Rafael Obligado (Argentina, 1851-1920), «Santos Vega» -ΙΙ. Η  αγαπημένη του payador» (μετφρ. -επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Rafael Obligado (Aργεντινή, 1851-1920), Ποιήματα (μετφρ.: Στέργιος Ντέρτσας)

Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ το ΙΙΙ και τελευταίο μέρος του έργου

`

Κάτω απ’ το εύρωστο ομπού,
που τ’ αγαπούν τα τρυγόνια
γιατί φωλιά έχουν φτιάξει
εκεί μέσα απαγκιασμένα ∙
στο ευρύχωρο το γιατάκι
που οι ρίζες απλώνουν ως πέρα,
όπου μέσα στη σιέστα η φλόγα
του ήλιου μας δεν πλησιάσει,
ο Σάντος Βέγκα στον ύπνο αφέθηκε,
κείνος ο ξακουστός ως τα πέρατα .

 

Στα κλαδιά που ‘ναι πιο πέρα
έχει κρεμάσει, σιωπηλή,
τη μελωδική του κιθάρα
των αργεντίνικων ασμάτων.
Κι όπως οι καμπίσιοι περνούν
στον Βέγκα μπροστά σταματάνε ∙
σιωπηλά ανταλλάσουν νοήματα
να τον αφήσουν κει να κοιμάται,
με νεύματα λένε να μη θορυβούν
οι παρόντες κι όσοι είναι να ‘ρθουν.

Ο γηραιότερος πάει μπροστά
απ’ τ’ ακίνητο τσούρμο, και φτάνει
τον Σάντος Βέγκα να ψαύσει,
κουνώντας την πατούσα λιγάκι.
Μια μορφονιά, που μαγεύει
με την άνετη ναζιάρικη αύρα,
έκσταση φέρνει που ηλεκτρίζει
γιατί ευγενική και με θάρρος
ζυγώνει προς τη κιθάρα
και στις χορδές αφήνει φιλί.

 

Τότε ταραχή προκαλεί στην ιερή
σιωπή που τον Βέγκα κυκλώνει
ένας καβαλάρης π’ όλο ζυγώνει
στον μεγάλο δρόμο σαν βέλος ∙
αντηχεί η πατημένη ερημιά
από το ιπτάμενο κράνος,
κι ας πήγε το τσούρμο, στo θάμπος του,
πασχίζοντας να τον σταματήσει
φτάνει, πηδάει, τους ξεγλιστράει,
και ταρακουνάει τον payador .

 

Πριν καν την ολοσκότεινη όψη,
άφωνοι, κείνου του άντρα να ιδούν
νοιώσανε τρόμο γεμάτοι
να τρέμουν ριγώντας οι σάρκες τους
Τριγύρω θωρούσε μ’ ατίθασο
και γεμάτο άνεση βλέμμα.
Και είπε: “ Μες στους παρόντες
φίλο δεν έχω κανέναν,
όμως, εντέλει, σαν μάρτυρας
όποιος και να ‘ναι μου κάνει.

 

Το μεγάλο μέτωπο σηκώνει ο Βέγκα
για λίγο παρατηρώντας τον ,
δείχνοντας στην έκφραση του
μια αδιάφορη απέχθεια .
«Να ‘μαστε δω επιτέλους»,
είπε ψυχρά ο άρτι αφιχθείς,
«μαζί οι δυο μας, και βρίσκουμε
την ευκαιρία, που προκαλούνε εκείνοι
που θέλουν μάθουν πως μάχονται
τα άσματα που τραγουδάμε.»

 

Έτσι μιλώντας, έδειξε
στα χέρια του μία κιθάρα
και στης ρίζας τα μπράτσα, κοντά του,
άραξε μ’ ένα πρελούδιο .
Χαμογελάει τότε ο Βέγκα
και όπως γυρνάει στ’ όργανο του,
η κοπελιά, εκεί που καθότανε,
ήδη την κιθάρα του πάει ,
μ’ ένα νεύμα που σήμαινε:
“Πριν λίγο την έχω φιλήσει”

Χουάν ο Ανένδυτος (λεγόταν,
ο Χουάν ο Ανένδυτος ο ξένος)
ξεκίνησε μ’ ένα ανάλαφρο
γλυκό γοητείας ακόρντο .
Και με μία φωνή που έβγαζε
τους ήχους της με απαλότητα
τραγούδησε μπαλάντες πρωτάκουστες,
πρωτάκουστες είπε ωδές,
που φέρνουν καθώς διαχέονται
στις αισθήσεις τη ζάλη μιας μέθης.

 

Ο Σάντος Βέγκα άκουσε άναυδος
τον αοιδό ∙ και ολωσδιόλου ανήσυχη
ένιωσε την ποιητική του ψυχή
σαν φτερών μεγάλο πλατάγιασμα.
Μετά, σ’ ένα πρελούδιο έντονο,
λάβωσε τις μελωδικές χορδές
και τραγούδησε για χαραυγές
και για της Πάμπας τ’ απόβραδα,
θρήνους αμερικάνικους
από κείνη την ώρα γλυκύτερους.

