“Hoc solum deliqui, quod vivo. Verumtamen hoc morte mea corrigere consilium non habeo.” – Walter Map, De Nugis Curialium(Distinc. IV, Cap. V)

 

Το κερί μου σώνεται κι έχω υποσχέσεις να κρατήσω.

Σε αυτό το σύντομο κελί, τα κολλυβογράμματα μου

Οδήγησε, Συ ο πέλεκυς, Συ η ανάπαψη κι αυτό το βράδυ.

Δώσε μου δύναμη κι επιμονή, σώσε με

Από την παιδωμή και τις κακές στράτες του γραπτού λόγου.

Απευθύνω τούτη τη γραφή, για ό,τι αξίζει,

Σ’ όποιον έχει την δύναμη να την αντικρίσει.

Άγνωστε πάτρωνα, έχε εύνοια και τλημοσύνη,

Γιατί τα λιγοστά γράμματα που κατέχω,

Είναι όλα όσα έχω.

Είναι δικά σου.

In tempore sum et de tempore loquor.

 

Solar det oculis meis.

 

Πάνω σε ύδατα ήσυχα έκατσε, κλαίοντας δεινά

Ήλιο εκέκραξε, λόγια αλώνια,της ύβρεως χαρά

Όσο οι φόνου αχτίδες σου πέσαν στην κόλαση και

Μένος ανθρώπων ζυγίσαν με μέτρο,αδέκαστο κριτή,

Τόσο αυτές, και ακόμη περίσσια, δεν πέφτουν πια πάνω μου.

Είδα σε τούτα τα λύπης στενά του κακόμοιρου κόσμου

Τέλος και όταν τ’ αντίκρισα είπα να θέσω ν’ αναπαύσω,

Νου και πληγές που προγόνων το άλγος προστρέχει κρυφά.

Χύνοντας ένα δικό μου χρυσό προσωπείο, στολίζοντας νόμισμα

Χτύπο καμπάνας προσμένοντας, άγρια ηχώ να ηχήσει.

Βρώμα σαρκών ιερών περιμένουν χωλοί και τυφλοί,

Κάκιστοι με δέηση φύρα, με ήλιο να λάμπει κεφάλια,

Ήλιο Αυγούστου που έθρεψε γνώση, σπαρτά και

Τώρα αχρείαστος, λάσπη γυρεύει σε άνθρωπο που

Άγνοια δέρνει, να κάτσει στεγνός, μαραμένος αιώνας.

Γη παγωμένη τους έδωσε πόλεμο, άξια δίκη και

Βράδυ σαν ήτανε γύρισα πίσω στην κάμαρα,

Πάψε να κλαίς με αστόχαστα δάκρυα, πάψε!

Πνεύμονες ξέχειλοι δάφνη και δόξα, κρασί μυρωδάτο και

Φόνευσα άμεσα δόλο και φλόγα από το βαθύ, μυρωδάτο στηθόδεσμο.

Αίμα νωπό σε μετάξι, ελπίδα που πέθανε ύψιστη, στείρα και τούτοι

Κάτσαν και γράψανε έπη,με πίστη κι ευλάβεια ίδια Θεού, ιστορούντες

Πένα που αίμα θα γράψει και δάκρυα θα κρύψει, τα πράγματα φτιάχνοντας.

Άκουσε όλα αυτά και χιτώνα με το χρώμα που μάθαν να σκιάζονται, φτιάξε,

Ήλιε στο ανύπαρχτο άστρο, σοφέ στον ανύπαρχτο τόπο, δειλέ στον ανύπαρχτο τάφο.

 

…causa mesticie malis inflacio squalidi serpentis.

Έχω αυτή την αίσθηση, σαν φίδι ολόμαυρο στον κόρφο μου.

 

Ένδοξη μέρα, ημέρα που όφελος κέρδισαν κύνες κι όρνεα,

Ήρθε, αρίστων νίκη που είχαμ’ ανάγκη πολλή.

Άστραψε, άστραψε, πλοία και σκούνες βυθίζοντας, θεία βροντή

Τώραδιαβάτη, ατένισε βάρβαραμάτια, νεκρά σε κοιτάν,

Κάτω από την πλημμύρα, καθώς σαλπάρεις γι’ αναψυχή στην Προποντίδα.

Πλέξε στιχούργημα, γέμισε οίνου κρατήρες ανέρωτους,

Θυμήσου την αίγλη.

