«Σε βρίσκει η ποίηση» -κάπως έτσι δέχτηκα, μέρα καλοκαιριού, με την πρωινή επίσκεψη του ταχυδρόμου, τη νέα ποιητική συλλογή της Αλεξίας Καλογεροπούλου. «Μεθεόρτια έθιμα» (24γράμματα, 2020), ο παράξενος στην αποκρυπτογράφησή του τίτλος, που εξακολουθεί να διατηρεί την κρυπτικότητά του ακόμα και μετά την ανάγνωση του ομότιτλου ποιήματος.
Μια ποιητική συλλογή που βγαίνει στο φως είναι ένα λογοτεχνικό γεγονός- σημασία δεν έχει για ποιους και πόσους αναγνώστες… Και πάντα αρθρώνει μια φωνή που –αν το επιβεβαιώσουν τα αισθητικά και τεχνικά συμφραζόμενα- θα φτάσει μέχρι την ψυχή μας, πολλαπλασιάζοντας την ένταση και τις αποχρώσεις των ήχων της… Θα έχει γίνει ποίηση δηλαδή.
Η Αλεξία Καλογεροπούλου, ταλαντούχα δημοσιογράφος, πτυχιούχος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και δραστήρια δημιουργός του Booksitting, ιστότοπου για τα βιβλία, τις τέχνες, τις ιδέες, μας προσφέρει, μετά τις Λέξεις στην άμμο (εκδ. 24γράμματα, 2019) τη δεύτερη ποιητική της συλλογή, αναστατώνοντας τις (όποιες) βεβαιότητες και επι-κρίνοντας γενναιόψυχα την παραίτησή μας.
Στημένο το σκηνικό σε μιαν αλλότρια, παράξενη -αν όχι ξένη- θεατρικότητα όπου συμβαίνουν πράγματα ερήμην, όπως στη θεατρική αιχμάλωτη μαριονέττα, και δεν απομένει δική μας παρά μονάχα «η νύχτα που ονειρευόμαστε» (σ. 27). Είναι και η επαναλαμβανόμενη -με διαφορετικό ποιητικό ένδυμα κάθε φορά- ιδέα που καταπονεί το ποιητικό υποκείμενο καθώς αναμετράται με την ελευθερία και το εγώ του. Η αίσθηση μιας αιχμαλωσίας όχι σε πρόσωπα αλλά σε πράγματα περισσότερο, σε καταστάσεις και συνθήκες-πηγές καταναγκασμών, που προσδιορίζουν την κατεύθυνση και την ουσία της δραματικότητας στη βίωση της καθημερινής ζωής.
Γιατί η Αλεξία Καλογεροπούλου εδώ σταθμεύει και «ποιεί» τους στίχους της: σε μιαν επίμοχθη, ετεροκατευθυνόμενη καθημερινότητα, πάνω στην οποία καταθέτει τη βιωμένη, στοχαστική της ματιά, μετακινώντάς μας από την πράξη στον στοχασμό γι’αυτήν. Κι απ’ αυτή τη στοχαστική εμπειρία αναδημιουργεί -ή μάλλον αναμιμνήσκεται- την ομορφιά και την ελευθερία. Και προτρεπτικά την εγκαθιστά ως μιαν οραματική πρόταση ζωής-απλής, ελεύθερης, αισθαντικής ζωής. Ποιητική διαδικασία απαιχμαλωσίας εαυτού και των άλλων θα το χαρακτηρίζαμε, συνειδητοποιώντας την κοινή στέρηση, την αποξενωμένη σχέση με τον κόσμο, τη φύση, τον άνθρωπο.
Ας ακούσουμε τη φωνή της ποιήτριας:
Επέστρεψα στο σπίτι/το παλιό/με τα βαριά τα έπιπλα/και τα άδηλα ίχνη/ανθρώπων που έζησαν εκεί/κατά πώς ήθελαν οι άλλοι… (Παλιό σπίτι, σ. 23) Οι ήχοι της πόλης με ξυπνούν/στις έξι το πρωί/για να υποδεχτώ βίαια/μια μέρα που δεν έχει καν ξημερώσει,/με πληρωμές, προθεσμίες/και ανούσιες συναντήσεις/που αναβάλλουν τη ζωή/για μιαν άλλη μέρα. (Ήχοι της πόλης (σ.10).
