Ο αιώνιος λοιμός των ανθρώπων

Είμαστε οι υγιείς
που περιμένουν την μεγάλη αρρώστια
είμαστε οι μολυσμένοι
οι άρρωστοι που περιμένουν τον μεγάλο θάνατο
άρρωστοι από μια κούραση ανεξήγητη
ίσως επειδή ζήσαμε πολλούς αιώνες
ίσως επειδή επιζήσαμε πιο πέρα από το κανονικό
ίσως επειδή προσπαθήσαμε εξαντλητικά να ζήσουμε
ίσως επειδή σκοτώσαμε πολλά αθώα αρνάκια
και γρήγορους σκίουρους μέσα στη χαρά τους.

Είμαστε οι πρώην ευτυχισμένοι
επειδή κανένα χάδι δεν μπόρεσε να μας αγγίξει
τόσο όσο να αναριγήσουμε για πάντα

τα δάκτυλα των καιρών είχαν πάρει μορφή αγαπημένων
γυναικών και
περνούσαν διατρητικά από πάνω μας
όμως δεν νιώσαμε την απελπισία τους.

Αποφασίσαμε ότι γι αυτό φταίει το σκληρό μας δέρμα
το βγάλαμε από πάνω μας σαν να ήταν προβιά
το δώσαμε στις σαύρες
που κάθε λίγο αλλάζουν δέρμα
το ονόμασαν ευχαρίστηση
και το φόρεσαν
αλλά δεν μας ευχαρίστησαν
παρά μόνο άρχισαν να ερωτοτροπούν
φορώντας το δέρμα μας.

Είμαστε οι αναρίθμητοι
που περιμένουν τον τυχερό αριθμό
μιας ανεξάντλητης ευδαιμονίας
οι ανυποψίαστοι που δέχονται κατάμουτρα
τη γροθιά των πραγματοποιημένων υποψιών
είμαστε αυτοί που δεν πεθαίνουν ποτέ όλοι, ποτέ εντελώς ξαφνικά
γιατί έχουν φιλοτεχνήσει τον αργό σαν κοχλάζοντα υδράργυρο
θάνατο
που διαρρέει από ραγισμένα σωληνάρια και φλέβες σαν ποτάμια
μετά από μια ακόμα ασφαλή πρόβλεψη
ότι το μέλλον είναι το άθικτο καταφύγιο
του παρόντος.

 `

*

Σιωπή

 

Όταν δεν μιλάς

η σιωπή σηκώνει γύρω σου σκόνη

και σε εξαλείφει αφού πρώτα

σε απορροφήσει σιγά σιγά

κομματάκι κομματάκι.

Δεν θέλει κανείς να δει

ένα εύθραυστο στόμα

ανάμεσα σε χιλιάδες συζητήσεις

ν’ αρνείται

ή να μην μπορεί

να παρατηρήσει κάποιο από τα βιαστικά βυτιοφόρα

που αδειάζουν μπροστά μας

σύμφωνα και φωνήεντα

την ώρα που χιλιάδες

αναγκαστικοί ή εθελούσιοι νεκροί

με άρρηκτα στόματα

προσέρχονται ευλαβικά στη σιωπή

κατέχοντας την στην εντέλεια

και οριστικά

αυτούς πάντα θα προτιμά.

`

*

Κούρδος σε διαδήλωση στη χώρα μου

Ήρθε από μακριά.

Διάσχισε πεζός μια έρημο
που έτρεχε να τον προφτάσει.

Ο Τούρκος διακινητής

τον έβαλε στη βάρκα και τον μετέφερε αντίπερα.

Δηλαδή εδώ ή κάπου αλλού.

Δεν τόλμησε να ζητήσει πίσω
τα δυο τρίτα των χρημάτων του

όταν η γυναίκα και ο γιος του πνίγηκαν στα κύματα.

Συνέχισε, αλλά πάνω σε μια αποσιωπημένη κραυγή.

 

Το τηλέφωνο χτυπά και η φωνή από την άλλη άκρη

του λέει “σε λίγο”.

Το τηλέφωνο χτυπά σε μια κάμαρα με φως κεριού

φωτογραφίες του Οτσαλάν

και το πόστερ του Αντετοκούμπο να καρφώνει.

Το πόστερ ήταν του γιου του.

Στο πιάτο

πάνω στο μισοφαγωμένο ισλί κεφτέ

τόσο λευκό με τη γιαουρτένια σάλτσα να το σκεπάζει

μια κατσαρίδα σπαρταρά

η οποία πριν ανέβαινε αμέριμνη τον τοίχο

έτοιμη να πετάξει.

Βγαίνει φορώντας την κούρδικη σάρπα του

αμολιέται δημιουργώντας άνεμο

κι ενώνεται στην πλατεία με τους άλλους.

