Άγιος νόστος και ψυχικη λύτρωση

στην ποίηση της Μόνας Σ. Θεοδούλου

 

 

Ο ποιητης Δημήτρης Παπαδίτσας, στις 17 Νοεμβρίου 1963, απο τη Λέρο όπου βρισκόταν, στέλνει στο αδελφικο-του φίλο Επαμεινώνδα Χ. Γονατα, μία μακροσκεληεπιστολη για να τον ευχαριστήσει, πρώτιστα, για κάποιο βιβλίο του R.Rolland που του απέστειλε και το οποίο αναφερόταν στον «ΑκραγαντινοΕμπεδοκλη», όπως απεκάλεσε τον αρχαίο Έλληνα πυθαγόρειο φιλόσοφο, το οποίο το διάβασε, το ευχαριστήθηκε και του ήλθε «σαν ουράνια δροσια που κατεβαίνει σ’ ένα μαύρο τέλμα». Γιατι το βιβλίο, όπως έγραφε στη συνέχεια, τον βρήκε «σε μία από τις τραγικότερες στιγμες» που περνούσε εκείνες τις μέρες, αποκαλύπτοντας στον φίλο-του πως βρέθηκε «στο κέντρο συνωμοσιων, δολοπλοκιων, φαρισαϊσμων, πλεκτανων».

Και συνέχιζε:

«Η ανθρώπινη ψυχη και το ανθρώπινο πνεύμα μόνο όταν δονούνται απο ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) γίνονται άνθη». Σημείωνε, επίσης, πως «η βράβευση του Μίλτου (Σαχτούρη) μ’ έκανε ευτυχη». Και κατέληγε με το «Υ.Γ. – Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας».¹

Hφράση αυτη του Δημήτρη Παπαδίτσα, η γεμάτη αποομορφιααλλακαιαποτα συναισθήματα της φιλίας καιτης αγάπης, φαίνεται, πως εντυπωσίασε τη Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, γιατι τροφοδότησε και ενεργοποίησε αμέσως τη σκέψη και τη έμπνευσή-της, όπου επιχείρησε να την αξιοποιήσει ποιητικα, πράγμα που οδήγησε στη δημιουργία της δικης-της φράσης «Και ταξιδεύοντας να μου γράφεις», που είναι, όπως βλέπουμε,ένα θραύσμα απο την φράση του Δ. Παπαδίτσα και που αποτέλεσε στη συνέχεια τον τίτλο της καινούργιας συλλογης-της. Με αυτο τον τρόπο όμως, αποδεικνύεται για άλλη μία φορα, η λειτουργικηδιακειμενικότητα, όταν και όπου χρειάζεται να υπάρχει, ανάμεσα σε εμπνευσμένα κείμενα, αλλα και η βαθια αλληλεγγύη που πρέπει να τα διακρίνει, όπως υπέδειξε και ο αξέχαστος Γιάννης Δάλλας².

Η αλληλεγγύη, εξάλλου, στην περίπτωση της εν λόγω συλλογης, εκδηλώνεται και μέσα απο τα πολλα παραθέματα που τοποθέτησε η Μ. Σαββίδου, ως μότο, στην αρχητου βιβλίου-της,καθως και στην αρχηαρκετων ποιημάτων-της, που είναι βέβαια, αυτα τα παραθέματα, το απόσταγμααπο τη σκέψη ήαποτον στοχασμο σπουδαίων ποιητων και κορυφαίων διανοούμενων, όπως του Αισχύλου, του Πινδάρου, του Ανδρέα Κάλβου, του Γιώργου Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου, του Βασίλη Μιχαηλίδη, του Θεοδόση Νικολάου, του ΘεοδωρηΚαλλιφατίδη, του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, του Ιτάλο Καλβίνο αλλαείναι και στίχοιαπο Μικρασιάτικα τραγούδια και Κρητικες μαντινάδες, τα οποία σίγουρα αποτέλεσαν τον σπινθήρα που πυρπόλησε τη σκέψη και τη έμπνευσή-της και που ενίσχυσαν τη δικη-της δημιουργία, ακριβωςόπως οπλίζουν οι σιδηροδοκοι τις σύγχρονες οικοδομες.

 

ΕΝΑ ΛΥΡΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Η καινούργια συλλογη, λοιπον, της Μ. Σαββίδου, που κυκλοφόρησε το 2018, απο τις εκδόσεις Αρμίδα, με τα συνήθη εκδοτικα δεδομένα, θεωρείται πολυσέλιδο και μεγάλο βιβλίο. Συγκεκριμένα, αποτελείται απο 120 σελίδες και περιέχει 85 ποιήματα, ολιγόστιχα ή πολύστιχα, που αρχίζουν απο ένα στίχο και φθάνουν μέχρι τους 100 (δες ποίημα «Λεμεσος»). Τα πλείστα όμως, είναι ποιήματα που κυμαίνονται μεταξυ, τριων,τεσσάρων ή πέντε στίχων.

