Συκοφαντημένη σκιά στα χαλάσματα, περιφέρεται

ερημοπούλι μαύρο

με το φεγγάρι ν’ αρμενίζει στα μεγάλα της μάτια

και το κεχριμπάρι δεμένο σε Γιαννιώτικο ασήμι στα μαλλιά.

Στο Bλαχομαχαλά στο Φιλιάτι

στις ώχρες τού μεσημεριού όταν η πέτρινη οδύνη μετριέται

στην ελεημοσύνη της θύμησης και στη σιωπή,

στην παλινόστηση της περιπλάνησης

με την προφητεία της απωθημένης αγάπης

και τής προδομένης έγνοιας στο άσωτο βλάστημα τού βάτου,

Μπούμπααλ, με τον αστείρευτο μετανιωμό

και το σβησμένο φανάρι στο χέρι,

με τον άσπρο κρουσταλλένιο λαιμό πριν τον χαράξει το μαχαίρι,

Μπούμπααλ, με την κεντημένη φλαμουριά στο φουστάνι

Μπούμπααλ, με τη φιλιωμένη ερημιά στο βλέμμα

και το φιλί στο μαντήλι.

 

Αμφιβάλλεις ακόμα,

ακόμα και τώρα που χτενίζει ο καιρός το αλάτι στα βλέφαρα

ακόμη και τώρα που τα αρχαία πεπρωμένα βρίσκουν φωνή,

εσύ κρέμασες τα παλιά κονίσματα πίσω απ’ την πόρτα

τώρα που οι άνθρωποι σου πεθαίνουν σε απλοχωριά

και οι φίλοι φεύγουν μαζί με τους καρβουνιασμένους ίσκιους

εκεί που ξαπολύθηκαν οι άνεμοιφαρμακωμένοι στις κορφές,

εκεί που σπαταλήθηκαν οι μέρες

και οι νύχτες σοδειασμένες αντιφεγγίζουν στα πράσινα χαλκώματα

διάχρυσες τύψεις.

 

Λίγο πιο κάτω στη ρεματιά, αλλιώτικα κυλάει ο χρόνος,

κυλάει στο νερό,

ένας θρήνος, ένα ξεχασμένο μοιρολόι, ένα τραγούδι της ξενιτιάς

κι άλλο ένα μολυβένιο παράπονο της αγάπης

αλάργεψε στ’ αγνάντεμα,ώρα που μαραγκιάζει η καρδιά

και οι σκέψεις πετούν σκλήθρες και σπίθες πάνω στ’ αγκάλιασμα.

 

Ασύνηθα οι λέξεις χωρίζονται στα δυο,

ασύνηθα η γλώσσα ξεχασκίζει φόβους και κρίματα

ορφανεμένο το παράπονο στηνκάψα της ξερολιθιάς

με τη μοσχοβολιά της κουμαριάς ατρύγητη

στην καταφρονεμένη αθωότητα,

και τους αιώνιους μισεμούς να παραμονεύουν στ’ ανήλιαγα περάσματα.

 

Στα ερείπια δυο πεύκα κατάφεραν να υψώσουν ανάστημα

στην πίσω πλευρά, στην κατηφόρα πάνω από το χάνι

τ’ ακούς να μιλούν μερώνοντας τον άνεμο

είναι οι ψυχές τους λένε…

Οι δάφνες με τους πικρούς καρπούς

και οι μυρτιές με τα κεντημένα φύλλα

καλούν τις σκιές κι εκείνον που τις κυβερνά

να σπάσει το σταμνί και το ρόδι στο καλντερίμι.

Μια τριμμένη κλωστή κρατά το μανδραγόρα στο πόρτεγο

δεμένες οι πληγές, δυο δυο φιλεύουν την αλήθεια.

Συντόμεψαν κάποιες ζωές, κρίμα κι άδικο,

μόνο οι στάχτες, λένε,

κάποιες φορές καπνίζουν στην ανοιγμένη καμινάδα

όταν μια φωνή λεηλατεί τη βροντή μ’ ένα παράπονο.

 

Αναβάλλονται οι χαρές

ξεμακραίνει η σπορά του Δράκοντα κατά τη Γιτάνη

όλος ο κόσμος της υπάρχει ακόμη εδώ,

εδώ ήρθες κεντρισμένη από φόβο την πρώτη φορά,

συνεχιστέες θύμησες στην τροχιά των μαχαιριών

με τα δοκιμασμένα ξόρκια και τ’ απαγορευμένα πάθη

ανάμεσα στον ήχο του κλαρίνου και το άλικο αίμα

ένα ματσάκι γιασεμιά στις ραφές του συνόρου

γλιστρά η θύμηση,

γλιστρά και η άμμος μέσα από τα δάχτυλα…

Καλαμάς,κυλάει αλλιώς τώρα πια, άλλαξε και το ποτάμι,

οι λυγαριές στις όχθες, οι πέτρες στην κοίτη

αλλάζουν όλα μαζί του

οι γέφυρες, η μνήμη, ο τόπος

θραύσματα του παλιού καιρού στις καινούριες μέρες

όσο εσύ μένεις μια ξένη,

όσο φοβάσαι περισσότερο το μέλλον από το παρελθόν.

Στα άδυτα της σκοτεινής ερημιάς

σκεβρωμένα τα δάκρυα από το λιβάνι της μάνας

στ’ αγάνωτα μπακίρια

ξεθυμαίνουν και οι αναμνήσεις, μην κλαις,

μην κλαις,

στην αναμαρτησία του τίποταόλα μπορούν να ραγίσουν.

 

Καλαμάς, βάθυναν οι όχθες

θαρρείς για να προστατεύσουν τα μυστικά της κοίτης

από τους απέξω,

εκεί και το δικό σου μυστικό, Μπούμπααλ,

 

μια σταγόνα πετρωμένο αίμα του αρνησίθρησκου Ισάμ

σε μια φυλακισμένη φλέβα νερού

εκεί, στο καθρέφτισμα της αθεΐας σου ανάβει πύραυνα το φως

εκεί, στην απόγεια φλόγα της αυγής

δοξολογούν τα πουλιά το αναγκαίο πάθος

εκεί, το κριματισμένο παράπονο του παλικαριού

ζεσταίνει τα φίδια στο παλιό γεφύρι

εκεί, τα κουρνιασμένα περιστέρια στ’ αρμυρίκια

ματώνουν την πληγωμένη τους φτερούγα ως το θάνατο.

 

Νερό, πολύχρωμες συλλαβές το παραμιλητό

«ένα ιμαρέτ είναι ο κόσμοςολόκληρος…»

Νερό, το ποτάμι ολόκληρο ένα κελάρυσμα, ένα κάλεσμα

κόντρα στην ανθρώπινη φύση με τη μαύρη τρύπα στη σάρκα

κι ας θυμάται

εκείνη την ξέφρενη φαντασία της ανεξίθρησκης νιότης

να σκαρφαλώνει στα πλατάνια

να ξαποσταίνει στις κλαίουσες ιτιές

να πέφτει μελιχρή θλίψη στην παγίδα του έρωτα,

εκείνη η νιότηη άλαλη, μαλακός πηλός

σε λαμπαδηδρομίες ασέληνης νύχτας

στον ήχο της αέναης ροής του ποταμού

μαυλίζοντας με τ’ άνανθα της αιωνιότητας

την αστραπή και τα νυχτοπούλια της Μουργκάνας

πριν τα χείλη σβήσουν τη δίψα

αυτόπτες μάρτυρες στο άλφα της αγάπης

και στο ωμέγα της ζωής.

 

 

 

Κέρκυρα 30 Ιουνίου 2020