Στὴν Σπυριδούλα

Α’.

Στῶν ματιῶν σου τὶς θάλασσες
πνίγομαι
κάθε ποὺ μὲ κυττᾷς
καὶ μὲ τὸ κάθε σου φιλί
μὲ ἀνασταίνεις

Κύττα με λοιπόν
κ’ ὕστερα φίλα με
κύττα με ξανά
καὶ ξαναφίλα με

Β’.

Χείμαῤῥος ὁ ἵμερος
– γιὰ σένα –
κάθε μου πόθος ποταμός
πυριφλεγής ὁρμητικός
π’ ἀπεγνωσμένα ψάχνει
τοῦ κορμιοῦ σου τὶς θάλασσες
νὰ ξαποστάσῃ

Γ’.

Μόνος
μακρυά σου
βραδυάζει
κ’ ἡ μελάνη τῆς νύχτας
δὲν εἶν’ ἀρκετή
μὲ τῆς λύπης τὴν πέννα
τὸν πόνο νὰ γράψω

Δ’.

Μ’ ἕνα τραγούδισμα φιλί
καὶ μ’ ἕνα δάκρυ σ’ ἀγαπῶ
μ’ ἕναν ψηλαφιστὸ λυγμό
καὶ μιὰ ὑπόσχεσι ματιά
στὴν τελευταία ἀγκαλιά
φόρεσες πάλι τὴν σιωπή
ντύθηκες πάλι μοναξιά
καὶ χάθηκες χορεύοντας
μέσα στὴν νύχια ἐρημιά

κ’ ἐγὼ πεθαίνω

κ’ ἐγὼ προσμένω

Ε’.

Γύρισες πάλι
ὅπως ψιθυριστὰ μοῦ ὑποσχέθηκες
τὴν νύχτα ἐκείνη τῆς πληγῆς
μὲ λέξεις ἄηχες
μὲ λέξεις σιωπηλές
μέχρι θανῆς λιγωτικές
ἀπὸ τὴν πόθου πλησμονή
ποὺ δὲν ξανά ’χαν εἰπωθῆ
γεμᾶτες μυρωδιὲς ἡδονικές
ἐρωτικῆς μαγείας
ξέχειλες πάθους καὶ λαγνείας

Γύρισες πάλι
ντυμένη ἀρώματα μεθυστικά
φιλήδονα κ’ ἐκστατικά
τόπων ἀγνώστων μυστικῶν
ντυμένη νοσταλγία
ὡς ἄλλη κόρη ἱερή
ὡς ἄλλη κόρη ἀθανής
μὲ ἕναν θάνατο φιλί
καὶ μ’ ἕν’ ἀκόμη ἀνάστασι
νὰ μὲ ἀπολυτρώσῃς

F’.

Στὸ δέρμα μου ἡ ἀνάσα σου ῥαμμένη
ὑγρὴ καὶ ἀνεξίτηλος
πνοὴ στὴν ξεραμένη καὶ φρυκτή
τῆς ἄνυδρης ἐσωπνοῆς μου γῆ

Τὸ χάδι σου δροσιά
μέσ’ στὶς ῥυτίδες στὶς ῥωγμές
τῶν ζαρωμένων φύλλων τῆς καρδιᾶς μου

Κι’ ὅταν παντοῦ
λάβρα καὶ ξηρασία
τὰ χείλη σου νωπά
φιλοῦν
κι’ ὁ κόσμος ξαναγίνεται

Ζ’.

Τὰ χείλη σου μύρισαν βροχή
καὶ τὰ δικά μου χείλη
χῶμα ξερὸ καὶ διψασμένο
προσμένουν τὴν βροχήν σου
τὸ ζείδωρον φιλί σου

Η’.

Ἀνθισμένες πασχαλιές
καὶ ῥόδα πυρωμένα
φρέζες μυροστόλιστες
ζαμπάκια αὐροντυμένα
σκορπίζουν παγχρωμίας εὐωδιές
κι’ ἀρώματ’ ἀπὸ ἥλιο ποτισμένα
μὲ τὶς μικρὲς τὶς ἀργυρές
τοῦ γιασεμιοῦ ἀνατολές
τὰ δειλινὰ τοῦ ὑάκινθου
τὰ χαλκοκεντημένα
μίας ἀνοίξεως ἐρωτικῆς
μέσ’ στ’ ἀπριλιάτικο φιλί σου

Θ’.

Στῶν ματιῶν σου τὴν ὑγρασία
τὸ βλέμμα μου σπεύδει
κάθε ποὺ μόγις πρασπαθεῖ
τὸ ἄχος νὰ σβήσῃ
τῆς ψυχῆς ποὺ τὴν καίει