Ουσιαστικα όμως, η συλλογηαυτη, όπως διαφαίνεται και απο τους χρονικους και τοπικουςπροσδιορισμους που υπάρχουν στο τέλος των ποιημάτων που τη συγκροτουν, αλλα και απο το περιεχόμενό-τους, συνιστα ένα πολύχρον’οδοιπορικο, όμως με μορφηποιητικη, που οδηγει στην αυτογνωσία της ποιήτριας.

Είναι, για την ακρίβεια, ένα ταξιδιωτικο ημερολόγιο, δοσμένο μέσα απο μίασειρα ποιημάτων, στα οποία εγκιβώτισε επεξεργασμένο, με ευαισθησία και τεχνικη αρτιότητα, όλο τοπρωτογενεςυλικοπου συνέλεξεαπο τις πολλες και διάφορες επισκέψεις-της σε ωραίες πόλεις, με μεγάλη πολιτισμικη παράδοση, αλλα και σε γνωστουςαρχαιολογικους χώρους, με μεγάλο αποθεματικουλικο και επιστημονικο ενδιαφέρον, καθως και σε χώρους ιστορικους, που θυμίζουν χαμένες πατρίδες και αλύτρωτα ελληνικα εδάφη. Είναι, στην πλειονότητά-τους,πανάρχαιοι ελληνικοι χώροι, «φορτωμένοι μνημεία και μνήμες», κατα την έκφραση του Ερατωσθένη Καψωμένου, που δίνουν στην ποιήτρια-ταξιδεύτρια τα ερείσματα για«να εξακτινώνειδιαρκως τον ποιητικο λόγο-της απο τη γεωγραφικη στην ιστορικη και πολιτισμικη διάσταση του χώρου»³.

Με αυτο τον τρόπο όμως,αποδεικνύεται, όπως και στην περίπτωση του Γ. Σεφέρη,πως τα ποιήματά-της είναι «στενα δεμένα με τα πράγματα» που είδε και έζησε. Φράσηασφαλωςτου Γ. Σεφέρη, που αλίευσεαπο γράμμα-του προς τον Ανδρέα Καραντώνη,την οποία αξιοποίησεκαι ως μότο στο ποίημά-της που τιτλοφορείται «Επίσκεψη στο αρχαίο Ιδάλιον», στη σελίδα 85, του βιβλίου-της.Κοντολογις, η Μ. Σαββίδου, σε αυτοειδικα το βιβλίο-της, αντλει το υλικο-της απο εμπειρίες της ζωης και της πολύπλοκης δράσης-της.

Στο καταγεγραμμένο, λοιπον,λυρικοοδοιπορικο-της, που η αφετηρία-του ανάγεται στις 11.8.2003 και η λήξη-του στις 5.4.2018, απο μία πρώτη ματια, πληροφορούμαστε πως η Μ. Σαββίδου επισκέφθηκε 20χωρια και πόλεις, αρχαίες ή σύχρονες, νεκρες ή ζωντανες, και 20 χώρες ή γεωγραφικουςπροορισμους. Οι επισκέψεις αυτες, πέραν απο τις εντόπιες, αφορούσαν στην πλειοψηφία-τους ταξίδια σε χώρες της Ευρώπης – νότιας, κεντρικης και βόρειας.

Έτσι, έχει σχηματισθει έναςμακροσκελης κατάλογος που περιλαμβάνει χωρια και πόλεις όπως: Καλαβασος, Αλλάγια, Μύρα, Αττάλεια, Άσπενδος, Θήβες, Θεσσαλονίκη, Ντουμπρόβνικ, Τσεστοχόβα, Άουσβιτς, Ζακοπάνε, Βαρσοβία, Αθήνα, Λεύκαρα, Φλώρινα, Καστορια, Λονδίνο, Πάφος, Λευκωσία καιΔάλι.

Περιλαμβάνει και χώρες ήγεωγραφικουςπροορισμους όπως: Μικρα Ασία, Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχαιολογικο Μουσείων Θηβων, Σαγμάτιο όρος, Κοιλάδα των Μουσων (Θήβες), Ρουμανία, Σαντορίνη, Ακρωτήρι, Κεφαλλονια, Ζάκυνθος, Βοσνία, Κρακοβία, Μακεδονία, Σπηλια του Δράκου (Καστορια), Αγγλία, Σκωτία, Κροατία, Πολωνία, Φαράγγι του Νερέτβα και Ελλάδα.