 

Καθώς έκλεινε το άσμα του ο Βέγκα
ήδη μια σκοτεινή νύχτα θλιμμένη
ξεδίπλωνε στην πεδιάδα επάνω
όλα του ντύματος της τα ερέβη.
Στο μεταξύ ορθός ο Χουάν ο Ανένδυτος
κάτω απ’ το δέντρο σηκώθηκε,
ένα πράσινο κλαδί ακούμπησε
και τρέμουλο έπιασε το πλήθος
γιατί πετώντας μια ρόδινη φλόγα
το κλαδί αυτό πυρπολήθηκε.

 

Σπίθες πετάξαν τα μάτια του
και λυγίζοντας το μαλακό κλωναράκι
πήγε ν’ αράξει, σχεδόν τυλιγμένος
απ’ τις ολοκόκκινες φλόγες.
Ω, τι πολύ υψωμένες φωνές
εκείνες που τότε ακούστηκαν!
Πόσες αντηχήσεις ξυπνήσανε
στην Πάμπα την μυστηριώδη,
σ’ αυτή τη μεγαλειώδη μουσική
που οι άνεμοι παρασέρναν μαζί τους.

 

Ήτανε τούτο από κείνα τα άσματα
που πάλλει μόνο μες στη ψυχή,
να το απαγγέλει η κάθε φλέβα
η μυστική μες στην καρδιά ∙
η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία
οι πιο μύχιοι πόθοι,
η καταρράκωση και η πτήση
του πνεύματος του ευφυούς
π’ αντίθετα πάει στο Ιδανικό
όπως ο κόνδορας στους ουρανούς.

 

Ήταν η παντοδύναμη κρήνη
της προόδου, δοσμένη στον άνεμο ∙
το μεγαλόπρεπο κάλεσμα
της ενδοξότερης μάχης.
Ήταν, καταμεσής της ραστώνης
της ως χθες κοιμώμενης Πάμπας ,
το εξευγενισμένο το όραμα
του μόχθου που ‘μενε δίχως τιμές ∙
η υπόσχεση του αρότρου
π’ ανοίγει στη ζωή αυλακιές.

Σαν μαγική οφθαλμαπάτη
στο ρυθμό αυτού του κοντσέρτου,
χίλιες πολιτείες, μέσα απ’ τα σπλάχνα,
υψωνότανε, της ερημιάς.
Την ίδια στιγμή που εντός της αβύσσου
σκορπούσε μια εποχή,
στα ξόρκια , στο μέρος το απλωτό
η Ευρώπη διαλυόταν ,
αφού αναμφίβολα ο Χουάν ο Ανένδυτος
ήταν η παντογνωσία αυτή καθαυτή.

 

Άκουσε ο Βέγκα εντελώς μαγεμένος
τον γενναιόδωρο ύμνο εκείνον
και σκύβοντας τ’ ωραίο του πρόσωπο
είπε: “Ξέρω μ’ έχεις νικήσει”
Την όψη του είχαν ποτίσει
δάκρυα κλαυθμού ευγενούς,
στη νια επέστρεψε, το στολίδι του,
και τα μάτια της αγαπημένης
για ώρα κοίταξε επίμονα
και το ύστατο άσμα του τραγούδησε:

«Χαιρετώ σε φως της ψυχής μου
αντίο των κάμπων μου ανθέ
νερομάνα των γλυκών μου στιγμών
που από σε το πνεύμα μου έπινε ∙
αντίο μόνη χαρά μου,
γλυκέ του είναι μου πόθε.
Ο Σάντος Βέγκα θα βυθιστεί
στην απεραντοσύνη τούτων των κάμπων
Τον νίκησαν! Έφτασε, αδέρφια,
η ώρα μου για να μισέψω.»

 

Ακόμη τα δάκρυα πέφτανε
άφθονα στην κιθάρα απάνω
και τρεμάμενες οι χορδές
σε κάθε σταγόνα στενάζανε ∙
αίφνης όμως εξαπλωθήκανε
απ’ το φλεγόμενο κλαδάκι οι φλόγες,
και κρυμμένος μες στα κλαδιά,
πλέον φίδι ο Χουάν ο Ανένδυντος,
εκτόξευσε απ’ την ψηλή κορυφή
φωτοβόλα βροχή από σπίθες.

Ούτε η τέφρα πάνω στο χώμα
του Σάντος Βέγκα δεν έμεινε
και με το καιρό εξαφανίστηκαν
οι μάρτυρες της μάχης εκείνης,
όμως ένας παλιός παππούς ευγενής
τέτοιο στην ιστορία έδωσε τέλος :
«Και αν τραγουδώντας ξεψύχησε
εκείνος που έζησε τραγουδώντας
ήταν , έλεγε με στεναγμό,
επειδή τον νίκησε ο διάολος! »