ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

Ἡ πόλις νεκρή
βυθισμένη στὴν σιωπή
στὸ τίποτα πνιγμένη

Οἱ ἄνθρωποι κρυμμένοι
ἐλεύθεροι ἐγκλεισμένοι
σὲ οἰκεία φυλακή

Ἔτσι
σὰν πεθαμένος ἂν σταθῇς
καὶ τὴν σιωπὴ ἀφουγκραστῇς
ἴσως ἀκούσῃς τοὺς νεκρούς
νὰ σιγοτραγουδᾶνε

ΜΙΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ

Μία πρὸς μία
στὴν μύλη τοῦ χρόνου
μὲ θλῖψι μὲ πόνο
τὶς μέρες μου ἀλέθω

ΑΝΤΙΔΟΤΟ

Ἐκεῖ ἀνάμεσα στὶς ὧρες τὶς νεκρές
σφηνωμένοι στὰ δόντια τῆς μέρας
στὶς χαραμάδες τῶν χαρούμενων στιγμῶν
ψάχνουμε τὸ ἀντίδοτο
πασχίζοντες νὰ βροῦμε
τὸ φονικὸ ἀντίδοτο
ὅλων αὐτῶν δυνητικῶς
τῶν ὅσων μᾶς συνθλίβουν

ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Τὸ χελιδόνι ποὺ ἔφυγε
ἔσχατο καὶ θλιμμένο
πλὴν θαλερὸ καὶ ἀποφασισμένο
ὑποσχέθηκε μιὰν ἄνοιξι ἀλλοιώτικη
Ἅμα τῇ ἀφίξει του
ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ του

Μιὰν ἄνοιξι ἀλλοιώτικη
γεμάτη χρώματα κ’ ἐλπίδα
χοροὺς καὶ ξέγνοιαστα παιγνίδια
γεμάτη γέλια καὶ χαρές
καὶ εὐθυμίας μουσικές
γεμάτη ἐλευθερία

Χελιδόνι λευκό
χελιδόνι ἀλφό
μὲ φτεροῦγες στιλπνές
καὶ δυὸ πύρινα μάτια

ΠΑΠΑΡΟΥΝΑΙ

Τί εὐγενεῖς
συνεσταλμέναι
κ’ ἐντροπαλαὶ αἱ παπαροῦναι
Μόλις τὸ βλέμμα μου αἰσθανθοῦν
ἀμέσως κοκκινίζουν

ΚΑΘΕ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Κάθε καθρέφτης
θέλοντας καὶ μή
κατάσαρκα φορεῖ
τὴν ὀμορφιὰ ἢ τὴν ἀσχήμια
ὅσων πάνω στὸ δέρμα του
κυττοῦν καὶ καθρεφτίζονται

ΗΛΙΟΣ ΕΔΩΔΙΜΟΣ

Κάθε ποὺ βραδυάζῃ
ὁ ἥλιος βουτάει
στὸ στόμα τῆς νύχτας
κ’ ἐκείνη τρώει τὸν καρπόν
καὶ φτύνει τὰ κουκκούτσια
τ’ ἀστραφτερά του τὰ κουκκούτσια
– τὰ ἀστέρια –
τὰ μαῦρα της μαλλιὰ γιὰ νὰ στολίσῃ
ὥσπου νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί
καὶ ἕνας νέος ἥλιος γεννηθῇ
– ἥλιος ἐδώδιμος –
καὶ μὲ τὸν θάνατόν του τὸν χρυσόν
καὶ πάλιν νὰ τὴν θρέψῃ

Ο,ΤΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟΜΕΝΕΙ

Δαγκώνουν τὴν σελήνη
νύκτωρ
σταδιακά
τὰ λυσσαλέα δόντια
τῆς ἀρουραίας σκιᾶς
κ’ ἕνας μηνίσκος φωτεινός
ὅ,τι στὰ μάτια ἀπομένει

ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΓΡΑΨΑ

Ὅσα δὲν ἔγραψα
πέθαναν σκέψεις
μνήματα λέξεις

ΑΠΩΝ

Στῆς διαδρομῆς μου τὸ τέλος
τύποις μὴ μὲ θρηνήσετε
Στὸν θάνατόν μου
δὲν θὰ εἶμαι παρών