Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ με τον οποίο βρίσκονται σ’ επαφή οι μηχανικές και
βιομηχανικές τέχνες με τις καλές τέχνες και τη λογοτεχνία και την οποία μόλις υποδείξαμε
είναι βέβαια ενεαυτή συνεπής· παρόλα αυτά παραμένει πολύ κοινωνιολογίζουσα και
ιστοριογραφίζουσα, δηλαδή μονόπλευρη. Μολονότι ο Αντόρνο και ο Μπένγιαμιν φαίνεται
να διστάζουν απέναντι σ’ αυτή την ερώτηση, πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η επιστήμη
και η βιομηχανία δεν είναι λιγότερο άτρωτες από την υποψία που πέφτει πάνω στην
πραγματικότητα απ’ ό,τι η τέχνη και η γραφή. Το να υποθέσουμε το αντίθετο, θα σήμαινε
να θρέψουμε μια πολύ ουμανιστική αντίληψη για το μεφιστοφελικό λειτουργισμό της
επιστήμης και της τεχνολογίας. Δεν μπορούμε, βέβαια, ν’ αρνηθούμε πως η αποκαλούμενη
τεχνο-επιστήμη σήμερα κυριαρχεί, πράγμα που σημαίνει ότι επακολουθεί μια μαζικής
κλίμακας υπαγωγή γνωστικών δηλώσεων στο στόχο μιας μέγιστης αποδοτικότητας, η
οποία κι αποτελεί κριτήριο του τεχνικού στοιχείου. Όμως το μηχανικό και το βιομηχανικό
στοιχείο αποτελούν, ιδίως όταν κάνουν την είσοδο τους στο πεδίο το οποίο
επιφυλασσόταν παραδοσιακά για τον καλλιτέχνη, φορείς κάτι τελείως διαφορετικού από
σκέτα αποτελέσματα εξουσίας. Διότι αντικείμενα και τρόποι σκέψης που προκύπτουν από
την επιστημονική γνώση και την καπιταλιστική οικονομία, διαδίδουν αδιάλειπτα έναν από
τους κανόνες στους οποίους χρωστούν τη δυνατότητα τους, ο οποίος λέγει ότι δεν υπάρχει
καμμιά πραγματικότητα εκτός από αυτήν που συνομολογείται μεταξύ συνεταίρων, υπό τη
μορφή μιας συναινέσεως όσον αφορά γνώσεις και υποχρεώσεις. Αυτός ο κανόνας δεν
είναι μικρής εμβέλειας. Είναι το ίχνος το οποίο άφησε πίσω της, στην πολιτική του λογίου
και του διαχειριστή κεφαλαίου, ένα είδος φυγής της πραγματικότητας από τις
μεταφυσικές, θρησκευτικές και πολιτικές βεβαιότητες, τις οποίες το πνεύμα φανταζόταν
ότι είχε υπό την κατοχή του.
Αυτή η υποχώρηση είναι ουσιώδης για τη δυνατότητα γέννησης της επιστήμης και του
καπιταλισμού. Όχι φυσική πλέον δίχως δυσπιστία για την αριστοτελική θεωρία κινήσεως,
όχι βιομηχανία δίχως απόκρουση του Κορπορατισμού, του Μερκαντιλισμού και της
Φυσιοκρατίας. Με τη σύγχρονη επιστήμη συμβαδίζει, με όποιο τρόπο κι αν τη
χρονολογήσουμε, ένας κλονισμός της πίστης και τρόπον τινά, ως επακόλουθο της
ανακάλυψης άλλων πραγματικοτήτων, η ανακάλυψη πόσο λίγο πραγματική είναι η
πραγματικότητα.
Τι σημαίνει αυτή η «ελάττωση» («φθίση») της πραγματικότητας, αν προσπαθήσουμε να
την αποχωρήσουμε από μια μόνο ιστορικιστική ερμηνεία; Η έκφραση αυτή είναι φανερό
ότι συγγενεύει μ’ αυτό που ο Νίτσε ονόμασε Μηδενισμό. Μια μετατροπή εντούτοις αυτής
της κίνησης, η οποία προηγείται της προοπτικής του Νίτσε, παρατηρώ στο καντιανό θέμα
του υψηλού. Ειδικότερα, μου φαίνεται πως η μοντέρνα τέχνη (συμπεριλαμβανομένης της
λογοτεχνίας) βρίσκει στην αισθητική του υψηλού την κινούσα δύναμη της και η λογική
των πρωτοπορειών τ’ αξιώματα της.

