Ι

Φόνοι δίχως αίματα.

Λέξεις που δεν βρήκανε το ποίημα.

Ούτε την έξοδο.

Κατεβαίνει το φως.

Κλαίει  το νερό.

Μαχαίρι που αγάπησε μόνο τη γύμνια του

και γίνηκε η σκουριά του  θήκη.

Μην έρθεις.

Μην ξεκινήσεις ποτέ

αν θες για πάντα να σε περιμένω,

αν θέλεις κάποτε να φτάσεις.

Το αύριο είναι παγίδα.

Το αύριο είναι κρύο στις φλέβες του Απρίλη.

Στις φλέβες του Απρίλη το έγκλημα δικαιώθηκε

και ο φονιάς δεν βρέθηκε ποτέ.

Αντηχεί κάπου-κάπου η μετάνοια του

σαν αποχαιρετισμός.

Κλαίει το νερό.

Κατεβαίνει το φως.

Λέξεις που δεν βρήκανε το ποίημα.

Ούτε τη θέληση μας.

Δεν σε λένε Τερψιχόρη, δεν σε λένε Ερατώ.

Κλειώ.

Χιλιάδες νεκροί.

Γήπεδα χωρίς οπαδούς.

Χώρες χωρίς πόλεις.

Πόλεις χωρίς πόλεις.

Πολυμνία.

Δεν σε λένε Μελπομένη, δεν σε λένε Ευτέρπη.

Ουρανία.

Δεν σε λένε Καλλιόπη, δεν σε λένε Θάλεια.

Δεν σε λένε.

Φόνοι.

`

*

 

ΙΙ

Ο καφές δεν πρέπει να κρυώσει.

Όμως η νύχτα ξέμεινε από άστρα

και το ξημέρωμα είναι  τσιμέντο,

τσιμέντο που δεν μπορείς να εμπιστευτείς•

το έχουν φάει οι ήλιοι  στο στόμα της καχυποψίας.

Κάποτε γράφαμε σαν να πυροβολούσαμε τον εαυτό μας.

Οι γραφομηχανές μας είχανε κίρρωση του ήπατος

αλλά ως συνήθως αυτά τα πράγματα

τα καταλαβαίνει κανείς όταν είναι αργά.

Γεννούσαν ποιήματα ερήμην μας,

αγκάθια φλεγόμενα στους ύπνους μας.

Εμείς δεν είμαστε ποιήματα για τον έρωτα- λέγανε-

εμείς είμαστε έρωτας για τα ποιήματα

και μας αρέσει να τρώμε τους εραστές μας,

όπως κάνουν οι αράχνες με τους επιβήτορες τους

αφού πρώτα γίνει η δουλειά τους στην εντέλεια.

Λέγανε, λέγανε.

Για να μας εκδικηθούν που τους είχαμε ράψει

ερμητικά το στόμα.

Ούτε η μνήμη πρέπει  να κρυώσει

πριν πνίξει όλα τα φίδια στην κούνια της

πριν ανασυνθέσει τα σώματα

που βρεθήκανε πλάι μας

και, χωρίς ποτέ να μιλήσουν για αγάπη,

ήταν αγάπη.

Χωρίς αυτά θα ήμασταν ποιητές γραφιάδες.

Χωρίς αυτά θα μας λέγανε ποιητές

και θα εννοούσανε ταξιθέτες

σε θέατρα

χωρίς σκηνή

χωρίς ηθοποιούς

χωρίς παράσταση

με θεατές που αρνούνται τη μέσα τους φωνή

μόλις αρχίσουν και σκάνε τα μπουμπούκια της.

Αντικατοπτρισμοί  φαντασμάτων

ανάμεσα σε  αντικατοπτρισμούς  φαντασμάτων.

`

*

ΙΙΙ

Δάσκαλε τον χρόνο  που μοιράστηκες μαζί μου

τον έκανα σιτάρι.

Οργώνω την αυλή και σπέρνω.

Οργώνω το κεφάλι μου και σπέρνω.

Οργώνω τις μέρες που δεν πρόκειται να ‘ρθουν

και σπέρνω.

Οργώνω  όσα άφησες να καταλάβω μόνος μου

και σπέρνω.

Σπέρνω τον χρόνο,

εκεί που η ψυχή είναι πέτρα,

και περιμένω διαβάζοντας  την ομορφιά

των κοριτσιών που ξεχνιούνται τέλεια

και κάθε μέρα στο άκουσμα του ρυακιού

που κυλάει στο στήθος τους  αργά•

και είναι, Θεέ μου,  όλα νεράιδες

σε παραμύθια που μια εύνοια,

που δεν  θα την καταλάβουμε ποτέ,

δεν επιτρέπει να  γραφτούν ποτέ.

