Ελένη Βακαλό

«Το μάτι του πατέρα μου»

O  πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.

Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του

κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του

και φώναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.

Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Έπαιζε το μάτι

στη φούχτα του πριν το φορέση και έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι.

Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.

Έρριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου

τάχα πως κρυώνω κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να

κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.

Αυτό το ποίημα δεν είναι για να το διαβάσουν

όσοι δεν μ’ αγαπούνε ακόμη

κι από κείνους που δεν θα με ξέρουν

αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα

σαν και κείνους.

Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου,

υποψιαζόμουνα και όσους είχαν αληθινά μάτια

`

*

Χρίστος Ρουμελιωτάκης

«Ενύπνιον 88»

Ηρθε ο πατέρας μου τη νύχτα

και με φώναξε

μαθαίνω πράγματα, μου λέει,

και φοβούμαι,

να πληρώνεις το νοίκι σου και τα κοινόχρηστα

και τα άλλα,

όπως συμφώνησες.

Μα πατέρα, του λέω,

εδώ δεν είναι το σπίτι μου, είναι η φυλακή,

δεν το βλέπεις;

κι αυτή δεν είναι η βρύση που στάζει,

είναι η ζωή μου

που στραγγίζει σταγόνα – σταγόνα..

Το ξέρω, μου λέει,

αλλά και συ το ήξερες και υπόγραψες

και τώρα οφείλεις να πληρώσεις,

όπως όλοι μας.

`

*

Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου

«Ο πατέρας»

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του
Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής
Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
Δεν φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δεν φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θανατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μέσ’ απ’ τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε.

`

*

Άγης Μπράτσος

«Πού ήσουν κρυμμένος μπαμπά;»
Το παιχνίδι μας αυθόρμητα σπας
με τη ζωντανή απορία
και βγάζει το κρυφτό νοήματα.

Μια ζωή θα ψάχνεις.
Αλλά δεν κρύβεται καμιά σημασία
σε όσα τυχαία συναντάς.

Αν έχει κάτι ουσία
είναι τα ίδια μας τα βήματα.
Σ’ αυτό το παιχνίδι μοιραία
κάθε σιγουριά εκλείπει.
Η αγωνία μάς ανήκει τελειωτικά.

`

*

Τόλης Νικηφόρου

«Καταγωγή»

«Τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει»

`

*

Χρίστος Λάσκαρης,

«Πάλι ο πατέρας μου»

“Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.

Φορούσε το καπέλο του πως θα ταξίδευε.

Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει, «πού ήσουνα»”.

`

*

Γιάννης Βαρβέρης

«Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς» 
Στον Γιώργο Μαρκόπουλο

 

Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; του λέω. – Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. – Άντε στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; ρώτησα. – Εσύ να πιείς, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω