Παράξενοι σεισμοί

 

Ίπτασαι με σιγουριά,

Κι εγώ ακόμη εξασκούμαι στο να πέφτω

με κάποια ενσυνείδηση.

Ο ωκεανός έξω απ’ το παράθυρό μας

Βρυχάται εξοργισμένος

Κι εμείς νυσταγμένες,

ελπίζουμε σε άλλες εκδοχές μας

και κλείνουμε τα μάτια

Κι όλο αγγιζόμαστε…

 

Καθώς οι σταγόνες γρατζουνάνε τα τζάμια,

Βουλιάζουμε στη ζέστη

και στη βεβαιότητα

ενώ κάτω από το κρεβάτι,

 

Το πάτωμα

είναι γεμάτο φύκια

 

*

 

Μαρμάρινα φτερά

 

Γάντζοι κρέμονται από τα σύννεφα

σε μια ύστατη προσπάθεια ανακωχής

με ό,τι με περιβάλλει

Ένα χέρι με αγγίζει στον ώμο

–δε γυρνώ να κοιτάξω, δεν είναι κανείς–

 

Εσύ στέκεσαι πάνω στα φύλλα.

Με ακολουθείς με τη μορφή σπουργιτιού

και ενός απατηλού ονείρου μιας καλύτερης εποχής.

 

Στο μεταξύ,

Το δέρμα μου καταβροχθίζει αγγίγματα

Και προσδοκά όσο το δυνατόν πιο αναίμακτες εξορύξεις…

Υπάρχω σε μια μόνιμη κατάσταση πένθιμης αδράνειας

Απλώς γνέφω ή απλά γλείφω

Λαγοκοιμάμαι,

Τρελαίνομαι

Έχω τη σκέψη σου στον ώμο μου

 

 

Γυρνάω σπίτι:

εδώ υπάρχουν μόνο τα κοτσύφια, και τα βήματα στο πάνω πάτωμα

Μόνο εγώ, το πρωινό,

και η σιωπή σου.