Ακούω τις αγωνίες των απογευμάτων

που  έχουν πιει το πικρό ρετσίνι της μοναξιάς

κι είναι τραγούδια.

Τραγούδια, τραγούδια, τραγούδια

που κανείς  δεν έχει το σθένος να τα γράψει.

Οργώνω την άβυσσο και σπέρνω.

Οργώνω τις λέξεις που ερωτεύτηκα και σπέρνω.

Οργώνω τις λέξεις που με μισούν και σπέρνω.

Και δίχως κραδασμούς  γερνώ  σε μια μυθολογία

που βγαίνει απ’ τις στάχτες των ματιών σου.

Δάσκαλε έχασα τα πάντα παλεύοντας

στον θερισμό της αϋπνίας

να μερέψω την πείνα των ίσκιων

που τρώγανε τους δρόμους των νεκρών μου

και τα καμπαναριά της μοναξιάς μου

Οργώνω τις εμμονές μου και σπέρνω.

Κι ακόμη ο ιδρώτας μου

δεν έχει μάθει να λέει το τραγούδι όπως πρέπει.

Οργώνω τους φόβους μου δακρύζοντας διακριτικά

και το γέλιο μου με πιάνει εξαπίνης.

`

*

ΙV

Παίξε το πιάνο σου πάνω στις λάσπες.

Μπετόβεν, Μπετόβεν- να φέρει γαλήνη.

Τα μάτια της είναι κήποι της θαλάσσης .

Τα αγριοκέρασα της είναι η αθανασία μου.

Το χαμόγελο της η σκάλα για τις σοφίτες του ουρανού

εκεί που  κρύψαν  οι θεοί τα δώρα που κάποτε μας ‘φέραν.

Ω, πόσο αμείλικτα παίξανε μαζί μας!

Μέχρι που ντύθηκαν της  σκόνη μας τη χαρμολύπη.

Το χάδι της είναι επάνω μου το χρώμα που μισείς.

Πόσο κοστίζει  η έκρηξις  σας δεσποινίς μου;

Παίξε το πιάνο σου και τρύγησε όλο το μέλι

απ’ τις κερήθρες της λύπης μου.

Μπετόβεν, Μπετόβεν- ν’ ανθίσουν  τα λόγια

που ψάχνουν το είδωλο τους στους καθρέφτες,

λίγο πριν και λίγο μετά το Μεσημέρι.

Τα μάτια της είναι ουρανός  στα φύλλα της κληματαριάς.

Μαζί τους μεθούν οι Κυριακές μου.

Μαζί τους σπάει η σκουριά στις κλειδαριές μου,  τις Δευτέρες.

Τα αγριοκέρασα της είναι το αίμα των προαισθήσεων μου.

Στα χέρια της ούτε ένας κόκκος ζάχαρης,

μα σμήνη μελισσών παντού στις άκρες των δαχτύλων της.

Το μπράτσο της θυμίζει στην «πληγή του εδώ και τώρα»

τις πληγές του «κάλλιο αργά παρά ποτέ.»

Κι όμως,

όπου και αν την  κοιτάξεις είναι προσδοκία μηνός Μαΐου

που από την μήτρα της καταιγίδας θα αναδυθεί

όμοια με  Ρόδο και  Ρομφαία

Κι ενός Θέρους που πήρε επάνω του τα τραύματα μας όλα.

Όπου κι αν πέσει το βλέμμα της

συμβαίνει ο εαυτός μου σαν  βροχή.

Τα μάτια της είναι το αίνιγμα που λύνεται με αίνιγμα.

Τα αγριοκέρασα της είναι ηλιοβασιλέματα

ενός ουρανού ξέρει να μεθά όταν  πονάει.

Λυγμός.

Λυγμός των χεριών μου.

Ρωγμή πάνω στη διάσταση του χρόνου

που δεν θα ονοματίσει ποτέ κανείς

γιατί ποτέ δεν είναι χρόνος.

Ανέκαθεν ήταν όνομα δίχως ηλικία.

Και φοβάμαι γιατί πρέπει να τη ρωτήσω πως τη λένε.

Και δεν είμαι έτοιμος για τη σιωπή της που ανοιγοκλείνει

και μέσα στο βάθος της πάλι με καλεί.

`

*

V

Βρήκα τον χαμένο μου αδερφό

κι είμαι πια παντού ατσάλι.

