Βανίλια υποβρύχιο

Σε μια βανίλια υποβρύχιο κρύβομαι κατά καιρούς,
σε διάφανο ποτήρι με κουτάλι βυθίζομαι
στα χείλη της γιαγιάς μου να ξαναβρεθώ
μέσα στα ηλιόλουστα αμπέλια της Ζακύνθου.
Κρύσταλλο το νερό της στέρνας με δροσίζει
καθώς ακούω τον μελιστάλαχτό της λόγο
όπως καλωσόριζε τον μουσαφίρη με το γάιδαρο του
και κίναγε να του ψήσει έναν καφέ.
Νιώθω πάλι τη χαρά στην ανταπόδοση του φίλου,
τα νέα του χωριού στην νηνεμία απολαμβάνω
και αφήνομαι στα χάδια του καλοκαιριού
χαζεύοντας μια σαύρα επάνω στο πεζούλι.
Ν’ακούσω λαχταρώ μια προσευχή το μεσημέρι
ψιθυριστή σε τραπέζι αγαπημένων,
τραπεζομάντηλο έγινε πάλι η θύμηση
ενώ μια πρόποση ξορκίζει όσα δεν ήθελα να έρθουν.
Σε μια βανίλια υποβρύχιο κρύφτηκα κι απόψε
στο βάθος τούτο επέλεξα εγώ να ζω
παρέα με τον παιδικό μου εαυτό
να συνδιαλέγομαι και σαν μεγάλη τώρα να του γελώ.

Λαμπρινή

Χάρτινες οι παιδικές μας αναμνήσεις
κι εσύ κέντημα σε κάθε μπλούζα εφηβική,
χαμόγελα που μαρτυρούν πως δυνατά αγαπηθήκαμε
αφού από χαρά δική μου δεν έλειψες ποτέ.
Η αγκαλιά σου πατρίδα που με καρτερούσε,
στην ξενιτειά λαχτάρα να σε αντικρίσω
τα γράμματα σου φυλαχτό για να μην χάνομαι.
Αν είχα αδερφή θα άκουγε στο όνομά σου
κλωστή έγιναν οι κασέτες μας
κι έντυσαν με μουσικές την μοναξιά της νεότητας.
Μέχρι να βρούμε εκείνους που μας έντυσαν στ’ άσπρα
κι άξιζε για κείνους να πονέσουμε
στη γη ετούτη για ν’αφήσουμε έναν καρπό,
χωρίς μανούλα ο δικός σου τώρα απόμεινε
αχόρταγο από γάλα βλαστάρι που σε αναζητά.
Στον πόνο και την αγωνία χωριστήκαμε
αφού επέλεξες να σε θυμάμαι όπως παλιά.
Οξύς και ξαφνικός ο πόνος του χαμού σου
γιατί σε μένα λύπη δεν θα προκαλούσες
παρά μόνο αν δεν ήσουν ζωντανή.
Χάρτινες οι παιδικές μας αναμνήσεις
κι ένα ερώτημα το μυαλό μου βασανίζει
σαν σαράκι την αξία μου αμφισβητεί
γιατί έμεινα εγώ και έφυγες εσύ.