Η αναπαραστατική λειτουργία της ποίησης

 

 

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, που έρχεται δύο χρόνια μετά τις Πέντε εποχές του κόκκινου, φέρει τον αναπάντεχο και ανατρεπτικό για τα ποιητικά δεδομένα τίτλο, αναπαράσταση. Η συγκεκριμένη λέξη προέρχεται από τη θεατρική γλώσσα, τη θεατρική πραγματικότητα και νοηματοδοτεί ακριβώς τη διαδικασία και το αποτέλεσμα της δραματικής – θεατρικής πράξης. Είναι βέβαια γνωστό ότι η ποίηση απέχει, εν πολλοίς, από το θέατρο ως προς τον τρόπο, τα μέσα και τη στόχευση, πολύ περισσότερο από την πεζογραφία που βρίσκεται, εκ φύσεως, εγγύτερα στη θεατρική τέχνη και τεχνική. Δεν είναι λίγες, όμως, οι φορές, που η προσέγγιση και η αλληλοδιείσδυση ποιητικής και δραματικής τέχνης πραγματοποιείται με ιδιαίτερη τόλμη και ευαισθησία οδηγώντας σε άκρως ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση της Θάνογλου. Γιατί το σύνολο των ποιημάτων της συγκεκριμένης συλλογήςσυνέχεται από έναν θεατρικό προσανατολισμό στο μέτρο που υιοθετείται η μονολογική ποιητική έκφραση, στοιχείο που προσιδιάζει σε μία πάγια θεατρική τεχνική, τον μονόλογο. Δεν πρόκειται απλώς για την γνωστή στην ποίηση αυτοαναφορικότητα, την δεδηλωμένη δηλαδή πρόθεση του συγγραφέα να μιλήσει σε α΄ ενικό για τον τρόπο με τον οποίος αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του και τον κόσμο. Γιατί η ποιήτρια εκκινεί μεν από την αυτοαναφορικότητα, ως διάθεση και τρόπο, πλάθει όμως ένα προσωπείο, το δικό της προσωπείο, με το οποίο απευθύνεταιείτε στον εαυτό της,είτε στο αγαπημένο πρόσωπο και, κατ’ επέκταση, στον αναγνώστη ο οποίος μετατρέπεται σε θεατή των εσώτερων σκέψεων και λογισμών της ποιήτριας.

Η συλλογή αποτελείται από είκοσι ένα ελευθερόστιχα ποιήματα, κάποια από τα οποία συνιστούν ευρύτερα σύνολα επιμέρους, μικρότερων ποιημάτων. Είναι από τις λίγες φορές ίσως που, τόσο επιτυχώς, ο ελεύθερος στίχος εμφορείται από έναν εσωτερικό ρυθμό ο οποίος προσδίδει, με τη σειρά του, έναν λυρικό τόνο στα ποιήματα. Ο ρυθμός αυτός δεν είναι απλώς και μόνο αποτέλεσμα «κυματισμού» του στίχου ή, ακόμη απλούστερα, της τοποθέτησης των λέξεων μέσα σε αυτόν. Είναι πάνω και πέρα απ’ όλα αποτέλεσμα της διάθεσης, του τρόπου με τον οποίο η ποιήτρια ατενίζει και αντιλαμβάνεται την τέχνη της και την πρώτη ύλη αυτής, τις λέξεις. Η λέξη, ως πρωταρχή της ποιητικής δημιουργίας, είναι το σημείο αναφοράς της ποιήτριας, η αφετηρία και η κατάληξη μαζί της ποιητικής σκέψης και πρόθεσης.Γίνομαι τότε ξαφνικά το νοτισμένο τζάμι/ σε αστικό λεωφορείο/ ζητώ εσένα/ να χαράξεις ένα σύνθημα επάνω μου/ μια λέξη και μέσα από αυτή/ να βλέπω το τοπίο να κινείται. («Προοπτικές, ΙΙ») Η δύναμη και η δυναμική της λέξης συνέχει σαν κατευθυντήριος ιδέα τη συλλογή και είναι αυτή που δίνει το ιδιαίτερο στίγμα και τον τόνο. Η λέξη είναι για την ποιήτρια ένας ζωντανός οργανισμός, μία ύπαρξη αυτοτελής και αυτόνομη η σύλληψη της οποίας είναι εξαιρετικά δύσκολη και προκαλεί ή προϋποθέτει ένα αέναο συνεχές κυνηγητό. Οι λέξεις/ έβγαιναν απ’ τα χαρτιά/ ξεχύνονταν στους δρόμους/ γίνονταν γαβγίσματα/ γίνονταν αδέσποτα σκυλιά/ που ξέφευγαν απ’ τον μπόγια. («Ανοιχτά παράθυρα, ΙV»)

