Πέραμα 1958, Μαρία Πωπ, τέμπερα

 

 

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ   (Πεζοτράγουδο)

                                                   Μνήμη του Κώστα Ριτσώνη

`

Για χρόνια εργάστηκα στην πολεοδομία Περάματος

και στων νεόπλουτων του Θριάσιου Πεδίου τα παλάτια.

`

Αθήνα – Πέραμα κάθε πρωί με τη σακαράκα μου

τη «Μαίρη», ένα Ρενό του 1989,

Πέραμα – Αθήνα κάθε μεσημέρι με το άι – σιχτίρ

αγκομαχώντας ακόμα και στην ευθεία –

μην μου μείνει το κορίτσι και ξενυχτήσουμε

στην κωλοεθνική με μπάστακα

τους τροχονόμους.

`

Τις ιδέες μου τις είχαν για σημαία

οι πολιτικοί μηχανικοί του δήμου,

οι κατά συρροή τεμπελχανάδες,

κάτι κουστουμαρισμένα αντράκια της φακής

σπουδαγμένα στην Ιταλία,

ντόπιοι Αρβανίτες που κάπνιζαν

πανάκριβα τσιγάρα

και μας το έπαιζαν αφ΄ υψηλού

με την πειθώ συνήθως έτοιμη,

για να τρέχουν πάντα οι άλλοι,

κάτι κουτορνίθια σαν εμένα

στις διαταγές τους.

`

Επιτέλους συνταξιοδοτήθηκα

απ’ όλο εκείνο τον κόσμο

του φθόνου και της χολής.

Έριξα δέκα μούντζες πίσω μου

και αμείτε στα κομμάτια.

`

Έκτοτε, σαν με τρακάρουν πουθενά στον Πειραιά,

όλοι σπεύδουν περιχαρείς να με κεράσουν.

Χόρτασα χρόνια από τη ζήλια και τα μαχαιρώματα τους

γι’ αυτό, και μ’ ένα ξερό «ευχαριστώ»,

ή κάποια δικαιολογία της στιγμής

αμέσως τους προσπερνάω.

`

Όμως προχτές που βαρέθηκα και πάλι

της γυναίκας μου τη γκρίνια,

είπα να πάω μια βόλτα μεσημεριάτικα

στην παραλία της Ελευσίνας.

`

Άραξα το καινούργιο μου Ρενό,

την κόρη της «Μαίρης»

απέναντι από την ταβέρνα του «Διαμαντή»

και μέσα στη βαριά σκιά ενός πεύκου

άναψα τσιγάρο.

`

Σε μεγάλο τραπέζι δίπλα στην είσοδο

είδα με έκπληξη όλους αυτούς τους ρεμπεσκέδες

να τρώνε με τις συμβίες τους

και να αστειεύονται.

`

Όμως αυτή η πλαστή εικόνα της ευτυχίας τους

δεν ξέρω γιατί, με τράνταξε ολόκληρο.

Μια ζωή εκμετάλλευση και λούφα οι τσογλαναράδες

και μέχρι κι αυτές οι στιγμές

τούς ανήκαν.

`

Ακόμα και σ’ αυτά με είχαν νικήσει

τα καθάρματα.

 

 

`

************

 

ΠΟΤΑΜΟΣ ΛΟΥΔΙΑΣ

 

Στο δάσος με τις λεύκες έπαιζαν παιδιά,

σαγήνη του τοπίου κι ανείπωτη γαλήνη

στην εναλλαγή σκιάς και φωτός,

ξένα πρόσωπα, αντικριστά,

μέσα στην αντηλιά της ζωής,

που την ορίσαμε κι αυτή ως ευτυχία.

`

Αν τύχει και πεθάνω στο μεταξύ,

εσένα ας αφήσω ως μνήμη ζωής,

που τόσο στερήθηκα και νοστάλγησα

στην πολυκοσμία των πόλεων

και στις φτηνές συναναστροφές.

`

Μου λείπει έκτοτε εκείνη η λωρίδα νερού,

οι κατάφυτες, απάτητες ακτές,

όπου μέσα στο πηχτό αίμα της παλαιάς μάχης

αντάριασαν ξανά χορτάρια και δένδρα,

ο λυγμός και το τρέμουλο της αγάπης.