Και χορταίνω πλέον με μια μπουκιά ψωμί

και από μάτια που στάζουν

όνειρα  στα όνειρα μου

κι ανοίγουν διάπλατα

να μου χαρίσουνε μια μέρα

από ασήμι κι αγγέλους,

αγγέλους  σε κάθε απορία.

Είναι χωρίς κύματα το φως

το φως που κατοικούν τα χελιδόνια της

κι  έρχονται τις μέρες μου να φάνε

αφήνοντας στο κρύο μου λίγη Αφρική.

Από ατσάλι.

Για τα χείλη της μόνο είμαι σύννεφο παντού

για να μη πεινούν  ποτέ τα σύννεφα της.

Και τα βλέφαρα της να μη χάσουν τη δροσιά τους.

`

*

VI

Κάποιες φορές δεν ξημερώνει

αλλά έμαθα να ανατέλλω μες στο δάκρυ

που δεν φανερώνεται

και να λέω καλημέρα στα ρούχα

που αφήνει στα χέρια μου η νύχτα,

στη δροσιά της.

Μας ντύνουν χείλη της έκστασης,

μας ντύνουν οι αστραπές

εκείνης της σιωπής που

λίγοι μπορούνε να  αντέξουν.

Κι ένα χέρι

γράφει επάνω μου το σύνθημα

που με διαβάζει σωστά

με όλα μου τα φωνήεντα.

Πλέον όποτε θα πέφτω στο κενό

θα πονάω μόνο για μένα.

Όποτε θα δαγκώνω

τον λωτό του σκοταδιού σου

ο ουρανός μου  θα σφαδάζει μόνο για μένα.

Θα λυθούν οι κόμποι

και το καράβι,

που συνήθως το έλεγα στεναγμό,

θα μου  δείξει τη θάλασσα

εκεί που ως χτες νόμιζα

πως μόνο αμφιβολία υπάρχει.

Και ψευδαίσθηση.

`

*

VII

Οι Κυριακές μου δεν πτοούνται,

να το ξέρετε,

μη πείτε μετά πως δεν σαν σας είχα προειδοποιήσει.

Τραβούν το δρόμο τους

και το αίμα που τρέχει και κελαηδά στα χείλη τους

το λένε θεομηνία

ή ερωμένη του Θέρους.

Ή Γυναίκα.

Μούσα που με γεννά και με σκοτώνει

με ανθούς ευγένειας και ψιθύρους που στάζουνε Θεό.

Πουλιά που θα μπορούσες ίσως να μετρήσεις,

εκεί που βασιλεύει η σιωπή σαν δάσος ίσκιων,

είναι το σώμα τους.

Δυο πούπουλα πετούν αργά,

έρχονται και κάθονται   πάνω στους ώμους μου.

Τα νοιώθω, να τ’  αγγίξω δεν τολμώ κι ας θέλω.

Είναι αγγεία μες στα σπλάχνα μου.

Είναι ηχεία που θρυμματίζουν το κενό.

Είναι κτερίσματα.

Είμαι ένα κοιμητήρι στις παρυφές του χρόνου.

Τα οστά τού έρωτα ευωδιάζουνε εντός των μυστικών μου

που μόνο με τα ρόδα του χειμώνα τα έχω μοιραστεί.

Οι άνω τελείες πολλαπλασιάζονται

και λάμπουνε στο πένθος.

Να, κι  ο παράδεισος.

Σήμερα είναι ένα φιλί που διαρκεί  για πάντα

και  όλα τα  κλείνει σε ένα σούρουπο

που οσονούπω θα το διεκδικήσουνε

τα έπη

με κολακείες

και σπαθιά που δεν θα σηκώνουνε αστεία.

`

*

VIII

Ζω μέσα σε μία λέξη

που είναι  το άλλοθι όλων των λέξεων.

Σε μία λέξη σπηλιά.

Σε μία λέξη πηγάδι.

Εκεί το σκοτάδι είναι σαν το κρύσταλλο

σπάει εύκολα

μπορείς να κοπείς αν δεν προσέχεις

ή να ακούσεις

το αίμα σου να σ’ ερμηνεύει αλλιώς

αν δεν προσέχεις.

Αν δεν προσέχεις

η αγάπη

θα σε κυκλώσει από παντού

θα χάσεις τον δρόμο

όλους τους δρόμους

όλες τις πόλεις

και η θάλασσα θα γίνει

το στήθος που  ξανά θα σε ταΐσει•

και η αλμύρα της

ανθοφορία και έκρηξη

των μυστικών που σε φέρανε  ως εδώ:

σε κείνο το σημείο της  καρδιάς

που η δίψα σου καίει πιο πολύ.