Εντος των ποιημάτων όμως, σε αρκετους στίχους-τους, μνημονεύονται και διάφοροι άλλοι γεωγραφικοι τόποι.

Ενδεικτικο της όλης ταξιδιωτικης ατμόσφαιρας που επικρατει στην καινούργια συλλογη-της είναι και τογεγονος πωςαρκετααπο τα ποιήματά-της, τα εμπνέεται και τα γράφει εν πτήσει ή εν πλω, άλλοτε μέσα στο αεροπλάνο, δηλαδη στον αέρα, και άλλοτε πάνω στο πλοίο, δηλαδη στη θάλασσα.

Ηκαλπάζουσα σκέψη-της, σε αυτες τις πολύωρες περιπλανήσεις-της, λειτουργεικάποτε και σαν σκαπάνη πουκρατάει στα χέρια-του ο ευαίσθητος αρχαιολόγος, που την κτυπάει με προσοχη πάνω στοσκληρο χώμα και αμέσως έρχονται στην επιφάνεια αρχαία πολύτιμα ευρήματα. Για τη Μ. Σαββίδου όμως, η αρχαιολογικηαυτη«σκαπάνη», όταν την χρησιμοποιει, φέρνει στην επιφάνεια της σκέψης-τηςολόκληρες ξεχασμένες σελίδες απο την Αρχαιογνωσία, την Ιστορία, τους θρύλους και τις παραδόσεις-μας. Βέβαια, αν σωστα καταλαβαίνω, η Αρχαιολογία ως επιστήμη, είναι το κρυφοαπωθημένο-της και οι διάφοροι δημοφιλειςαρχαιολογικοι χώροι θα μπορούσαν να ήταν το δεύτερο σπίτι-της. Στο ποιήμα«Ούτε», που περιγράφειμία τέτοια επίσκεψή-της στην ιστορικη πόλη της Θήβας, θα γράψει:

 

«Οι αισθήσεις πλανεμένες. / Μπήκαμε στην πόλη / και το όνομα / δεν το φοράει κανεις. / Παλια σημάδια μας κρυφοκοιτάζουν. / Ακόμη και το ξενοδοχείο-μας / το λένε «Διονύσιον». / Η δοκιμη γευσιγνωσίας / ξεστράτισε τον νου. / Μάς διέφυγε, μάς διέφυγε / πως εδώ άφησαν άκλαυτο / κι άθαφτο / για τα σκυλια / τον Πολυνείκη».

Σελ. 29

Σε αυτο το προμελετημένο καικαλα σχεδιασμένο οδοιπορικο-της, πραγματικο και συνάμαποιητικο, όπως αφήνει ν’ αντιληφθούμε, δεν βαδίζει μόνη-της η Μ. Σαββίδου. Την συνοδεύουν και τη συμπαραστέκονται, έστω και νοερα, σημαντικες, και υποθέτω αγαπημένες-της,μορφες, απο τον χώρο της Ιστορίας, της Λογοτεχνίας, της Τέχνης αλλα και της Θρησκείας και της Πολιτικης. Τη συνοδεύουν διάσημοι ήρωες και πολιτικοι, συγγραφεις και ποιητες, αρχάγγελοι και άγιοι.Ακριβωςόπως τα εκθέτει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Παράλληλα», και το οποίο εμπνεύσθηκε στη Ρουμανία :

 

Παράλληλα με τον ποταμο / και το τραίνο. / Παράλληλα με τα δέντρα / ανεβαίνουμε./

 

Μαζι-μας ο Μιχαήλ Κατακουζηνος/ ο Δημήτριος Καρατζας / ο Ρήγας Φεραίος, / ο ΓιαννούληςΧαλεπας / ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Σελ. 35

 

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ-ΤΗΣ

Οι πηγες της έμπνευσής-της όμως, δεν προέρχονται μόνο αποαυτα τα πανάρχαια ερείπια, που τα επισκέπτεται σε τακταχρονικα διαστήματα.  Απεναντίας, είναι πολλες και διάφορες οι πηγες της έμπνευσής-της. Και το σπουδαιότερα: είναι αστείρευτες! Τέτοιες πηγες είναι η φύση – με τα βουνα, τα δάση, τα ποτάμια και τις θάλασσές-της, το αρχαίο και το σύγχρονο τοπίο, το αίνιγμα της ύπαρξης και γενικα της ζωης, τα αιώνια προβλήματα του έρωτα και του θανάτου αλλα και τα εγγόνια-της, οι πρόσφυγες, ο νόστος και η νοσταλγία, η ανθρώπινη απώλεια και οι αγαπημένοι-της νεκροι, μαζιφυσικακαι ο ανθρώπινος πόνος. Γράφει στο ποίημα «Άλλοι ουρανοι»:

 

Πρέπει να υπάρχει / ένας Γαλαξίας / μέσα στο σύμπαν / στον οποίο / να έχουν μετοικήσει / οι ψυχες / των νεκρων / αγαπημένων-μας.