Θυμήσου εμάς.

Ρήγας χρηστός επιστρέφειεσαείκαι λαβάρων ενδόξων κρατών,

Μπαίνει στην πόλη πεζός, ιερό θησαυρό αποστίλβοντα φέροντας,

Ως ο ήλιος μας, δεν δύει ποτέ.

Έρεβος το μόνο αξίωμα, μόνο αξίωμα τ’ έρεβος γι’ ανθρώπους

Που επί ματαίω ονειρεύτηκαν εγκόσμιες τρυφές.

Τέτοια κι άλλα παρόμοια νου και χυμούς καταλάμβαναν άξια και

Δίκαιο θάνατο δώσαν, σε μας που κρατήσαμε θόλο κι έδαφος όσια.

Πρόθυμα θέσαμε τράχηλο στον ζυγό,

Πρόθυμα διαθέσαμε ιδρώτα των φρυδιών μας,

Τις ζωές μας δώσαμε για σε, διαβάτη, πρόθυμα

κα πς κόσμος τν νω κα τν κάτω

κροτε σν μν το Θεο τ σκέμματα,

νς πεσόντος κα σεσωσμένων λων.

Ενθάδε, μεταξύ επαίνων, κοντακίων, επών και αποσύνθεσης,

Ενθάδε κείται το Βασίλειο των Ρωμαίων.

REGNUM MUNDI PIUM.

REDEMPTUM DEO.

 

Αισθάνομαι τον πειρασμό στις φλέβες μου,

Αισθάνομαι σκοτάδι καλύπτον τα μάτια μου.

Το καλαμάρι μ’ οδηγεί αυθόρμητο, το καλαμάρι με προδίδει.

dominatrixcuriecupiditas.

 

Πλάγιασε κοντά μου, μείνε κοντά μου,

Σε μένα που απίστους απέκρουσα, με μια φούχτα άντρες ανυπόδητους.

Σαν θέλημα Θεού ρήγισσα της καρδιάς μου,σμίξαμε κείνο το βράδυ και

Τα υπόλοιπα βράδια έκτοτε, μείνε κοντά μου, μίλα μου.

Είμαστε ακόμη στην πορφυρή την κάμαρα, κάνουμ΄ ακόμη τον έρωτα στα μεταξένια τα υφάδια και

Κοίτα με, στα αυτοκρατορικά σου μάτια βρήκα ζεστασιά,

Βρήκα ανακούφιση στα πορφυρά σου χείλη.

Ρήγισσα των καημών, γυμνή στο σεληνόφως

Μετά την δευτέρα συνουσία της βλογημένης κείνης βραδιάς,

Θυμάμαι, ήθελα να σε ρωτήσω

Oquamtememoremvirgo?

Πες μου τη μοίρα μου,

Πες μου το ριζικό μου,

Γιατί πια δεν μπορώ να δω.

Οι αγύρτες το φως μου κλέψανε,

Καρφώνοντας σίδερο πυρρό

Στα μάτια που τα κάλλη σου ατένισαν κι

Αξιώθηκαν θριάμβους κι εξαίσιες τελετές.

Eχαριστν διέτελον καί χρόνων προσθκην πιζητν ν κακος , να εαρεστήσω, τ ποιήσαντι.

Σαν βρέθηκα μπροστά στον άρχοντα τον Αγαρηνό,

Τ΄ορκίζομαι, δεν κιότεψα κι ας βρέθηκα νεκρός μεταξύ νεκρών.

Δέσποινα των άδολων ημερών,

Δέσποινα των φανερών νυκτών,

Δεν με συλλογίστηκες;

Είναι σκληρό κι άστοργο τον γιό σου να ξεγελάς.

Τώρα,την καλή μου αισθάνομαι σ΄ αυτό το υγρό και βρομερό κελί ν΄ αναστενάζει πλάι μου,

Να προσεύχεται ν΄ αλλάξει κάτι , με φούχτα γεμάτη άμμο

Τα χρόνια της να παζαρεύει.

Θυμήσου τη Σίβυλλα τη κακοτυχισμένη, που ξεπουλήθηκε σπυρί-σπυρί και

Πάψε να ελπίζεις, μην ελπίζεις.

Ο ήλιος δε λάμπει πια για μας.

Σιγαλά η ψυχή φεύγει, μαζί με το αίμα των τσακισμένων μου βολβών,

Κύριε, τ΄ όνομά σου προσπάθησα να δοξάσω, προσπάθησα με κάθε αναπνοή,

Μα ο ήλιος σου μ’ απόκαμε, μου έκαψε τα μάτια.