`

*

ΙΧ

Τεφροδόχος αίφνης το θάρρος της στιγμής

κι ας το  διαιρούσανε  ρυάκια

κι ας το  πολλαπλασιάζανε  βυθοί.

Υποτροπή  και θεραπεία ταυτοχρόνως.

Υποφορά.

Επίγνωση της μοναξιάς

που,   πένθος χαροποιό ευωδιάζοντας,

θέλει να τη θυμούνται σαν γιορτή

ποιήματος που έμεινε στη μέση,

μπρος σ’ ένα γκρεμό γεμάτο βοτάνια της πατρίδας

γιατί ήταν εκεί,

εκεί   ήταν  το ποίημα.

Στροφείο

που ξύπνησε τη δύναμη,  το κάλλος

και τη μνήμη στα χέρια  των αγαλμάτων.

Ναός που θα κατασπαράξει τους πιστούς τους

για να φτιάξει από την προσμονή μια πίστη

που επιτέλους θα λυτρώνει.

Μαζί μ’ αυτούς κι εμένα.

`

*

Χ

Υπάρχουν γράμματα που έγραφα νυχθημερόν

από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου,

τα έντυνα με φεγγάρια που βάζανε φωτιά

σε όλα τα νερά

και με γραμματόσημα που μου χρωστούσανε

οι εποχές που δεν πρόλαβα να ζήσω•

κι ωστόσο δεν τόλμησα ποτέ μου να τα στείλω.

Αχθοφόρος των λέξεων,

αγρότης των λέξεων,

μαριονέτα των λέξεων,

ήπια από τις πέτρες τους  νερό

και από το χώμα τους τάισα

ελλείψεις και αυταπάτες.

Το δόντι τους έκανε το σώμα μου να τρέμει

και η γητειά τους μ’ ανάγκασε

την άβυσσο πατέρα  να την πω

και σαν μητέρα  την απουσία να λατρέψω.

Υπάρχουν γράμματα

που έντυσα με γραμματόσημα

που τ’ αγοράζεις κανείς μόνο με τη ζωή του

ή

αγάλματα σπάζοντας στους ύπνους του

μήπως κι εντοπίσει

την αρτηρία των αιώνων

που την καρδιά πυρώνει

και στο κρύο τη συστήνει σαν αδερφή του.

Κι όταν τα έκλεινα

έχανα το νόημα του κόσμου

και  ένοιωθα σαν λέξη

σε κείμενο που, όταν κάποτε γραφτεί,

τα συμφραζόμενα θα της  πάρουνε όλο της το αίμα.

`

*

ΧΙ

Αχ, φονικά που ξεκινούνε πάντοτε

με το κλειδί του σολ.

Τι ερημιά μες στον πεζόδρομο

λες και πέρασε και πάλι από δω

ο Ποιητής που εύκολα ξεχνιέται

και έξω από την ποίηση του είναι

όλα τα ποιήματα μαζί•

αφήνοντας πίσω του

το δέος της γραφής του

σαν σκόνη αστεριών.

Χωρίς επίθετα.

Για να μη πω αυτό που δεν μου επιτρέπεται  να πω:

χωρίς μια λέξη καν.

`

*

ΧΙΙ

 

Μεγαλορρημονώ καιρέ μήπως και προκύψει

απ’ τα  σπλάχνα σου

καμιά  βροχή της προκοπής.

Παρατυπώνω δράματα, φιλοπονώ,

ενίοτε εκδικητικά σχεδόν σου μοιάζω.

Γρανίτης η οψιμάθεια

που υψώνεται  επάνω στην απώλεια,

την άγνοια σου που κάποιοι τη λένε Ιστορία.

Την Αλφιτώ σου κρατάω μακριά,

το ασέλγημα σου πολεμώ με όλα τα σήμαντρα μου.

Στην απειλή σου παραρρέω.

Κι όσο κι αν την οφθαλμοπάθεια μου λοιδορείς

εκεί θα γυρίζεις διαρκώς για να τρυγήσεις κρίνα.

Κι έρχομαι πάλι και ξανά

με τη σιγουριά που δίνει

ο κυμβαλισμός του πυρετού

που πρόωρα με έφερε στον κόσμο.

Προΐσταμαι της υστερίας σου.

Ό,τι κι αν κάνεις, τρώση και δυστοκία.

Δεν σε ξεπλένει τίποτα.

Στου  δέους  την παννυχίδα θα επαναληφθώ πολλάκις.

Άπειρες εκδοχές μίας και μόνο χαραυγής:

της αγάπης που δίνει στη μνήμη  δανεικά

κι αμέσως τα ξεχνάει.

 

 

(Μάρτιος-Ιούνιος 2020)