-χώμα και νερό-

Στην αρχή είμαστε δυο ρίζες
η μία δίπλα στην άλλη
γρήγορα γινόμαστε βλαστός, ιστοί ενωμένοι
παλεύουν ν’ ανδρωθούν στο στερέωμα
Όσο ανεβαίνουμε κρατάμε το βλέμμα ταπεινό ώσπου
να ξεπροβάλλουν φύλλα και πέταλα -αναλόγως τις ρίζες-
άσπρα, κίτρινα, μωβ (τα φύλλα πάντοτε πρασινωπά)
και μεμιάς υψώνουμε ανάστημα
«Είμαι εδώ», διαλαλούμε
Στηλώνουμε τα πόδια απαιτώντας το φως
κι ούτε που λογαριάζουμε πως δίπλα μας
ξεπετιέται ο νέος βλαστός
και δεύτερος
και τρίτος
Χωρίς να καταλάβουμε το πώς ή το πότε
τα φύλλα ζαρώνουν, τα πέταλα πέφτουν καταγής, οι ιστοί σπάνε
και μόνο τότε ρίχνουμε το βλέμμα
στο τετραγωνικό χώματος που μας ανήκει
«Είμαι εδώ», όμως η φωνή δε φτάνει
Ξαπλώνουμε τότε αργά στη γη
αφουγκραζόμαστε τους ψιθύρους από τις ρίζες
που ήμασταν κάποτε
και τώρα ξέρουμε, μα δεν προφταίνουμε να το πούμε
Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει

-ον / οφ-
Κάτω από τη ζώνη του τρίτου ορόφου
κλείνω τα φώτα
βγάζω απ’ την πρίζα το ψυγείο και συνδέω τη μασημένη αισθητηριακή κεραία
Μέσα στη ναυτία του καπνισμένου μελισσιού
ακούω όλα εκείνα που δεν πρέπει να ακουστούν
Όλα όσα κρατήθηκαν στα σκοτάδια
πίσω από γέλια, γκριμάτσες, νάζια
Ακούω τον καθαρόαιμο πηχτό πυρήνα της ενοχής
την αγωνία
Είμαι άραγε βασίλισσα, εργάτρια
ή οπαδός του κηφηνισμού;
το βούισμα επιμένει
γίνεται τραχύ και απαιτεί
κι αυτό -αλήθεια- είναι κάτι το καλό

σηκώνομαι
ξαναβγάζω την πρίζα
υπενθυμίζοντας στο βούισμα πως
δεν έχει καμία θέση εδώ
Άλλωστε όλοι ξέρουν πως το μέλι
δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση

-Μάρθα Φιν-

Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
τα μαλλιά της φαίνονται σίγουρα κι
αποφασιστικά καλύπτουν το στήθος που δεν μεγάλωσε ακόμα
Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
κρατάει στα χέρια μια γλάστρα δυόσμο
“Μου το ‘χες πει” ξεφεύγουν οι λέξεις
κι επιταχύνει
Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
μισεί τον καύσωνα γιατί έκαψε το δυόσμο
μισεί το καλοκαίρι και τις ευκαιρίες του, τις έγνοιες που αναβάλει
Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
κι ο δρόμος την ξέρει
της κρατάει το χέρι
τον ακούει όποτε χρειάζεται
-σπάνια-
Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
κρατάει στα χέρια μια γλάστρα
η καρδιά βρυχάται
στον επικείμενο θάνατο
κι η Μάρθα Φιν συλλέγει από καιρό θάνατο
Η Μάρθα Φιν κατεβαίνει τον δρόμο
φτάνει στο τέρμα
μπαίνει στο πάρκο
σκάβει έναν λάκκο, θάβει το δυόσμο
τα χέρια μυρίζουν σκουριά
τα ματιά αναβλύζουνε σταχτή
Ενός λεπτού σιγή
Κι η Μάρθα Φιν ανεβαίνει το δρόμο

-Θα με λένε Μαίρη-

Παίρνω για πλοκή μια μουσική,
ένα βουητό -πιο πολύ μούγκρισμα-
ένα δόντι νεογιλό, μία τσιχλόφουσκα
και στήνω το παιχνίδι
Στο παιχνίδι κάνω τον πατέρα και κάνεις τη μητέρα
φοράς πάνω απ’ τα ρούχα ένα φουστάνι και
με μαρκαδόρους ζωγραφίζουμε στα μούτρα μου ένα παχύ
παχύ μουστάκι κι εσύ
βάφεις τα χείλια σου κόκκινα και τα μάγουλα πιο κόκκινα ακόμα.
λες: εμένα θα με λένε Μαίρη.
κοιταζόμαστε, εγώ λίγο κοκκινίζω, και γελάμε μες στα μάτια, δείχνοντας
δόντια και σκορπίζοντας δάχτυλα.
***
Τη λένε Μαίρη
Εξακολουθεί και
έχει ένα σώμα με δυο χέρια, κεφάλι, στομάχι, καρδιά
έχει φίλους, έρωτες, αγάπες
πότε πότε γιορτάζει, βαριέται, θυμώνει
άλλοτε μαλώνει, νοσταλγεί συχνά
μα πάνω απ’ όλα έχει τη νηφάλια βεβαιότητα
πως είναι μέρος του ανθρώπινου ενιαίου πυρήνα
και έχει καθήκον μέσα του ν’ ανθίζει
Κι αν δεν τα καταφέρνει πάντα
κι αν δεν της επιτρέπουν να τα καταφέρνει πάντα
ξέρει καλά πως, όπως όλοι
έτσι κι αυτή
δεν είναι περιττή

-σαν κάτι να λείπει-
αυθεντίες, απόλυτες βεβαιότητες
πίστη, ιδεολογίες
αρχές, θέσεις, φλυαρίες
κι απ’ την άλλη
οπαδοί, πιστοί, αρχηγοί, ακόλουθοι,
ειδήμονες, εξειδικευμένοι απ’ όπου κι όπου

πόσο πεθυμώ μιαν ησυχία όσο
αποδέχομαι την ημιμάθειά μου
αγκαλιάζω την αμφιβολία
συγκινούμαι από την ειλικρίνεια, το ξεβόλεμα,
την ταπεινότητα
την κατά Τριαρίδη ανθρωπινότητα

κι ύστερα είναι κι ο χρόνος
εισάγοντάς τον γνωρίζω καλά πως
όσο κι αν θέλω
όσο κι αν κρύβομαι
όσο κι αν κλέβω
όσο κι αν δικαιολογούμαι
(καλέ μου) δεν θα προλάβω