Το όψιμο ενδιαφέρον κριτικών, αρθρογράφων, ποιητών, αναγνωστών για το έργο της Κατερίνας Γώγου, όπως συναντάται και σε αυτή τη μελέτη του Κυπρίου ποιητή και δημοσιογράφου, Χρήστου Μαυρή, με τον τίτλο «Κατερίνα Γώγου- Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία» (εκδ. Κύμα, 2019) όπως και σε άλλες μελέτες (για παράδειγμα της Αγάπης Βιργινίας Σπυράτου και της Ευτυχίας Παναγιώτου),  αποτελεί μια νομοτελειακή, θα έλεγα, συνθήκη. Η μαζική αποδοχή και πρόσληψή του έργου της Γώγου και από ένα ετερόκλητο πια κοινό μέσω των αφιερωμάτων, των εκδηλώσεων, των θεατρικών παραστάσεων, αλλά και μέσω της δυναμικότητας των αποσπασματικών στίχων της ως σημεία εκκίνησης, διαμαρτυρίας, ταύτισης, διαλόγου, κινητοποίησης και έκφρασης μέσα στα κοινωνικά δίκτυα ή ως γκράφιτι σε τοίχους, όσο περισσότερο διασπείρεται τόσο ενδιαφέρει και απασχολεί. Γίνεται μια χειρολαβή συνειδητή και ασυνείδητη.

Ο Μαυρής, μέσα στα επτά δοκίμια διαφορετικού προσανατολισμού και οπτικής που εμπεριέχονται στο βιβλίο, αναδεικνύει σημεία και στοιχεία της ζωής και του έργου της Γώγου σε μια προσπάθεια όχι αγιοποίησής της, αλλά «αποκατάστασης του μαύρου», όπως είναι και ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου- κινηματογραφιστή Αντώνη Μποσκοΐτη (2015) το οποίο αναθέρμανε τη σχέση του κοινού με την τέχνη της.  Μιλά ξεκάθαρα για την ανύπαρκτη σχέση της Γώγου με τη καθεστηκυία λογοτεχνική παράταξη της εποχής της –θέμα του πρώτου κειμένου- και τη διακειμενικότητα των στίχων της χωρίς το μίζερο πνεύμα της αυτοπροβολής του γράφοντος μέσα από την επίδειξη γνώσεών του. Ο λόγος του στο δεύτερο κεφάλαιο με τον υπότιτλο «Η γόνιμη συνομιλία της Κατερίνας Γώγου με Έλληνες και ξένους κορυφαίους ποιητές» εστιάζει στη σύνδεση των ποιητών χωρίς συστηματικά ακαδημαϊκά θεωρητικά εργαλεία λογοτεχνίας που να αποπροσανατολίζουν παρά να συντάσσουν συντεταγμένες. Υπερτερεί ένας νεανικός, θα έλεγα, ενθουσιασμός, σαν δημόσια εξομολόγηση για την ποίηση της Γώγου εξ’ ου και η χρήση πολλές φορές του πρώτου ενικού προσώπου και η απουσία βιβλιογραφικών παραπομπών.

Το τρίτο κείμενο τονίζει την αποφθεγματικότητα των στίχων της ποιήτριας και την αυθυπαρξία τους. Πολύ σωστή η επισήμανσή του και η καταγραφή χαρακτηριστικών περιπτώσεων καθώς εκεί διαφαίνεται και η αξία ενός ποιητικού έργου: όταν γράφεται όχι με τη στείρα λογική και τη θεωρητική κατάρτιση και κατασκευή, αλλά ως μια αιμάσουσα συνθήκη.  Ως μικρές κραυγές εξόδου μέσα στη μεγάλη κραυγή που είναι το ποίημα ολοκληρωμένο. Και το γεγονός ότι αυτοί οι στίχοι λειτουργούν σήμερα ως απελευθερωμένο πρόταγμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντίθετα από τη στενή ιδεολογική συνθήκη στην οποία προσπάθησαν τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι ιδεολογικοί χώροι να εντάξουν την ποίηση της Γώγου, κατά τη δική της εποχή, φαντάζει μια μεγάλη νίκη.

Στο τέταρτο κείμενο του βιβλίου ο Μαυρής επιχειρεί μέσα από ορισμένα εργο-βιογραφικά καθώς και ιστορικά στοιχεία, να αναδείξει τις έννοιες της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας στην ποίησή της. Γράφει χαρακτηριστικά: «Στην ποίησή της πουθενά δεν θα συναντήσουμε τη λέξη δημοκρατία». Η εξέλιξη της ιστορίας επιβεβαιώνει περίτρανα αυτήν την επιλογή της Γώγου και τη διαπίστωση του Μαυρή. Γεράσαμε πια λέξεις όπως «δημοκρατία», «φασισμός», «ρατσισμός», «σεξισμός», «διακρίσεις», «ηθική», «νομιμότητα», «διαπόμπευση», «πένθος»,  «πάθος», «φόβος», -για να αναφέρω ενδεικτικά μερικές- ξοδεύοντάς τες απερίσκεπτα, αλόγιστα, ανιστόρητα, καταχρηστικά. Αντί να λειτουργούν ως ερμηνευτικά εργαλεία, τις σπαταλάμε ως κατηγορίες, λασπολογίες, προπαγάνδα, παραπληροφόρηση, ως μέσο εντυπωσιασμού, εξυπνακισμού, χαριεντισμού κ.ό.κ. Έτσι κάθε μέρα και μια λέξη εξασθενεί μέσα από τη βίαιη χρήση της και η ζωή μας «συγγενεύει», όπως έγραφε ο Φουκώ, «με τη βαθειά ενόχληση εκείνων πού έχει καταστραφεί η γλώσσα τους: πού έχουν απωλέσει την κοινότητα ανάμεσα στον τόπο και στο όνομα. Ατοπία. Αφασία». Αυτή τη γλώσσα όμως κράτησε σφιχτά μέσα στα δόντια της η Γώγου.