Η θεματική των ποιημάτων εκκινεί από τις διαχρονικές και αγαπημένες πηγές της ποίησης – ο έρωτας και η μεταμορφωτική του δύναμη, ο χρόνος και το καταλυτικό του πέρασμα, η μνήμη και η λήθη, η απουσία και η μοναξιά, η διάψευση και η ματαίωση,το απροσδιόριστο της ανθρώπινης ύπαρξης, η σχέση του ποιητή με την τέχνη του.Χαρακτηριστικό είναι ότι όλα αυτά τα θέματα δεν παρουσιάζονται διαχωρισμένα και ξέχωρα το ένα από το άλλο, αλλά συμπλέκονται, συνυφαίνονται και συλλειτουργούν διαμορφώνοντας ένα ψηφιδωτό, στο οποίο όμωςπροεξάρχει ο έρωτας. Το ζήτημα του έρωτα είναι, άλλωστε, στενά συνυφασμένο με τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και αναζητήσεις που η παρουσία του στη ζωή του ανθρώπου και η καταλυτική του επενέργεια στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση εγείρει.Η ψυχή μου/ διανύει μεγάλες αποστάσεις / ώστε να σε βρει.// Μάταια στην πλάτη μου τόση ανθισμένη ερημιά/ πτήσεις δεν ενδέχεται να υπάρξουν/ πώς να σηκώσουν τόσο θόρυβο, τόσες πράξεις;/ Και ποιος ουρανός θ’ αντέξει τόσο βάρος; («Υπενθυμίσεις, Ι»)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ένταξη και η λειτουργία του χρώματος μέσα στο ποιητικό σύμπαν της Θάνογλου. Το μαύρο, το κίτρινο και το λευκό γίνονται σύμβολα ψυχικών καταστάσεων, αλλά και ενδείξεις της μεταλλαγής που προκαλούν σε οικεία, συνήθη αντικείμενα ή φαινόμενα. Έλεγες λευκό/ λευκό/ λευκό.// Σ’ έπαιρνε ο ύπνος/ στα όνειρά σου έβλεπες/ έναν μαύρο ήλιο που έβρεχε. («Το λευκό του λευκού») Παράλληλα με τα χρώματα καταλυτική είναι και η παρουσία του φωτός και του σκοταδιού ως συνθηκών μέσα στις οποίες γεννιέται και τελειώνει ο έρωτας, η ζωή και η τέχνη. Έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι/ έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι/ ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε. («Γυάλινες αποβάθρες, ΙΙΙ») Η εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, του φωτός με το σκοτάδι, διαμορφώνει ένα άκρως θεατρικό σκηνικό στο οποίο προεξάρχει ο φωτισμός που μεταλλάσσει τον χρόνο, αλλά και τη διάθεση του ποιητικού υποκειμένου.

Η συλλογή της Θάνογλου αποτελεί μία άκρως ενδιαφέρουσα απόπειρα να οριοθετηθεί ένα νέο πεδίο στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Γιατί, πέρα από την αισθητική αξία και την τεχνική αρτιότητα των στίχων της, η ποιήτρια κατορθώνει να διαμορφώσει ένα ποιητικό κλίμα, μια ατμόσφαιρα, η οποία κατά βάση προκύπτει από τον εξομολογητικό χαρακτήρα των ποιημάτων της. Η εξομολόγηση εδώ δεν είναι εσωτερική, αλλά κυρίως εξωτερική, στο μέτρο που τονίζεται, προβάλλεται και ξεχωρίζει με ευκρίνεια ο «έτερος» στον οποίο η ποιήτρια απευθύνεται. Αυτή η διάθεση και τάση, που υπηρετείται από την εναλλαγή του πρώτου και του δεύτερου ενικού προσώπου, από τις ερωτήσεις που θέτει η ποιήτρια, αλλά και από τις απαντήσεις που η ίδια μπαίνει στον πειρασμό να δώσει συνθέτουν ένα άρτιο θεατρικό σκηνικό και καθιστούν την ποίησή της κατάλληλη να μεταφερθεί αυτούσια στο θεατρικό σανίδι και να παρουσιαστεί από εκεί συνεπικουρούμενη από την παρουσία, τη φωνή και τις κινήσεις του ηθοποιού.