Και να πώς ακούσια υποκύπτει το ποιητικό υποκείμενο στη βία και στους καταναγκασμούς των πραγμάτων:
Τι μέρα κι αυτή./ Μια αστραπή,/το τρίξιμο της πόρτας ή/το κρώξιμο ενός πουλιού/ηχούν ίδια στ’αυτιά μου/που έχουν χάσει κάθε επαφή/με αυτό που είμαι. (Τι μέρα κι αυτή, σ. 19)
Παραλλαγές νοήματος πάνω στο ίδιο θέμα, που ανακινεί τώρα ως αντίδοτο άλλα βιώματα και παραδομένες μήτρες αξιών: Την καλοσύνη, την τρυφερή ρίζα της αγάπης. Και την αυθεντικότητα μιας πράξης που απαλύνει το ανθρώπινο πεπρωμένο:
Λύτρωσε ένα παιδί/από του λίκνου του/ το πεπρωμένο./Ελευθέρωσέ το/με πράξεις καλοσύνης. (Λύτρωσε ένα παιδί, σ.40)
Η Αλεξία Καλογεροπούλου ξέρει να απευθύνεται στον άλλον άνθρωπο, όπως έμαθε να απευθύνεται στον ίδιο της τον εαυτό. Με δυναμική ενσυναίσθηση, με συνειδητοποιημένη την κοινή εμπειρία που λέγεται ζωή. Μιλάει με την ήσυχη αλλά σθεναρή, αποφασιστική φωνή της σε όλα τα πρόσωπα, από το εξομολογητικό, εμπιστευτικό και εχέμυθο πρώτο πρόσωπο, περνάει στο δεύτερο, οικείο , άμεσο και ζωντανεμένο στις προτροπές και τους παραινετικούς της τόνους. Και σ’ ένα τρίτο πρόσωπο, ήσυχης, απλής αφήγησης, κοντινής στον άλλον άνθρωπο που συνοδοιπορεί μέσα στις αλλοτριωτικές του αυταπάτες ζωής και του προτείνει ό,τι η ίδια ανακάλυψε στο καλεντάρι των στοχαστικών της διαδρομών. Δεν φεύγει κανένας τη φωνή της γιατί την αποδέχεται καλοπροαίρετα και πραϋντικά. Είναι κι αυτό η γνησιότητα της επικοινωνίας που συντελείται εν σιωπή, σε μιαν αοριστία τόπου, χρόνου και προσώπων, που ωστόσο έχει ο δημιουργός εντάξει μέσα στην ξοδεμένη επίκλησή του.
Σου μιλώ με λέξεις,/όπως θα μίλαγα στον εαυτό μου/μια νύχτα χωρίς αστέρια./Όπως θα μίλαγα στον αδελφό μου,/σε πρόσωπο αγαπημένο./Μιλώ σ’εσένα,/άγνωστε θεριστή της λήθης. (Σου μιλώ με λέξεις, σ.9)
Μην ξοδεύεις τα δάκρυά σου κόρη μου./Δεν ξέρω αν αξίζει/το πρόσκαιρο, το εφήμερο/που την ευθυκρισία λαθεύει./Μην κλαις για ό,τι δεν γίνεται./δεν είναι ακόμα η ώρα./Θα δεις, θα ‘ρθει αυτό που θες./Θα καταλάβεις. (Θα καταλάβεις, σ. 45).
Συνηθίζει ο άνθρωπος/τη δυστυχία,/τη φτώχεια,/την ασχήμια,/την κλεισούρα,την καταπίεση,το γήρας,όλα τα συνηθίζει/κι όλα είναι εντάξει γι’αυτόν/όσο δεν βλέπει κάτι άλλο,/όσο τίποτα δεν τον ξυπνά/από τον λήθαργο. (Συνηθίζει ο άνθρωπος, σ. 36).
Η φωνή της Αλεξίας Καλογεροπούλου διαθέτει πολλές τονικότητες και ηχοχρώματα, όσα και τα επίπεδα των προβληματισμών της, όσα και οι μαστορικές της αληθινής της πειθούς. Από την ασυμβίβαστη συνείδηση εκρέει η συνέπεια του αυστηρού της βλέμματος, η ανένδοτη τιμιότητα της ποιητικής πράξης, αλλά και η άφατη τρυφερότητα όταν η αφή της στοργικά αγγίζει το άφθαρτο: το όνειρο, το αληθινό-έκφρασή του το παιδί. Τότε, και με την απλή εγκάρδια συνταγή της πατροπαράδοτης μητρικής στοργής -από τα φυλλοκάρδια του λαϊκού μας πολιτισμού ανάμνηση- εγκλιματίζει όμορφα στον κόσμο το άγουρο πλάσμα, με τις παραινέσεις της προς τον κουρασμένο, «πολυκαιρισμένο» κόσμο των μεγάλων…
Να τ’αγαπάς τα παιδιά/και να τα λογαριάζεις./Δεν ξέρουν να λένε ψέματα/πριν τα μάθεις εσύ…/Θέλω να σου πω,/να τ’αγαπάς τα παιδιά/και να τα σέβεσαι./Μην τα ρυπαίνεις/με τις λέξεις/και τα χνώτα σου/τα πολυκαιρισμένα./ Να τ’αγαπάς τα παιδιά,/όπως θα ήθελες να σ’αγαπούν/όταν ήσουν εσύ παιδί. (Να τ’αγαπάς τα παιδιά, σ.41).