Το πέμπτο δοκιμιακό κείμενο του βιβλίου παίρνει τη σκυτάλη στις έννοιες και μιλά για το «άλογο και τ’ όνειρο σαν ενδεικτικά σύμβολα της ελευθερίας στην ποίηση της Γώγου». Διανύοντας, λοιπόν, σήμερα ταυτόχρονα την ντεριντιανή αποδόμηση και τη βεμπεριανή απομάγευση των λέξεων, στην πιο οδυνηρή εκδοχή τους, τη χρησιμοθηρία τους άνευ περιεχομένου, η υπενθύμιση των λέξεων με αγνή καταγωγή και κυρίως με ανθρώπινη διάσταση ως ανάγκη έκφρασης -που συναντάμε στην ποίηση της Γώγου και που αναδεικνύει ο Μαυρής με τις αναγωγές του και σε άλλους εγχώριους και ξένους ποιητές- λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά και ως προειδοποιητικό σήμα συναγερμού.

Στο έκτο κείμενο, με τον υπότιτλο «Η προσπάθεια προάσπισης των ανθρωπίνων αξιών από τη Γώγου και η διαμάχη της με τον τότε Υπουργό Δημοσίας Τάξης, Αντώνη Δροσογιάννη», ενώ φαινομενικά ο συγγραφέας ξεφεύγει από τη δοκιμιακή γραφή και ανάδειξη του ποιητικού έργου, στην ουσία μάς υπενθυμίζει μέσα από τη σύνδεση ενός πραγματικού γεγονότος [τη βιαιότητα που έζησε η Γώγου, το 1986, από τα ΜΑΤ, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας ροκ μουσικής στο Λυκαβηττό, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της αιμόφυρτη στον Ευαγγελισμό] με την ποιητική μεταφορά τους στη συλλογή της «Ιδιώνυμο», το πώς η τέχνη της λειτουργούσε ως μια ποιητική φωτογραφική απεικόνιση και όχι ως μια υπερρεαλιστική ή ρεαλιστική πραγμάτωση της φαντασίας.

Το τελευταίο κείμενο του βιβλίου αφορά τα εκατοντάδες ονόματα που εγκιβωτίστηκαν στην ποίηση της Γώγου. Συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, ηθοποιοί, συνθέτες, τραγουδιστές, εκδότες, δημοσιογράφοι, γνωστοί επιχειρηματίες, αναρχικοί κ..ά. Ο Μαυρής τα αρίθμησε  στα 149, ενώ παράλληλα δεκάδες είναι οι αναφορές στα μικρά ονόματα των συγγενικών προσώπων και φίλων της. Ο Γιάννης Ρίτσος είχε γράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων».  Η Κατερίνα Γώγου μέσα από τα βιβλία της, θα έλεγα, ότι το εμπλούτισε σε «Εικονοστάσιο Επωνύμων και Ανωνύμων Αγίων και Καθαρμάτων» βάζοντας ως υποσημείωση στίχους της όπως: «Εγώ, η Κατερίνα / χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά. / Έτσι τη δοκιμασία της δόξας / και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα / χωρίς να μ’ ακουμπήσουνε, χωρίς να τ΄ ακουμπήσω».  Οι φίλοι της, όπως ο Γιώργος Δάγλας, συνεκδότης αυτού του βιβλίου ξέρουν τι εννοούσε. Και όσοι την αγαπήσανε κυρίως μέσα από την τέχνη της, όπως ο Μαυρής, κρατούν με τέτοια έργα αναμμένο το κεράκι της. Παρόλο που θα ταίριαζε μάλλον περισσότερο να λεχθεί οτι η ίδια ταΐσε τα χέρια  που θα έσβηναν αύριο το κερί της, καθώς δεν καταδέχτηκε ελεημοσύνες το «μετά» της. Το κέρδισε όμως γενναία, με το ίδιο της το κορμί ως προέκταση των λέξεών της και τις λέξεις της ως προέκταση του κορμιού της. Και στο ερώτημα αν ήταν ή όχι μεγάλη ποιήτρια, η απάντηση είναι πολύ απλή: Είναι ποιήτρια.

 

Α΄ Δημοσίευση: Εφ. «η εποχή», 16/02/20