Όνειρο ή πραγματικότητα;

Πλανώμαι σε άψυχα και μοναχικά
σοκάκια, κλείνω τα μάτια, σκέφτομαι,
δημιουργώ το δικό μου ονειρικό τοπίο
μέσα από άυλα οράματα και εικόνες,
οι οποίες έχουν ξεθωριάσει στο βάθος
του χρόνου.
Ακούω τον ήχο της αγριεμένης θάλασσας
και αισθάνομαι το ψύχος του θερινού αγέρα,
ο οποίος παρασύρει και ζωντανεύει την χρυσή
αμμουδιά.
Αρνούμαι την επιστροφή στη σκληρή
πραγματικότητα. Φοβάμαι να αντικρύσω
τους άχρωμους τοίχους και τα ράφια
των βιβλίων, τα οποία επίμονα αναζητούν
τη δική τους ελευθερία από το βίωμα του
εγκλωβισμού.
Τρομαγμένα πρόσωπα δεξιά και αριστερά
πηγαινοέρχονται, δούλοι της άδικης ζωής,
απορροφημένοι από το μεγάλο όραμα,
ελπίζοντας σε μία λαμπρή και ένδοξη μέρα.

………………………..

Ήλιος, φως, ζωή, χαρά
Τι όμορφες λέξεις που μετατρέπονται σε δυνατά συναισθήματα
Ποιος όμως στ’ αλήθεια τα ένιωσε;
Ποιος κατάφερε να γευτεί τους καρπούς τους;
Ποιος στ’ αλήθεια κατανόησε την πραγματική τους σημασία;
Σκοτάδι, θάνατος, Φόβος, μίσος, πικρία
Ω! Τι σκληρότης!
Ποιος στ’ αλήθεια κατάφερε να γλιτώσει από τον ζυγό τους;
Ένας ζυγός που μέρα με τη μέρα τρέφεται με τη ψυχή σου και παίρνει δύναμη από αυτή
Τι περίεργο πλάσμα που είναι τελικά ο άνθρωπος!

……………………………

Κρύο, έξω κρύο. Τι όμορφος και σαγηνευτικός ο ήχος της βροχής!
Συναισθήματα, διάχυτα συναισθήματα που ξεθώριασαν από τις σταγόνες της φθινοπωρινής βροχής και νεκρώθηκαν από το βαρύ ψύχος του Νοεμβρίου.
Λέξεις, λέξεις που έχασαν το νόημά τους.
Λέξεις, λέξεις βουβές και χάρτινες που παρελαύνουν με τη μοναξιά.
Όλα ματαιότης! Τι να συνέβη άραγε; Ποιος μπορεί να ξέρει;

…………………………..

ΚΟΜΟΤΗΝΗ 30/10/19

ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Έξω κρύο, μέσα μου αναβρασμός, σας ψάχνω, σας αναζητώ, μα τίποτα. Όλη η πόλη φαντάζει έρημη, ανούσια, άσκοπη.
Το κάθε τραπέζι στη Βενιζέλου και αναμνήσεις, η στάση στην Παλιά Πρυτανεία, το προκάτ Ε’, το κυλικείο, τα παγκάκια της σχολής; Σαν τώρα θυμάμαι τα γέλια και τις περιπέτειες μας, περνά το αστικό, τι να θυμηθώ;;;;
Το κουλούρι του φούρνου, ο καφές του Kaffeine έχασαν και αυτά τη γεύση τους, τη σπιρτάδα και τον σκοπό τους.
Από την άλλη, ξανακοιτώ την πόλη και μου φαίνεται ξένη, άγνωστες φιγούρες κινούνται, κίνηση στους δρόμους και ο καθένας στο δικό του ταχύ και σοβαροφανές πρόγραμμα.
Φτάνω στο κέντρο, στέκομαι μπροστά στο σιντριβάνι, κλείνω τα μάτια και περιμένω να ακούσω τη φωνή σας. Μα πάλι τίποτα…
Για όλα αυτά λοιπόν, για εσάς!
…………………………………….

Συντρίμμια, ερειπωμένες και γυμνές πολιτείες βιώνουν το κενό της καταστροφής.
Αναζητώ ένα δείγμα ζωής, μα τίποτα.
Τα τελευταία τιτιβίσματα θάφτηκαν και αυτά μέσα στα ερείπια.
Δεν δύναμαι να αναλογιστώ το μέγεθος της καταστροφής.
Ο χρόνος έχει σταματήσει και εγώ στέκομαι ως βουβός θεατής του.
Έντονες σειρήνες επιτίθενται στο μυαλό μου σαν διονυσιακές μαινάδες,
έρχονται σαν ερινύες κάθε βράδυ και επιθυμούν να γεννήσουν το αίσθημα της ματαιότητας και της μοναξιάς.
Αντιστέκομαι σαν ένδοξος πολεμιστής, ο οποίος όμως αρχίζει και βιώνει το αίσθημα της ήττας που πλησιάζει.

Συντρίμμια

Ερειπωμένες πολιτείες
Βιώνουν τη γύμνια της καταστροφής
Τα τελευταία τιτιβίσματα
Θάφτηκαν στο κενό
Οι λεπτοδείκτες σταμάτησαν
Κι εγώ βουβός αναζητώ δείγματα ζωής

Σειρήνες επιτίθενται στο μυαλό
Διονυσιακές μαινάδες κάθε βράδυ
Εγκυμονούν τη μοναξιά
Όσο αντιστέκομαι στις Ερινύες
Φουντώνει το αίσθημα της ένδοξης ήττας
Που πλησιάζει.