ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ

Θα `θελα να `μουν σαν εσένα
ιστιοφόρο με τα πανιά του ανοιγμένα
αυτούς που με οδηγούν στην καταιγίδα
σε κάθε αμμουδιά να τους χαρίζω μια πατρίδα

Θα `θελα να `μουν σαν εσένα
ένα δεντράκι με τα κλαδιά του απλωμένα
να μη λυπάμαι, να μην καταλαβαίνω
αυτούς που με πετάνε στη φωτιά να τους ζεσταίνω

Θα `θελα να `μουν σαν εσένα
έρημος φάρος πάνω σε βράχια φαγωμένα
να `χει χρόνια να περάσει από μπροστά μου το καράβι
μα εγώ να αναβοσβήνω κάθε βράδυ

Θα `θελα να `μουν σαν εσένα
περιστεράκι με τα φτερά του μαδημένα
να στέκομαι μετά τις Συμπληγάδες
και να κοιτάζω πώς περνούν του κόσμου οι φυγάδες

`

 

 

ΜΟΧΑ
Κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα
και τα νησιά μας χαιρετούσαν μεθυσμένα.
Μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια
ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία…Μα ξεχαστήκαμε και βγήκαμε απ’ το χάρτη
και άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει.
Κάποιον να πάρει αγκαλιά, να του μιλάει
τον πιο μικρό, τον πιο αθώο ναύτη…

Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος
Μόχα, αυτός που όσο και αν πιει πια δε μεθάει.
Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει…

Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η Μοίρα.
Τρέχει απ’ τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα
Μόχα, αυτός που τραγουδάει ευτυχισμένος…

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη.
Θα `ρχεται `κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και θα τραγουδάει τάχα…

Ότι θα έρθω από μακριά και `γώ σε λίγο,
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα.
Αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα,
θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω…

Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος,
κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει “βίρα!”
Μέσ’ στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος
Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα…

`
*

ΛΕΥΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Την πρώτη φορά ήταν σαν να `χε αρπάξει φωτιά
κάπου μέσα βαθιά κάτι μες την ψυχή μου.
Κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά
να αλλάζει αργά τις σκιές της ερήμου.

Χορεύοντας μου `δείξες μέσα σε πέντε λεπτά
τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος.
Ότι αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί.
Ότι αν αφεθείς σ’ οδηγάει ο δρόμος.

Από τότε περάσανε χρόνια κυλήσαν νερά
όμως κάπου βαθιά η φωτιά καίει ακόμη.
Λυπάμαι που έφυγα εκείνη τη νύχτα κρυφά,
βιαστικά και χωρίς να ζητήσω συγγνώμη.

Το μόνο που θα `θελα αν κάποτε σε ξαναδώ
είναι να πω ευχαριστώ για το θαύμα που είδα
και να δώσω για μια τελευταία φορά το ρυθμό
στον τρελό σου χορό στη λευκή καταιγίδα.

`

*

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΓΥΡΩ ΚΑΘΕ ΟΜΟΡΦΙΑ

Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
ακούω το σφυγμό σου να χτυπάει,
μέσα στο στήθος μου για λίγο σταματάει,
ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει.

Όταν πεθαίνει η ομορφιά παντού τριγύρω
σε ψάχνω γύρω αλλά σε βρίσκω εντός μου.
Γύρω απ’ τον ήλιο σου κάνω ένα γύρο
και προσγειώνομαι σ’ ένα καινούριο κόσμο.

Κατρακυλάω μέσα στον ύπνο μου σαν βράχος.
Ακούς σκυλιά να ουρλιάζουνε και τρέχεις.
Καθώς ξυπνάω μου ψιθυρίζεις “Να προσέχεις”
“Πώς άντεξες τόσο καιρό μονάχος;”

Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
ένα πουλί χτυπάει στα τζάμια και πεθαίνει,
πάνω απ’ την πόλη η ψυχή του ανεβαίνει
και ζωγραφίζει στον ορίζοντα φτερά.

Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
γίνεται ο κόσμος γυάλινα κομμάτια
μα έτσι όπως με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια
ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει.

`

*

ΑΦΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΞΕΧΑΣΤΗΚΑ

Αφού λοιπόν ξεχάστηκα και τ’ όμορφο καράβι
καιρό πια ταξιδεύει μακριά χωρίς εμένα,
εσύ που πίνεις χρόνια από του χρόνου το πηγάδι
πιες ένα ποτήρι και για μένα…

Αφού λοιπόν ξεχάστηκα στην όμορφή σας πόλη
που πλέει μέσ’ στη νύχτα με τα φώτα αναμμένα,
θα βγω να περπατήσω, θα βρω που πήγαν όλοι
όσοι ξεχάστηκαν απόψε σαν εμένα…

Αφού λοιπόν ξεχάστηκα και πρέπει να τα σβήσω
τα φώτα του θεάτρου που αφήσατε αναμμένα,
θα πάω στην τελευταία σειρά και θα καθίσω
στη θέση που κρατήσατε για μένα…

Και τότε ίσως μπορέσω να θυμηθώ τα λόγια,
που ακόμη κιτρινίζουν σε συρτάρια κλειδωμένα.
Πείτε μου επιτέλους τι δείχνουν τα ρολόγια,
πείτε το επιτέλους και σε μένα…

Αφού λοιπόν ξεχάστηκα και πέρασε σαν τρένο
η ζωή από μπροστά μου με τα βλέφαρα κλεισμένα,
θα κάτσω λίγο ακόμα εδώ να περιμένω
απόψε ίσως δε λείψω σε κανέναν…

`

*

ΕΛΛΑΔΑ

Ορίζοντες και ουρανοί
και αυτή η απόκοσμη λιακάδα,
μι’ άγνωστη χώρα μυθική
και αυτό που οι άλλοι λεν Ελλάδα.

Όσες φορές το προσπαθείς,
πάντα διασχίζεις κάποια άλλη,
η διαδρομή πάντα μικρή,
η απόσταση πάντα μεγάλη.

Στο πλάι της Εθνικής Οδού
κτίρια παλιά, παρατημένα,
γυρνάς το βλέμμα σου αλλού
όμως αυτά κοιτάν εσένα.

Γύρω βουνά κι άλλα βουνά
και πάντα η θάλασσα στο βάθος
να σου θυμίζει από μακριά
πως την αγάπησες με πάθος.

Δωμάτιο 307 ή μήπως 302,
μονάχος ψάχνεις τα κλειδιά
σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο.

Μέσα στον ύπνο σου διψάς
και σε ξυπνάει ο καθρέφτης λιώμα,
σαν να σου λέει σιωπηλά:
δεν μ’ αναγνώρισες ακόμα.

Ορίζοντες και ουρανοί
και αυτή η απόκοσμη λιακάδα,
άγνωστη χώρα μυθική
και αυτό που οι άλλοι λεν Ελλάδα.

Έξω στο δρόμο χαιρετάει,
χιτλερικά ένας μεθυσμένος,
κι αναρωτιέσαι όπως περνάει,
ποιος απ’ τους δυο σας είναι ο ξένος.

Κατά τη δόξα όπως τραβά,
παραπατάει πληγωμένη,
δεν ανασταίνεται ποτέ,
γιατί ποτέ της δεν πεθαίνει.