`

Το υψηλό αίσθημα, που είναι επίσης και το αίσθημα του υψηλού, είναι σύμφωνα με τον
Καντ ένα σφοδρό και διχασμένο πάθος: σ’ αυτό περιέχονται ταυτόχρονα ηδονή κι
αποστροφή. Καλύτερα ακόμη: σ’ αυτό προκύπτει η ηδονή από την αποστροφή. Μέσα
στην παράδοση της φιλοσοφίας του υποκειμένου, που προέρχεται από τον Αυγουστίνο και
τον Καρτέσιο και η οποία δεν τίθεται ουσιωδώς εν αμφιβόλω από τον Καντ,
αναπτύσσεται αυτή η σύγκρουση, την οποία άλλοι θα χαρακτήριζαν νεύρωση ή
μαζοχισμό, σύγκρουση μεταξύ των ικανοτήτων ενός υποκειμένου, της ικανότητας για
σκέψη και της ικανότητας για «αναπαράσταση». Η γνώση επιτυγχάνεται όταν μια δήλωση
(εκφορά/Aussage) , είναι νοητή κι επιπλέον μπορούμε ν’ αποκομίσουμε από την εμπειρία
«περιπτώσεις» που αντιστοιχούν σ’ αυτή (τη δήλωση). Η ομορφιά προκύπτει όταν επί τη
ευκαιρία μιας «περιπτώσεως» (του έργου τέχνης), η οποία καταρχήν δίδεται στην
αισθητικότητα χωρίς εννοιακό προσδιορισμό, προβάλλονται από το συναίσθημα της
ηδονής απαιτήσεις για μια καταρχήν παγκόσμια συναίνεση, ανεξάρτητα από κάθε
συμφέρον/διαφέρον που μπορεί να προκαλέσει αυτό το έργο (η οποία συναίνεση πιθανόν
να μην επιτευχθεί και ποτέ).

`
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το γούστο μαρτυρεί ότι μεταξύ της ικανότητας στοχασμού ή
(ικανότητας) εννοιών και της ικανότητας παράστασης ενός θέματος (Gegenstand)
αντιστοίχου προς την έννοια, υπάρχει μια α (προσδι)άριστη συμφωνία άνευ κανόνων, η
οποία προξενεί μια κρίση (απόφανση/Urteil), καλούμενη από τον Καντ (δια)στοχα-στική
(reflectierend) και η οποία μπορεί να βιωθεί ως ηδονή. Το υψηλό είναι ένα άλλο
συναίσθημα. Προκύπτει όταν η δύναμη της φαντασίας αδυνατεί να παραστήσει ένα θέμα,
το οποίο έστω καταρχήν θα μπορούσε να έρθει σε συμφωνία με μια έννοια. Διαθέτουμε
βέβαια την ιδέα του κόσμου (της ολότητας αυτού που είναι), αλλά όχι και την
επιτηδειότητα να επιδείξουμε ένα παράδειγμα της. Έχουμε την ιδέα του απλού (του μη
περαιτέρω διαιρετού), όμως δεν μπορούμε να το καταστήσουμε εποπτικά σαφές μέσω
ενός αισθητού αντικειμένου, το οποίο θα δρούσε ως περίπτωση της ιδέας. Μπορούμε να
φανταστούμε το απολύτως μεγάλο, το απολύτως ισχυρόν, κάθε όμως παράσταση ενός
αντικειμένου, η οποία θα αποσκοπούσε στο να μας «κάνει να δούμε» αυτό το απόλυτο
μέγεθος ή την ισχύ (Macht), μας φαίνεται οδυνηρά ανεπαρκής. Υπάρχουν ιδέες, των
οποίων η παράσταση είναι αδύνατη· μέσω αυτών, λοιπόν, δεν είναι αναγνωρίσιμο τίποτε
το πραγματικό (που θα ανήκε στην εμπειρία) · αρνούνται την ελεύθερη συμφωνία μεταξύ
των ικανοτήτων, η οποία προξενεί το αίσθημα του ωραίου· εμποδίζουν το σχηματισμό και
τη σταθεροποίηση ενός γούστου. Μπορεί να τις αποκαλέσει κανείς μη (ανά
)παραστάσιμες (undarstellbar).

