Στημένο  Όνειρο

 

Απόψε ονειρεύτηκα όνειρο που ’χα στήσει.

Με προ Χριστού σενάριο και καστ που ’χε απιστήσει.

 

Εγώ με ρούχα του έρωτα, με λούσα της αγάπης,

έφερα και στ’ απόθεσα, δώρα μου της απάτης.

 

Κι απόμεινα γυμνή. Γυμνή από φόρεμα θνητό

από ενοχή. Σε μιαν αόριστη εποχή ν’ ακινητώ.

 

Σούρσιμο φιδιού ακούστηκε έξαφνα από μακριά.

Που κρύφτηκε και μας κοίταζε από μιαν άκρια.

 

Άνοιξες δρόμο στο κορμί που έβγαζε απ’ τ’ όνειρο.

Πάνω μας το μήλο επικρέμαται ακόμη πρώιμο.

`

*

Απώλεια Λήθης(IΙ)

 

Μνήμη μου, ήρθες απόψε μακρινή.

Φερμένη από μια τέχνη μαντική.

 

Πρώτα, το πρόσωπό σου σχηματίζω.

Δεν άλλαξες πολύ στοιχηματίζω.

 

Έπειτα διοχετεύω το κορμί

σε στάση που αναβλύζει την ορμή.

 

Μονάχα τη φωνή σου δεν πειράζω.

Σε ανείπωτες λέξεις τη μοιράζω.

 

Σαν όνειρο αρχίζω να θυμάμαι.

Ξυπνώ. Μόνη στο πλάι σου κοιμάμαι.

 

 

`

*

Εξαίρεση

 

Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.

Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς

 

δεν κατοικεί. Έφυγα κι έμεινε βορά

στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.

 

Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω

ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω

 

στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα –

ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.

 

Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.

Κατ’ εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.

 

`

*

 

Νερό  και  Χώμα

 

Κάτω απ’ τη νύχτα, κάτω από πλανήτες κρύους

σ’ αναζητώ σε ένα σκηνικό γι’ αγρίους.

 

Μες στο σκοτάδι, μες στα βαθιά μεσάνυχτα

από παράθυρα κρυφοκοιτάω μισάνοιχτα.

 

Βλέπω την ανάμνηση απ’ το υπαρκτό σου σώμα.

Γδύνεσαι. Μένεις μόνο από νερό και χώμα.

 

Να σ’ αγκαλιάσω δεν μπορώ. Στο νουμου πέφτει

χιόνι. Παγώνει το είδωλό σου στον καθρέφτη.

 

Τρέχουν του σκοτωμού οι εποχές και οι χρόνοι

μέσα στη νύχτα αυτή που δεν τελειώνει.

 

 

`

*

 

 

 

Μοναξιά

 

Όσα οι δυο μας ζήσαμε μια δύση

χώρια από μας συνέχισαν τη ζήση.

 

Στο παρελθόν που ανοίγονταν μπροστά τους

χωρίς τη σάρκα μπήκαν και τα οστά τους.

 

Και στην καινούργια τους ζωή θέση δεν

έχουμε εμείς πλέον, είμαστε στο μηδέν

 

συνέβη το μοιραίον. Μείναμε πίσω

στο μέλλον μας δεμένοι, ξένοι ίσως

 

ή εχθροί που τους ενώνει ακόμα

μια μοναξιά από κόκκαλα και σώμα.