Φωνάζει “ελευθερία στο Αφρίν
ελευθερία στην Ροζάβα

ελευθερία στην Κερύνεια”.

Εσύ τρομάζεις.

 

`

*

 

Η Μοζαμβίκη είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου

 

 

Ακούς ότι η Μοζαμβίκη είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου

ταξιδεύεις εκεί όπως μπορείς

από θάλασσα

από ξηρά

υπογείως σαν τυφλοπόντικας

και μόλις φτάσεις

σε καλωσορίζουν δυο λυκόσκυλα

σε ρίχνουν σε ένα κέντρο υποδοχής

τρως λάσπες

πνίγεσαι αλλά δεν πεθαίνεις

χέζεις σε μια τρύπα μαζί με χιλιάδεςάλλους αλλιώτικους

που επίσης είχαν ακούσει ότι η Μοζαμβίκη

είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου

σε λένε φυλακισμένο

σε λένε αγνώστου προέλευσης κινούμενο αντικείμενο

μένεις εκεί μέσα 4 χρόνια

μια μέρα το σκας

η τοπική αστυνομία δίνει τη φωτογραφία σου στον Τύπο

οι δημοσιογράφοι μεταδίδουν ότι είσαι επικίνδυνος

ο γείτονας τους το πιστεύει και διπλοκλειδώνει την πόρτα

τα περίπολα εξάπτονται και βγάζουν διπλοβάρδιες

οι φύλαρχοι σε επικηρύττουν

οι συμμορίες σε αναζητούν

ο φιλήσυχος Μοζαμβικανός περιπτεράς

ελέγχοντας το κοντόκαννο στο μυστικό του συρτάρι

το πιστεύει κι αυτός

εσύ το πιστεύεις

ότι είσαι πια ένας επικίνδυνος τύπος.

`

*

Αδρανές ανθρώπινο υλικό

του Τζορτζ Φλόιντ

 

Κουράστηκα να περπατώ

κουράστηκα να οδηγώ

να εξηγώ

να μιλώ ή να μην μιλώ

να παρατηρώ

έδωσα εντολή στους βεδουίνους

να με σπείρουν στην υποσαχάρια Αφρική

και βλάστησαστεγνός

ζήτησα από τους Αβορίγινες

να με φυτέψουν στις τούνδρες της Αυστραλίας

και ξεμύτησα μακρινός

παρακάλεσα τη μικρή Μούνα Ζαγιέτ από την Υεμένη

να με χώσει βαθιά σταλεπτόκοκκα χώματα

του καταυλισμού της

και ευδοκίμησα φτωχός

κι έβγαλα καρπούς φτωχούς.

 

Θέλωνα πάω σ ένα μέρος ερημικό

όπως το πίσω τμήμα του αφτιού

ένα μέρος ξεχασμένο

από ανθρώπους και εξάπλωση

όπως το στόμα-σπήλαιο του νηστικού

ψάχνω ένα ισιοτόπι να μου επιστρέφει κάθε πρωί

την κληρονομική τυφλότητα του γένους μου

μια μικρή έκταση γης όπου τίποτα δεν θα με ξέρει

όπου δεν θα θυμούμαι ποιος είμαι

ούτε ζωντανός ούτε νεκρός

απλώς ακούνητος

αδρανής

αδιάφορος

αδιάβροχος σε δάκρυα και σε βροχές

στεγανός και αδιαπέραστος

θέλω να είμαι

ο πεζοπόρος από τα αυτοκίνητα-σπίτια του φεγγοβόλου Παρισιού

που προσποιείται ότι βλέπει κάτι φυσιολογικό

ο περίεργος που περνά μέσα από τις προσωρινές στρατοπεδεύσεις

ξεπαγιασμένων κάτω από μεγάλα γεφύρια της Νέας Υόρκης

αυτός που είναι βιαστικός

επειδή έχει να κάνει πράγματα σημαντικά

oθεατής του μπάτσου του λευκού

του μπάτσου-σπέρμα της Κου Κλουξ Κλαν

που ποδοπατάει μέχρι θανάτου έναν μαύρο στο λαιμό

θέλω να γίνω σαν εσένα

Μαρία, Ελένη, Περσεφόνη, Μυρτώ, Μηλιά, Άρτεμις

που διήλθες από δίπλα μου

φορτωμένη με όλες τις αναμνήσεις σου

που σχεδόν με άγγιξες περνώντας από δίπλα μου

τις προάλλες στην οδό Αγίου Ιουστινιανού

φορτωμένη με εμένα

γεμάτη με εμένα στα μεδούλια σου

κάνοντας πως δεν με θυμάσαι.