`
Μοντέρνα αποκαλώ την τέχνη, η οποία μεταχειρίστηκε τη «μικρή τεχνική» της, όπως θα
‘λέγε ο Ντιντερό, για να δείξει ότι υπάρχει μη-αναπαραστάσιμο. Να κάνει ορατό ότι
υπάρχει κάτι που μπορούμε να το σκεφτόμαστε, όχι όμως και να το βλέπουμε ή να το
κάνουμε ορατό: αυτή είναι η προσκομιδή της μοντέρνας ζωγραφικής. Πώς όμως μπορεί
κανείς να κάνει ορατό ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι αόρατο (unsichtbar); Ο ίδιος ο Καντ
μας παρέχει μια ένδειξη για το ποια είναι η ακολουθητέα εδώ οδός, χαρακτηρίζοντας το
άμορφον, την απουσία μορφής, ως πιθανό δείκτη του μη-(ανα)παραστάσιμου. Για την
κενή αφαίρεση (Abstraction), αυτή της δυνάμεως φαντασίας (Einbildungskraft) όταν
αναζητεί μια (ανα)παράσταση του απείρου (ένα ακόμη μη-αναπαραστάσιμο) λέγει επίσης
ότι η ίδια αυτή η αφαίρεση είναι μια (ανα)παράσταση του απείρου, η αρνητική
(ανά)παράσταση του. Παραθέτει το «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον κτλ.» (Έξοδος § 214)
ως το πλέον υψηλό χωρίο της Βίβλου, καθόσον εκεί απαγορεύεται κάθε είδους
(ανά)παράσταση του απολύτου. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και πολλά σ’, αυτές τις
παρατηρήσεις για να σκιαγραφήσουμε μια αισθητική της υψηλής ζωγραφικής: ως
ζωγραφική, θα «(ανά)παρίστανε» βέβαια κάτι, όμως μόνο κατ’ αρνητικό τρόπο κι έτσι,
λοιπόν, θ’ απέφευγε καθετί το συμβολικό και το απεικονιστικό, θα ‘ταν λευκή ωσάν
τετράγωνο του Μάλεβιτς, θα καθιστούσε (κάτι) ορατό μέσω της απαγόρευσης του
βλέπειν, θα παρασκεύαζε μόνο ηδονή παρέχοντας οδύνη. Σ’ αυτές τις καθοδηγητικές
αρχές μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε εκ νέου τ’ αξιώματα των καλλιτεχνικών
πρωτοπορειών, στο βαθμό που τούτες στοχεύουν να υπαινιχθούν ένα μη-αναπαραστάσιμο
μέσω ορατών (ανά)παραστάσεων. Τα συστήματα και οι επεξηγήσεις, που στο όνομα τους
ή με την ενίσχυση τους έγινε η υπεράσπιση και δικαιολόγηση αυτού του καθήκοντος,
αξίζουν οπωσδήποτε μεγάλης προσοχής· έγινε, εντούτοις, δυνατό ν’ αναπτυχθούν μόνο επί
τη βάσει του προσδιορισμού του υψηλού και για να το νομιμοποιήσουν με τη σειρά τους,
ήτοι να το μεταμφιέσουν. Θα έμενε ανεξήγητο χωρίς την ασυμμετρία της
πραγματικότητας σε σχέση με την έννοια, η οποία υπονοείται από την καντιανή
φιλοσοφία του υψηλού.

`
Δεν σκοπεύω εδώ να διερευνήσω εν λεπτομέρεια το πώς οι διαφορετικές πρωτοπο-ρείες
ταπείνωσαν και συγχρόνως απέκλεισαν την πραγματικότητα με το να υποβάλλουν τα
μέσα πίστης σ’ αυτήν, τις εικαστικές δηλαδή τεχνικές, σε μια αδυσώπητη εξέταση.
Τοπικός τόνος, σχέδιο, μίξη χρωμάτων, γραμμική προοπτική, ποιότητα φορέα και υλικού
εργασίας, «τιμολόγιο», ανάρτηση, μουσείο: ασταμάτητα ταράσσουν οι πρωτο-πορείες τα
καλλιτεχνικά μέσα της παράστασης, τα οποία δίνουν αφορμή ώστε η σκέψη να υπόκειται
στην κυριαρχία του βλέμματος και να εκτρέπεται από το μη-(ανα)παραστάσιμο. Αν ο
Χάμπερμας, όπως εξάλλου κι ο Μαρκούζε, αντιλαμβάνεται αυτή την εργασία
αποπραγμάτωσης ως μια όψη (κατασταλτικής) από-μετουσίωσης (Entsublimierung) και
τη θεωρεί ως το χαρακτηριστικό της πρωτοπορείας, αυτό γίνεται επειδή συγχέει την
καντιανή έννοια του υψηλού με τη φροϋδική μετουσίωση και γι’ αυτόν η αισθητική
παραμένει η αισθητική του ωραίου.

* Το παρόν δοκίμιο πρωτοδημοσιευτηκε στο ιταλικό περιοδικό Alfabeta, No 32. Μεταφράστηκε από τη γερμανική έκδοση του κειμένου, που δημοσιεύτηκε στο TUMULT, No 4 κι ελέγχθηκε από τη 2 από 13 γαλλική έκδοση στο Critique, No 419. Επιμελητης της γερμανικής μετάφρασης είναι ο Clemens Cart Marie. Εδώ παρουσιάζεται όπως δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό «ΛΕΒΙΑΘΑΝ»