«Κατά βάθος η ποίηση είναι μια ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο», πύκνωσε αποφθεγματικά την ποιητική αισθαντικότητα ο Βρεττάκος. Διαβάζοντας τα ποιήματα της Αλεξίας Καλογεροπούλου, τον τρόπο της να μετακινείται από τον εαυτό της στους άλλους ακόμα κι όταν το πρώτο πρόσωπο τη στήνει πρωταγωνίστρια, είδα αυτό το ανεξάντλητο φορτίο με τις τοξίνες του καιρού της, που αδειάζει πάνω στους ανθρώπους-αιχμαλωτισμένους στους ρύπους του. Με τις διαρκείς μετακινήσεις της μέσα στο χρόνο -τον περασμένο, τον παροντικό και τον μέλλοντα-, πότε με τη μνήμη, πότε με την εμπειρία κι άλλοτε με τη διαίσθηση βρίσκει τον ωφέλιμο, στοχαστικό, ιδιωτικό της χρόνο για ν’ αναμετρηθεί με την αντίστιξη αληθινό-κίβδηλο: μ’ αυτό που πράττουμε και με το άλλο –το ουσιώδες, το ακίνητο στην αξία του- που μας εκφεύγει. Και η ποιήτρια μας σφυρίζει την προτροπή:
…Όταν η αξιοπρέπεια έχει χαθεί,/όταν η μνήμη σου έχει κορεστεί,/όταν δεν μπορείς πια/να χαράξεις ούτε μια λέξη,/τότε να φεύγεις. (Να φεύγεις, σ.12-13).
Ζει τον κόσμο της, μετέχει στον κόσμο της, «υλοποιεί» τη ζωή της μέσα στις δίνες του η νεαρή, κι όμως τόσο ώριμη, ποιήτρια. Στον κόσμο της ταχύτητας, της βίας, της τεχνολογίας- της αποπλανητικής της γοητείας. Ακολουθεί κι αυτή τον ρυθμό του αιώνα-έτσι λειτουργεί η επιβίωση στην καθημερινή ροή των πραγμάτων. Όμως δεν παρασύρεται. κρατάει τη διαύγεια της κρίσης και του στοχασμού της. Έχει την παρρησία να καταγγέλλει τον κόσμο της, να διεισδύει σ’ αυτόν και με τα ίδια πλήκτρα του ηλεκτρονικού της πληκτρολόγιου, που χτυπάει τον ημερήσιο μόχθο, να χτυπάει και το πραγματικό, αφτιασίδωτο πρόσωπο του κόσμου της.
Πιστεύει ωστόσο στην άνοιξη. Στη φυσική της επιστροφή, την αναζωογονητική της πνοή-με όλους τους αξιακούς και μετα-φυσικούς της συμβολισμούς. Κι εκεί, στη φαινομένη αυθορμησία της πράξης της, σταματά για να συνθέσει το άφθαρτο, καθαρό, ανέγγιχτο όραμά της για τη ζωή: Μια ανάσα…
Κόντρα σε όσα γίνονται,/στη στρεβλή ματιά,/στην άδεια αγκαλιά, στην άνιση μάχη της ζωής και του θανάτου,/άλλη επιλογή δεν φαίνεται να έχεις./Ανάπνεε, όπως ο άνεμος που όλα τα θερίζει./Ανάπνεε στην ίδια την πλωτή στεριά της νόησης./Ανάπνεε σαν να μην ένιωσες ποτέ ξανά τον αέρα…/Σαν να μην πρόλαβες να δεις αυτό που όλοι βλέπουν. Σαν να’τανε αυτή η τελευταία σου ανάσα./Αυτή./Αρχή και τέλος./Ανάπνεε. (Ανάπνεε, σ.62).
