Στάγδην  

Αφού   από   αυτή τη  βρύση
έπαψε  να   ρέει  ζωή
όπως  άλλοτε
κι   έμεινε  το  σώμα
μια   κρεμάμενη  σταγόνα

Θα  πέσει, δε  θα  πέσει …

Και   κυρίως  δίχως  λύπη
μόνο  με  μια  τελευταία   ευχή
να   φύγουν όλα  όπως   ήρθαν

δίχως   θόρυβο
ούτε  ένα  πλατς στο  νεροχύτη

 

Έπεα   πτερόεντα

Οι  άνθρωποι  μιλάνε
μιλάνε πολύ
σχεδόν  μονολογούν
Μόλις  σηκώσει  η γλώσσα τους πανί
ορμάνε κατευθείαν στο πέλαγος
χωρίς  τιμόνι  και  χωρίς σκοινί
Ο μόνος  καπετάνιος  είναι    η  σιγουριά  τους
ότι  ξέρουν τα  κόλπα  των ανέμων
ότι   τα  σκυλόψαρα  θα  κάνουν τα  στραβά μάτια
ότι  στην κρίσιμη στιγμή θα  πεταχτεί  ένας  Ιησούς
και θα προστάξει : κοιμήσου φουρτούνα
μιλάνε
στίβουν  τη  λέξη πιο δυνατά και από λεμόνι
τρέχει  ποτάμι  ο  ιδρώτας
Είναι οι  σκέψεις  τους   που  ολημερίς σκάβουν
Αφήνουν το στόμα να μιλάει
και  το μυαλό  να βολοδέρνει  στα όνειρα
Μέχρι να τους σκουντήξει ένα  αδιάκριτο γιατί
Όταν  γεμάτοι  έκπληξη  αντικρίζουν  τις  κουβέντες τους
Όταν  οι  κουβέντες  τους
δίχως  κανείς  μα κανείς πρώτα  να τις δικάσει
καταπίνουν από μόνες τους το κώνειο

`

*

Ο μεγάλος αποταμιευτής

Είναι  ένα πρόβλημα  αυτό το μυρμήγκι

όπως  μπαινοβγαίνει  στην τρύπα  του

και  κουβαλάει πάντοτε το ίδιο σποράκι

λες και τρομάζει  να  αδειάσει τη δαγκάνα του

κι ας είναι ο τόπος  γεμάτος  ψίχουλα

κι άλλα μυρμήγκια  δεν υπάρχουν

είναι δεμένο  σε  ξένη  τροχιά

το περιπαίζει  στον κύκλο της μια ξένη μοίρα

συνέχεια  το μυρμήγκι ένα μονότονο μοτίβο

μια  μοναξιά  που τη σηκώνουν  μόνο οι  ερημίτες

ταλαντεύεται  μέσα -έξω

αγωνίζεται να τρελάνει  τη φύση του

όχι  πια  κουβαλητής

όχι γυρολόγος όπως  ζητάει η  μυρμηγκοφωλιά

αυτό που κουβαλάει  δεν είναι  καν σποράκι

είναι ένα δίλημμα :

να αφήσει  να φουσκώσει ή  να κλαδέψει  την παράνοιά  του;

μεροκάματο ή καλύτερα  εξορία ;

*

Οδοντοφυία

 

Όταν έσκασε το πρώτο  δοντάκι

τι  χαρές  οι άλλοι

ένιωσαν την κόψη

πέρασαν για επιβεβαίωση  το  δάχτυλο   από πάνω
δόξα σοι

το  άγριο  τους  τρυπούσε

από  κάτω  νηνεμία

κούνησαν με νόημα  το κεφάλι

όρθια  η  προσμονή τους

αλλά  εγώ ,γιατί  Θεέ μου, εγώ

ταράχτηκα δεν είδα δόντι κάτι άλλο

κάτι  που υπόσχονταν

και δεν υπόσχονταν να γίνει  πρόκα

 

 

Ώστε   για  κάρφωμα λοιπόν

 

πετάχτηκε  ο μπελάς  αυτός

για  κάρφωμα   και  της  παραμικρής ελπίδας

Ότι  κάποτε  με τον καιρό

θα  ξεκινήσει   να μασάει τα λόγια  του

ό,τι  με  μιλάει

με  τη  διάλεκτο  θηρίων

 

*

Ο λαβύρινθος

 

Τώρα  το  νοιώθω

η   πιο  βαθιά  πρωτοτυπία

είναι  εκείνη η   απλότητα

που   βγαίνει  ελεύθερη

μετά  από  χρόνια

καταδίκης   στον λαβύρινθο

Η  απλότητα  που  αντί  να  γίνει  γεύμα

τρώει   πρώτη  εκείνη

τον Μινώταυρο

κι   αφήνει   τους   ανίδεους

να   τάζουν όλο  τους  το  βιός

για   λίγα   μέτρα  μίτο

δίχως   σημασία

 

*

Ένα   δέντρο   στη μέση  του δρόμου

 

