1.

Στάσου, της άπιαστης αγάπης μου σκιά
Γλυκειά εικόνα, που με κρατάει μαγεμένη.
Φάντασμα, που τη ζωή μου ‘χει κλεμμένη,
απάτη, που κάνεις το θάνατο χαρά.

Αν σαν μαγνήτης την καρδιά μου την τραβάς
με δύναμη, σα να ‘μουνα ατσάλι,
γιατί με κολακεία μ’ ελκύεις πάλι,
αν φεύγοντας μακριά, μετά, μ’ εξαπατάς.

Να μην καυχιέσαι, που με θρίαμβο κρατάς
τη δόλια μου ψυχή τυραννισμένη
κι αν μεσ’ απ’ τ’ άδεια χέρια μου περνάς,

άυλη μορφή, για μένα πια χαμένη,
άδικα απ’ την αγκαλιά μου ξεγλυστράς,
στη φαντασία μου σ’ έχω φυλακισμένη.

2.

Χρόνιος της ζωής μας , είσ’ ελπίδα, πυρετός
ανάμεσα στο φόβο ή τη χαρά
στο κέντρο δείχνεις , πάντα σταθερά
στο ξελογιασμά μας, συνεργός.

‘Κει ισορροπεί ο δείκτης σου αυτός,
γέρνει μια δεξιά, μι’ αριστερά
μητε γαλήνια, μητε θλιβερά
της ψυχής κρατάς το καθεστώς.

Φονιάς πως είσαι, κάποιοι αμφιβάλλουν,
μα φαίνεται, σαν βλέπεις τις καρδιές
οι φόβοι, που σκορπάς, να περιβάλλουν.

Μήτ’ αληθεύει πως στις άδειες μας ζωές,
χρόνια οι λαχτάρες σου μας δίνουν:
το θάνατό μας παρατείνουν.

3. Εξόδιοι μονόλογοι σε μορφή σονέτου από το έργο “Οι μπελάδες ενός σπιτιού”

Στη φάρσα αυτή παρεξηγήσεων η ντε λα Κρουζ συνοψίζει, αλλά και παρωδεί, την κληρονομιά των Ντε Βέγκα, Καλντερόν και ντε Μολίνα. Ακολουθεί τη σκηνική σύμβαση του έμμετρου μονολόγου, συνήθως πριν την έξοδο, στο τέλος μιάς σκηνής, όταν κορυφώνεται η αγωνία ή εκφράζεται ένα δίλημμα. Η συσσώρευση των μεταφορών στην ποιητικη γλώσσα του μπαρόκ γίνεται εργαλείο ανάδειξης χαρακτήρα, όπου η γλώσσα των ερωτευμένων – αλλά και ο Έρωτας γενικότερα – παρουσιάζεται με μιά ειρωνική ματιά. Λίγα λόγια για την υπόθεση:
Η Λεονόρ και ο Κάρλος ετοιμάζονται να κλεφτούν, αλλα ο Πέδρο, που είναι ερωτευμένος μαζί της, την απαγάγει, κάνοντας τον πατέρα της να πιστέψει ότι εκείνος την έκλεψε. Μ’ αυτον τον τρόπο προσπαθεί να εκβιάσει τον γάμο τους. Η αδερφή του η Άννα είναι με τη σειρά της, ερωτευμένη με τον Κάρλος, παραμελώντας τον αρραβωνιαστικό της, τον Χουάν. ‘Οταν μαθαίνει ότι η Λεονόρ είναι αντίζηλος της, αυτό την κάνει ακόμα πιο αποφασισμένη να κερδίσει τον Κάρλος.

Πράξη πρώτη, Σκηνή 2

Ντόνια Άννα:
Του Κάρλος, αν μόνη η θωριά, η θεϊκή,
μ’ αρκεί, να θέλω να τον κάνω ταίρι,
της ζήλειας μου το κοφτερό νυστέρι
τρανεύει την γλύκα του την φυσική.

Δεν θάν’ η νίκη μου πιο θριαμβευτική,
εάν ξεχάσει το μικρό του περιστέρι;
Συχγώρα με, Χουάν, που η καρδιά δεν ξέρει
ν’ ακολουθήσει αυτό που δείχνει η λογική,

πως είν’ ο έρωτάς μου τρέλλα, ζάλη –
το πρόσταγμά της έμειν’ αμάθητο:
Τον Κάρλος προτιμώ! Το νιώθω, σφάλλει

η κρίση μου, δεν έχει το αλάθητο
μα κι αν είν’ έτσι, που ανήκει σ’ άλλη,
τον κάνει ακόμα πιό ακαταμάχητο!

Πραξη δεύτερη, Σκηνή 4

Ντόνια Λεονόρ:
Μι’ ακόμα χάρη, Ντον Πέδρο, να μ’ επιτρέψεις,
στις τόσες μέσα, που η χάρη σου μου τάζει·
την μόνη απ’ όλες που ζητώ, μην το μαράζι
που νιώθω, με λόγια περιττά θεριέψεις!

