Christine Lavant (Αυστρία, 1915-1973)

 

Ποιος θα με βοηθήσει να χαθώ από πείνα απόψε

[Wer wird mir hungern helfen diese Nacht]

 

Ποιος θα με βοηθήσει να χαθώ από πείνα απόψε

και κάθε νύχτα που είναι να ’ρθεί;

Κύκλο κάνει το φεγγάρι, τόξο πελώριο

μα τόσο μακριά από μένα: είμαι ήδη για κείνο ισχνή.

 

Πόσο θα χαιρόμουνα ν’ άφηνα τα μάτια

απ’ το παράθυρο να πέσουν σαν χαλίκια καταγής·

πεσμένος χάμω στο δρόμο ένας μπεκρής

βαθιά θα τα ’θαβε μες στο πρώτο χιόνι.

 

Μα εγώ ακόμα και τυφλή, θα γνώριζα

βέβαια τα πάντα, κι εσένα θα ’βλεπα

να φεύγεις: σπίθες απ’ τα δικά μου δάκρυα

ψηλά ανέβαινουν σαν άστρα του λιμού.

 

`

********************

 

Nicolás Suescún (Κολομβία, 1937-2017)

 

          Το δέντρο του τρελάδικου

           [El arbol del manicomio]

 

Όλες τις πόρτες χτύπησε, δεν άνοιξε καμιά,

όλα τα παράθυρα κοίταζε, όλα ήτανε κλειστά·

ένας τρόπος ήτανε να πει:

ίσως υπάρχουν περισσότερα πορτοπαράθυρα

απ’ όσα είχες ονειρευτεί.

Στις πιο ψηλές έδρες απευθύνθηκε,

στους πιο χαμηλούς ανθρώπους ταπεινώθηκε,

τον παλιάτσο έκανε στους δρόμους·

οι δικοί του τον ξεχάσανε σχεδόν

μα τόνε βρήκαν στο τρελάδικο, κι εκεί

όσο κραύγαζε πως είναι υγιής

τόσο πίστευαν πως είν’ βαθιά, αγιάτρευτα ψυχοπαθής.

Κι έτσι, τις ώρες που περνούσε στην αυλή

έμαθε και μεταμορφώθηκε σε δέντρο·

κι ο άνεμος, καθώς του έσειε τα κλαδιά,

έκανε ν’ ακούγεται τραγούδι που καθηλώνει,

κι έπαιζε μουσική με των κλαδιών του το σάλεμα.

 

 

`

*********************************

H Christine Lavant υπήρξε μια σημαντική όσο και εντελώς απομονωμένη φυσιογνωμία στη λογοτεχνική σκηνή της μεταπολεμικής Αυστρίας. Γεννήθηκε στην Καρινθία, όπου έζησε όλη την τραγική ζωή της: λόγω του φιλάσθενου οργανισμού της, σε συνδυασμό με τη σταδιακή έξαρση μιας βαριάς μορφής κατάθλιψης, δεν μπόρεσε να πάει ούτε στο Γυμνάσιο. Ζούσε κλεισμένη στο σπίτι της και βιοποριζόταν με το πλέξιμο, ενώ το 1946 νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο, μια εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή της και καταγράφτηκε από την ίδια στα Απομνημονεύματα από το τρελοκομείο (μεταθανάτια έκδοση). Όμως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο άρχισε να αναγνωρίζεται. Πολύ αργότερα, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό της, έλαβε το Κρατικό Βραβείο της Αυστρίας για τη λογοτεχνία.

 

Η ποίησή της αντανακλά επιρροές από οραματικούς ποιητές όπως ο Ρίλκε, ο Τρακλ, ο Τσέλαν. Η αποτύπωση του κλειστού της κόσμου αποκτά διαστάσεις αποκαλυπτικές, καθώς το έντονο μυστικιστικό-παραμυθικό στοιχείο συνδυάζεται με ιδιαίτερες, τολμηρές εικόνες και νεολογισμούς – όπως η λέξη Hungersterne, «άστρα του λιμού», στο ποίημα που μεταφράζεται εδώ.

`

*******

Ο Nicolás Suescún διακρίθηκε στην Κολομβία ως ένας από τους επαναστατημένους ποιητές της γενιάς του 1960-1970. Είναι γνωστός τόσο ως ποιητής και πεζογράφος, όσο και ως καλλιτέχνης, με έμφαση στα σαρκαστικά, προκλητικά κολάζ. Επίσης, μετέφρασε στα ισπανικά πολλά έργα της γαλλικής και της αγγλόφωνης λογοτεχνίας.

 

Στο ποίημα που μεταφράζουμε, ο Suescún πιθανώς αναφέρεται στον ομότεχνο και συμπατριώτη του Epifanio Mejía. Στο αποκορύφωμα της ποιητικής του σταδιοδρομίας, ο Mejía ανέπτυξε κάποιες εκκεντρικές συνήθειες, όπως το να απαγγέλλει στίχους μπροστά στο ποτάμι μες στη νύχτα, και θεωρήθηκε ως σαλεμένος και δυνάμει επικίνδυνος· με αποτέλεσμα την «ακούσια νοσηλεία» του στο φρενοκομείο για 34 χρόνια, οπότε και ολοκλήρωσε -ως δένδρο- τη ζωή του. Αυτά στην Κολομβία του 19ου αιώνα. Μπορούμε όμως, με μια λοξή ματιά, να δούμε πια τη γένεση ολόκληρων κοινωνιών από δέντρα, καθηλωμένων σε μιαν ασάλευτη, περίκλειστη ζωή…