Το  έβλεπα
αλλά  είπα δεν υπάρχει
Οφθαλμαπάτη
από απόσταση  φωνάζει  οφθαλμαπάτη
Στα  καλά  καθούμενα ένα δέντρο
σκέτη ασυνταξία
Από  που κι ως  που ένα  δέντρο;
Εκεί  στη μέση  της ζωής μου
τέτοιο θράσος
Που πετάει  στα  αμάξια
τους καρπούς  του
σπάει  τζάμια
τραγουδάει  σα μάνα
τους νεκρούς
Εκεί  στη μέση
Αποφάσισα
να  κόψω τις  διαβάσεις
να μη φοράω
άλλο πένθος στο μπράτσο
Ας απομείνουν
δίχως παρενόχληση
οι καλλίγραμμες  στιγμές

Έφαγα τόση   ζωή
Δε  θα με βρει
χωρίς  μια τόση δα  κοιλίτσα
ο θάνατος

`

*

Καθρέφτη  καθρεφτάκι  μου 

 

Έβαζε  κάθε  βράδυ ένα καινούριο  σώμα

Καθόταν  ώρες στον καθρέφτη Στολιζόταν

Αυτό το ύφος   πάει  καλύτερα

με το   ασημένιο σταυρουδάκι

Αυτό το χτένισμα   ανάμεσα στα τόσα

δίνει  δύναμη  και  σιγουριά

Στολιζόταν  Πιο  πολύ  κι  από την Άνοιξη

όταν  ύστερα  από βαρυχειμωνιά  απλώνει   δίχτυα

χρώματα  στα γκρίζα δέντρα

και στο  γκρίζο χώμα

Ώρες  στον καθρέφτη

Τόσο  που    αγανακτούσε  κάποτε

ο καθρέφτης  από τόση  ομορφιά

Έσπαζε  σε χίλια  μέρη

για  να του   παραδοθεί  μετά   ξανά

τον  ρώταγε  με  γαλιφιά :

Αγόρι  αγοράκι    μου

Ποιος  είναι  ο  πιο  καλόβολος

ο  πιο   υποτακτικός

καθρέφτης  του κόσμου;

 

*

 

Φανατισμός 

 

Αυτός  ο κύριος   με  τα  δεμένα μάτια

με  την  αναπνοή  που καίει   ιδέες

με  την κουμπότρυπα  για στόμα

τη μια  στιγμή  με ύψος όσο  δέκα  ουρανοξύστες

την άλλη πιο κοντός  κι  από  μυρμήγκι

που τα χέρια  του  ό,τι  αγγίζουν  το πετρώνουν

που  τον λιθοβολούν   κι αναστηλώνεται  σαν Φοίνικας

ο  κύριος  με  τη μία όψη

και  τα  πεντακόσια  ονόματα :

μανία ,φλόγα , πίστη, πάθος, ενθουσιασμός …

ντυμένος  σήμερα  ζητιάνος

χτύπησε  την πόρτα  μου

Άνοιξα με τρόπο

Δώσαμε , ευχαριστώ  πολύ

τελείωσαν  τα   ψιλά  και  τα χοντρά  μας

Αλλά  τι έκπληξη   απερίγραπτη

που  μόλις  έκλεισα ανακουφισμένος

βρήκα  τον λεγάμενο

στην πολυθρόνα  λάβρο

με  φωνή ιεροκήρυκα

να  μου απαριθμεί  τους όρους

για  την από  τούδε   συγκατοίκησή    μας

 `

*

Επίλογος

Όλα   πέρασαν μ ‘έναν τρόπο που παρίστανε   την εξιλέωση
κι έχω απομείνει ένας άνθρωπος που ζητά χαρτί να γράψει κάτι   απ’τις  αλήθειες του
κι οι αλήθειες του   ζητούν  να  σβήσουν   κάτι  από  εκείνον
Πέρασαν μ’ έναν  αγώνα  δρόμου μεταξύ  θηράματος   και κυνηγού
και πλέον δε  φαίνεται ποιος  θα σκοντάψει πρώτος
ποιος θα  σηκώσει  από  το χώμα  τον πεσμένο  του  εαυτό
για  να  του  δώσει  ακόμη μια  φορά   την αντοχή  να  ηττηθεί
Ευτυχώς  όμως νίκησες αγαπημένη   μοναξιά
την ώρα  που  έλεγα  πως  έφτασαν κομμάτια  μου  σε λάθος  χέρια
στην  πιο  ανθρώπινη  εκδοχή  του    θεϊκού
τερμάτισες  χωρίς  να περιμένεις  δάφνες απ’ αυτή  την ηλικία
που όλοι φτυαρίζουν  αθόρυβα  το  χιόνι  τους  στις  αυλές των άλλων

 `

*

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Αυτό   υπήρξε   η ζωή μου
ένα    χαλάκι
όπου  σκούπιζα
μετά  από  κάθε  έξοδο
σχολαστικά   τα   πόδια
τρίβοντας   και  ξανατρίβοντας
για   να  πατήσω
δίχως   ενοχές
με   σίγουρη  συνείδηση
στο  περσικό  χαλί
του  σαλονιού