Και για τη φετινή (του 2020) άρρωστη, κλειστοφοβική άνοιξη οι στίχοι της-ένα τραύμα, αίσθηση πένθους για την ανθοφορία που δεν θα δούμε. Μαζί με μια λυρική, τρυφερή ερωτική φαντασίωση για το μετά: πόσο λυρική και τρυφερή απλότητα!
Όταν τελειώσει όλο αυτό/θα σε πάρω απ’το χέρι/να περπατήσουμε στην Αρεοπαγίτου/να σταματήσουμε κάτω απ’την Ακρόπολη/για ένα ποτήρι λευκό κρασί…/Κι έπειτα εκεί, στο Σούνιο,/γυμνοί θα βυθιστούμε στο νερό,/ίαμα ηδύ στον Ποσειδώνα…(Όταν τελειώσει όλο αυτό, σ. 66-67).
Πώς γράφονται τα ποιήματα της Αλεξίας; Πώς η ίδια εγχαράσσει στην εξομολογητική της ποιητική αυτά τα ψυχικά κεκρυμμένα, τους πόνους της δημιουργίας; Εφτά σελίδες μέτρησα,/εφτά πέπλα της σκέψης,/σε νύχτες άγρυπνες/μ’ένα λευκό χαρτί/κι ένα φθηνό στιλό στο χέρι. (Λευκό χαρτί, σ. 14) και: Τα ποιήματα εντός μου (σ. 15): Τα ποιήματα/που ακόμα δεν έγραψα, εντός μου βρίσκονται/σαν την πέτρα/που περιμένει τον γλύπτη/να τη λαξεύσει.
Ποιοι είναι οι αποδέκτες της ποίησης της Αλεξίας Καλογεροπούλου; Σε ποιους επιλεκτικά -αν όχι στον καθένα- απευθύνεται ο κοινωνικά καταγγελτικός, ειρωνικός άλλοτε, αισιόδοξος ωστόσο λόγος της; Τους επικαλείται: τον «άγνωστο θεριστή της λήθης» και τον «νωθρό υπηρέτη της επανάστασης», την «κόρη μου», κάτι σαν εγερτήριο, σαν ξύπνημα μέσα στη γενική νωθρότητα και παραίτηση κι έπειτα σαν τρυφερό κρεσέντο άφατης στοργικής προστατευτικότητας και μύησης στα του κόσμου: Μιλώ σ’εσένα,/άγνωστε θεριστή της λήθης. (Σου μιλώ με λέξεις, σ.9). και «Της επανάστασης, /νωθρέ υπηρέτη,/…» (Επανάσταση, σ. 32). Κράτα το χέρι μου, κόρη μου./Θα έρθουν μέρες και ώρες,/χειμώνες και άνοιξες πολλές…/ (Κράτα το χέρι μου, σ. 44).
Ήθος ζωής όρθιας, αδούλωτης απ’ ό,τι μας πολιορκεί αθέατα και διαβρωτικά, απ’ ό,τι ευτελίζει την ύπαρξή μας στην καθημερινή τριβή με τα πράγματα, που αυταρχικά επισκιάζουν τα ουσιώδη και τα όμορφα της ζωής: να η συγκομιδή από την ποίηση της Αλεξίας. Νεανικό σφρίγος, καθαρή κριτική ματιά, συνείδηση υγιής εμποτισμένη με δύναμη αντίστασης -η σκέψη είναι αέναη πηγή αντίστασης-, χωρίς μεμψιμοιρίες και παραίτηση ή ανέξοδη πνιγηρή μελαγχολία, αναζητά και προτείνει ένα δρόμο απόδρασης, έναν θεό (ένα νόημα) ίσως για να του αποθέσει, να του αποθέσει ο καθένας τις ευχές και τις αγωνίες, τις ελπίδες και τους πόνους του-υποθήκες από το ατέρμον ταξίδι του ανθρώπου καθώς διασχίζει τους αιώνες. (Παρηγοριά, σ.70).
Όσο για την ίδια την ποιήτρια, η πιο γνήσια παραμυθία είναι αυτό που είχε νιώσει ο Παλαμάς-υπό άλλες συνθήκες- για τον εαυτό του, για τον ποιητή:

Μέσα στο στίχο λυτρώνομαι από ό,τι με πνίγει στη ζωή./
Κερδίζω από την τέχνη ό,τι χάνω από τα πράγματα.

Ευχόμαστε στην ποιήτρια Αλεξία Καλογεροπούλου εσαεί την αυθεντική παραμυθία της τέχνης της και στους αναγνώστες της την ήσυχη ανησυχία της φωνής της…
*Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι φιλόλογος, συγγραφέας και ποιήτρια, διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Κύκλου Ποιητών.