βελούδο του καναπέ,

κλείνεσαι ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους

η απελπισία σε παραμορφώνει

τόσο που δεν αναγνωρίζεις το χαμόγελό σου στον καθρέφτη,

ο καθρέφτης φταίει, παραμιλάς, παρηγοριέσαι

Αύριο, θ’ αναγνωρίσεις τη μορφή σου στα μάτια του,

Αύριο, θα νιώσεις τη μυρωδιά του στις αποσκευές

Αύριο, θ’ ανάψεις το παλιό λυχνάρι…

 

Χαϊδεύεις ευλαβικά κορνιζωμένες φωτογραφίες

καθαρίζεις μπιμπελό, βιβλία και αντικείμενα

θαρρείς να μην πιάσουν σκόνη οι αναμνήσεις σου

να μη σκουριάσουν οι φωνές που αγάπησες

να μη χαθούν οι πρώτες συλλαβές

αυτές που έγιναν τόσο γρήγορα αθώες λέξεις πριν γίνουν αντίο.

 

Το ξέρεις, είναι προφανές,

ένα σ’ αγαπώ μαμά και μια παιδική ζωγραφιά

δεν μειώνουν την απόσταση.

 

Σκοτεινιάζει, ανοίγεις το μεγάλο παράθυρο στη σάλα

ανάσα βαριά,

κοιτάζεις, γερμένα τα δέντρα στο δρόμο, πυκνές φυλλωσιές,

γερνούν μαζί σου, κοντά σου απλώνουν τα κλαδιά

κι εσύ τα χέρια ζητιανεύοντας ένα άγγιγμα.

 

Προσποιείσαι την ξέγνοιαστη μα δεν είσαι,

δε γυρεύεις πια το πρόσωπο του θεού στον ουρανό

μήτε τον ουρανό γυρεύεις κι ας ανατέλλει

όπως τότε το ίδιο φεγγάρι

εκείνο που έλεγες πως σπέρνει φως στα πεπρωμένα των παιδιών,

εκείνο που έλεγες πως κρύβει σπίθες στη μέσα τσέπη του ονείρου.

Και να που τ’ όνειρο φέρνει γύρους στην καρδιά σου

πότε πληγή βαθιά και πότε γρίφος

με το σημάδι της αθωότητας στο βλέμμα.

 

Απλώθηκε ο φόβος σαν γκρίζο τρίχωμα γύρω σου

χέρσα η νύχτα κι ας ανάβουν μικρά φώτα στην πλατεία

τ’ ανίσκιωτα μπαλκόνια ερήμωσαν

και οι κουβέντες από παράθυρο σε παράθυρο

θαρρείς πως τιμωρούνται πια,

εξαιρείται το γεράνι που φύτρωσε δίχως να ρωτήσει

ερήμην τους κορτάρει μια ψιχάλα κι ένα αστέρι

εκεί στη ρωγμή του τοίχου αντιστέκεται, η ρίζα στην πέτρα

έφεση στην ειρωνεία του φόβου.

 

Είναι λες καιδιαγράφουν την ελπίδα από τα λεξικά

άκρως επικίνδυνη για τις ισορροπίες

ενός επικίνδυνα ανισόρροπου κόσμου,

κι εσύ πεισμώνεις πιο πολύ, κυρίως το πρωί

όταν πετάγεσαι ζαλισμένη από το κρεβάτι

και τρέχεις μοναχή, ξυπόλητη σε άδυτη διαδρομή της ψυχής,

αυτή που τελειώνει στην κουζίνα

ανοίγοντας πρώτα το ραδιόφωνο και μετά τη βρύση

χωρίς να ζεστάνεις ούτε και σήμερα το γάλα του.

 

Στάζει η βρύση, πάνε πολλά χρόνια από τότε που το πρόσεξες,

στάζει παράπονα, με μια σεμνότητα μοναδική

στάλα τη στάλα μετρά τις στιγμές, τα γεγονότα, τις παρουσίες

για ν’ αγαπιέται κόντρα στο χρόνο,

τώρα παρατηρείς

τις σχεδιαστικές αποδόσεις  του νερού στο νεροχύτη

τα παλιά χαράγματα στο άσπρο μάρμαρο

θαρρείς χρονολογικά ορόσημα από τη γέννηση των παιδιών,

ανακούφιση δυο σταλαγματιές στο πρόσωπο,

όχι, ούτε και σήμερα μπορείς να πεθάνεις

όσο μετράς σταλαγματιές

εσύ είσαι ικανή για το ανέλπιστο.

 

Κρατάς φυλακτό το πρώτο τουςκλάμα, αυτό θυμάσαι,

αυτό σε κρατά,με αυτό περιμένεις

να χαμηλώσει το φως στους ώμους σου

απέναντι στον ασαφή προορισμό αψηφώντας λάθη και κούραση

και δισταγμούς και απελπισία, μπαλώνεις μ’ ένα σύννεφο τη σκέψη,

ράβεις με μεταξοκλωστή το πανωφόρι της αγάπης

κλαις στη συγκίνηση και στην ιδέα πως

Αύριο,  μια τριανταφυλλένια μήτρα θα γίνει αιτία

να κλείσει ο δικός σου κύκλος ανοίγοντας έναν καινούριο

όταν θα υπογράψει η αιωνιότητα στην ξαφνική βροχή

και το χώμα θα μυρίζει κανέλλα

θα προλάβεις άραγε τότε δυο χείλη να σε φωνάξουν Ζωή…

και μετά πιο τρυφερά να ψιθυρίσουν,

αντίο, αντίο γιαγιά μου…

Θα προλάβεις, εσύ για το ανέλπιστο ικανή.