Σώπα, κι αυτό ας μου γίνει καταφύγιο.
Τώρα, που η τύχη σαν δήμιος μου μοιάζει,
γονατιστή, η αγωνία με σφάζει
κι είναι η ντροπή, που έρχεται, μαστίγιο.

Για έρωτα πώς θες ν’ ακούσω να μιλάς,
τίποτα τη μαύρη θλίψη δεν αλλάζει,
σώπα, λοιπόν, να ξέρεις , δεν πειράζει

σκληρά που φέρθηκα, ενώ με αγαπάς.
Τι κι αν στον έρωτα σου είχες νικηθεί
Διπλά και τριπλά, μ’ έχεις πια εκδικηθεί.

Πράξη δεύτερη, Σκηνή 11

Ντον Πέδρο:
Αν ευτυχής, η δυστυχής, να πω
πως νιώθω, δύσκολο να εκφράσω
Αν με ‘τοιμάζει να ταπεινωθώ
η τύχη, η να χαμογελάσω…

Αφού ο πατερας της στα γόνατα
μ’εκλιπαρεί να τηνε κάνω ταίρι
τώρα, πριν τα κακά τα στόματα
αρχίσουν, φέγγει της τύχης μου τ’ αστέρι!

Κι όμως , η Λεονόρ θα μ’ αρνηθεί
το νιώθω, κι ούτε υπάρχει ελπίδα
νύφη, για μένα, απόψε να ντυθεί…

Εκτός κι αν γυρίσει νέα σελίδα,
γνώμη αλλάξει, απ’ την απελπισιά –
Έρωτα, μαλάκωσε της την καρδιά!

Το έργο της μοναχής και λογίας Χουάνα Ινές ντε λα Κρούζ (1648-1695) αποτελεί ταυτόχρονα μία εξαίρεση αλλά και ένα επιστέγασμα του Ισπανικού χρυσού αιώνα… Ασχολείται με την ποίηση, το θέατρο και τη φιλοσοφία, υποστηρίζοντας το δικαίωμα των γυναικών στη γνώση, παρά τις αντιδράσεις του κατεστημένου της εποχής. Γεννημένη στην αποικιακή περιφέρεια (Μεξικό), επεξεργάζεται τον πλούτο της ισπανόφωνης λογοτεχνικής κληρονομιάς μέσα από μιά δική της προοπτική. Τα δύο αρχικά σονέτα είναι πολυμεταφρασμένα: ενδεικτικά αναφέρουμε την απόπειρα του Σάμιουελ Μπέκετ σε αρχαϊζοντα Αγγλικά. Το πρώτο σονέτο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για την σχεδόν καβαφική του ατμόσφαιρα και προβληματική.
Σαν μέτρο σύγκρισης για τα θεατρικά σονέτα, παραθέτουμε ένα αντίστοιχο από το έργο του Λόπε ντε Βέγκα “Το σκυλί του περιβολάρη” . Εδώ η σκέψη ξετυλίγεται με εντονότερη ρητορικότητα και η συμβατικότητα των μεταφορών ταιριάζει στο χαρακτήρα που εκφέρει τον μονόλογο Η Ντιάνα είναι μία ευγενής ερωτευμένη με τον κοινωνικά κατώτερο γραμματέα της. Δεν τολμάει ούτε στον εαυτό της να το παραδεχτεί, ώσπου μαθαίνει την ύπαρξη μιάς αντιζήλου ανάμεσα στις γυναίκες της συνοδείας της. Σ’ αυτό τον μονόλογο, για πρώτη φορά, βρίσκει τα λόγια να εκφράσει το δίλημμά της.

Ντιάνα

Συχνά κι εγώ κοιτώντας τον ξεχάστηκα
την μέρα στη δουλειά , το βράδυ οταν τελειώνει
μ’απ τον λαμπρό της ομορφιάς του ήλιο κι αν ζεστάθηκα
η σκέψη και μόνο της ντροπής- κρύα σα χιόνι.

Ο έρωτας, λένε, είναι κοινό για όλους αγαθό,
στη φύση, τάχα· την καρδιά ν’ακολουθήσεις πρέπει
μα εγώ, καρδιά περήφανη, να τον ξεχάσω προσπαθώ,
ο τίτλος και η γενιά μου η τρανή, δεν μου το επιτρέπει.

Ζήλεια, θα είσαι η μοίρα μου , καλά το ξέρω,
να βλέπω τη χαρά των άλλων από μακριά
να τρέμω ντροπή στο σπίτι μου μη φέρω

κι ας κομματιάζονται τα σπλάχνα μου κρυφά-
Τόσο που μόνο μια ευχή απόμεινε, κι αυτή ανέλπιδη, πικρή:
αχ, να τον ανύψωνε η αγάπη μου η να έκανε εμένα πιό μικρή.