 

Tu non pensas, nisi quod habes ;

Να σπάσω τα κοντύλια,

Να σκίσω τα χαρτιά,

Να σβήσω τούτο το κερί,

Που μόνο σκότος δίνει.

 

H αποψινή νύχτα μοιάζει με βουνίσια λόγια, μοιάζει με δυο έρωτες νεκρούς, μοιάζει με παράκληση, που να γείρει,να προσευχηθεί; Τώρα που τον κόσμο τον ξυρίζει ένας ακόμη μπαρμπέρης μεθυσμένος, πόσος αγώνας μέχρι το τέλος; Πάνε στην εκκλησιά να δεις, Ηλι ηλι λαμά σαβαχθανί; Οι σκελετοί βαραίνουν τους ώμους του, που είναι τώραο ύπατος φιλόσοφος; Πού είναι τώρα οι ποιητές και τα σχέδη; Τα κυριακοδρόμια,τα εγκώμια και τα κάτοπτρα πόσους ανάξιους στόλισαν;

Μόλις έπεσε σκοτάδι, ενδύθηκε μανδύα κι ερυθρά πέδιλα και συλλογίστηκε στο κατώφλι, dulce et decorum est propatria mori και ναβάντες φ`ἴππου ξήλθομεν των νακτόρων περιερχόμενοι τα τείχη, καταστροφή χαμογελαστή, ο νους μου χάνεται,βουλιάζει,μόνος, πολεμήστε!Ο Θεός σας βλέπει!Θα μας σφάξουν όλους, αυτά τα τείχη δεν θα πέσουν ποτέ! Η πύλη,πόσο φριχτά καταστραμμένη, ο φόβος πιάνει με παγωμένο χέρι την καρδιά μου, το μυαλό μου, στον άνεμο, είναι σαλπίσματα αυτά, φτερούγες των αγγέλων;Ακούστε!Θα φύγουν ντροπιασμένοι από δω!Μια τελευταία μπουκιά ψωμί, μια τελευταία γουλιά κρασί,

μια τελευταία ματιά στον ουρανό, σε λίγο χαράζει, Χριστέ Βασιλε, ς νερμήνευτα και νεξιχνίαστα εσι, επιθυμιάσάρκαπίστη και η ψυχή αποτυγχάνει η κάμαρα χάνει τα πρωτεία όλη η πόλη βασιλικής γενιάςτώρα με ενενήντα ένα ονόματα στο κεφάλι του μάχεται με λύσσα πολεμάει τόση ώρα μισεί τον καθένα χωριστά μισεί τον Θεό που δεν νοιάζεται πια μισεί τον λαόποιος έμεινε στην καρβουνιά; Το χέρι κατεβαίνει ανεβαίνει κατεβαίνει και το ξίφος κολλά στη φούχτα από το αίμα η πανοπλία διαλυμένη δεν καταλαβαίνουν αν είναι βασιλιάς ή κάποιος τρελός φανατικός μόνος πάντα ήμουν μόνος, όταν την προδοσία υπέγραφα μόνος, όταν κυβέρνησα, όταν η ψυχή σε σώμα ζωντανό σάπισε, όταν αγνάντευα τις κορφές των βουνών μετά το κυνήγι, όταν είδα τη φλεγόμενη ύπαιθρο, πάλι μόνος, όταν ο Θεός δεν μ΄αποκρίθηκε, όταν αγκάλιαζα τους συντρόφους, μόνος, Άλλο ένα χτύπημα άλλη μια ψυχή στον Άδη το αίμα τυφλώνει τα μάτια του μάνιτα,το χτύπημα που δεν είδε τον έριξε κάτω, βέλη, άγχεα, ξίφη οξεία και αλάνθαστα, μια προδοτική ελπίδα, διαπερνούν το σώμα του, ετοιμοθάνατος, γαλήνιος, κοιτά τον ουρανό, αποκαμωμένος.Ο ήλιος μού καίει τα μάτια.

 

Ηαλήθεια δεν μου επετράπη,

Απέτυχα να υμνήσω.

Μαθυμήσουπάτρωνα, είμαστε όλοι τέκνα

Μιας κοινής αυθεντίας.

Exilis domus est ubi non et multa supersunt,

Et dominum fallunt et prosunt furibus.