`

Ωστόσο, αγναντεύοντας περά το τοπίο,

τη σβησμένη φλόγα της στοργής,

το όνομά σου παραμένει ακόμα μετέωρο

στης ζωής τα χαλάσματα,

σώμα νεκρό, σιωπηλέ θαμώνα,

και αιώνια οφθαλμαπάτη.

`

*******************

ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΚΑΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

 

Χαμένος στους δρόμους της συμπρωτεύουσας,

με την κίνηση να με αφυδατώνει και να με φοβίζει,

νιώθοντας το ίδιο βυζαντινό φως,

η μετακίνηση ισοδυναμεί με τη θέα μιας ξέρας

στην άκρη ενός κόλπου μολυσμένου

από επέμβαση ανθρώπων και καιρού.

`

Μουντή πόλη,

θυμίζεις την Κωστάντζα ή το Ιάσιο

των κάλπικων προγόνων που χάθηκαν

σε απέραντες φυτείες με καλαμπόκια.

(Κάποτε παρελαύνουν στα ενύπνιά μου

οι κόλακες, που με τις πλάτες άλλων

και δολιοφθορές έκαναν περιουσίες.)

`

Βαδίζοντας μέρες στης Εγνατίας τα περίχωρα

στης Τσιμισκή την υπερηφάνεια,

έχοντας πάντα εσένα μπροστά μου,

μίλια μακριά, αιώνες πίσω, επί μέρες έγκλειστο

στου σκοταδιού τη μέθη, σε διαδρόμους υγρούς βηματίζοντας,

πάντα ανέμενες μια εικόνα ζωντανή

– όχι εμένα, μήπως κι αρχίσω να ξαναζώ –

αλλά εσένα τον ίδιο, τον νικητή,

πάντα σε κρυφά δωμάτια με ξένους,

αναγκασμένους να γίνουν στο εξής οι δικοί σου,

πρόσωπα καινούργια μέσα σε γραφεία

σε ξεροστάλιαζαν, θυμάμαι, για να σου δείξουν

πόσο περίτεχνα τα λάξευσε της στέγνιας η καταδίκη,

μηρυκάζοντας πότε της ερημιάς τους ήχους

και πότε την επιθυμία της απαλλαγής.

`

Χαμένος εδώ και μέρες στην συμπρωτεύουσα

πάσχιζα να φιλοτεχνήσω ξανά με τον πηλό των χρόνων

ένα από τα πρόσωπα της αλήθειας μου,

χαράσσοντας βαθιά στο τέλος εκείνο, το αμήχανο,

αλλά τόσο γνήσιο χαμόγελο,

που θα αγνάντευα έστω κι από μακριά,

μέσα στα καλντερίμια της παλαιάς πόλης,

αντίδωρο κι αυτό ή αντιχάρισμα

στο όνομα μιας πολύτιμης

αλλά τόσο άτσαλα καταξοδεμένης ζωής.

 

 

********
Ο Γεράσιμος  Δενδρινός  γεννήθηκε το 1955.  Σπούδασε ελληνική φιλολογία. Έργα του: 1] Ένα πακέτο Άρωμα, διηγήματα, Κέδρος 1995³, 2] Απέραντες συνοικίες, μυθιστόρημα, Κέδρος 2001, 3] Χαιρετίσματα από το νότο, μυθιστόρημα, Κέδρος 2003, στο οποίο βασίστηκε η ταινία του Δημήτρη Μακρή, Χαιρέτα μας τον πλάτανο, (ξένος τίτλος: E Tanti Saluti,), η οποία διαγωνίστηκε το 2004 στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, 4] Άλκης, νουβέλα, Μεταίχμιο 2003, 5] Ματίας ντελ Ρίος – Ημερολόγια, ταξιδιωτικό κείμενο, Κέδρος 2006, 6] Φραγή εισερχομένων κλήσεων, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2006, 7] Άβατοι Τόποι, ποιήματα, (.poema..) 2015 και 8] Βήματα σε λιθόστρωτο, ΔΙΑΠΛΑΣΗ, 2018.  Από το 2004 είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.