 

Αυτη είναι η υπάρξη / ζωης / σε άλλους πλανήτες / και με συνταράσσει.

Σελ. 47

 

Ο νόστος και η νοσταλγία όμως – φυσικη και μεταφυσικη, είναι εκείνες οι δύοκεντρικεςπηγες που αρδεύουν συνεχως την έμπνευση και την ποίησή-της. Νόστος ασίγαστος για τις χαμένες πατρίδες και τις πατρογονικες εστίες που, όσο αργει να φθάσει η ευλογημένη μέρα της επιστροφης, δηλαδητο πολυπόθητο «νόστιμονήμαρ», για το οποίο αρνήθηκε την αθανασία ο Οδυσσέας, ολοένα και φουντώνειαυτος ο νόστος, ολοένα και την παιδεύει, με αποτέλεσμα να παίρνει ιερες και άγιες, αλλα και καταλυτικες, διαστάσεις μέσα στην αγαλήνευτη ψυχη-της.

Σίγουρα, η νοσταλγία,δηλαδη ο αγιάτρευτος ψυχικος πόνος (το γνωστο άλγος), που γεννάει η προσμονη και που το δυναμώνει η λαχτάρα της επιστροφης στην πατρίδα, έτσι όπως τώρααναδύεται μέσα απο την ποίηση της Μ. Σαββίδου, ίσως να είναι το πιο δυνατο,αλλαψυχοφθόρο, συναίσθημα που βασανίζει την ποιήτρια, την οποία αισθάνεται, (και μαζι-της την αισθάνονται και όλοι οι αναγνώστες-της), σαν μία θηλιααπο συρματόσχοινο που σφίγγει ολοένα και περισσότερο τον λαιμο-της.

Είναιακριβως η ίδια, άσβηστη νοσταλγία, που κυριεύεισχεδον όλους τους απογόνους εκείνων που ξεριζώθηκαν βίαια, πριν από πολλα χρόνια, αποτις εστίες-τους και που τώρασαν πυρακτωμένη λάμα κατεβαίνει βαθια στα σπλάχνα-τους. Νιώθει, για την ακρίβεια,σαν «μια απόγονος ενός ατελεύτητου καημου, μια κληρονόμος της απτης ιστορίας», όπως αναφέρει στο διήγημά-της «Διπλεςζαριες»⁴.

Ας δούμε τώρα, πως η ποιήτρια, που τυγχάνει να είναι πρόσφυγας δεύτερης γενιαςαπο τη Μικρα Ασία, περιγράφει στην ποίησή-της αυτο το ψυχικο μαρτύριο-της, όταν σε μία ξενάγησή-τους στην Αλλάγια, αντίκρισεμαζι με άλλους επισκέπτες, για πρώτη φορα τις καρτερικεςπατρογονικες εστίες-τους:

 

«Ταξιδέψαμε / σε τρεις ουρανους / για να φθάσουμε. /  Ήταν ο Μέγας Εσπερινος. / Και εμειςεκει. /  Ύστερα απο ενενήντα τρία χρόνια / ξεριζωμου των γονιων-μας. /  Ύστερα απο ενενήντα τρία χρόνια / αδιέξοδης οδου / Θυρανοίξεια. / Στην Παμφυλία. / Απόγονοι του κτήτορα / της εκκλησίας…».

Σελ. 13

 

Όλα αυταβέβαια,είναι θλιβερα και πικρασυναισθήματα που, όσο παράξενο και οξύμωρο κι αν ακούγεται, κάποιες φορες, λιπαίνουν, τις ρίζες της ποίησης, της κάθε ποίησης, για να πετάξει κλώνους και κλαδια. Για να γεμίσει χυμους και στην κατάλληλη ώρα να δώσει τους ώριμους καρπους-της. Και όπως χαρακτηριστικα έλεγε ο Μίλτος Σαχτούρης, «χωρις πόνο δεν γράφεται ωραία ποίηση».

Επιπλέον, η Μ. Σαββίδου, όπως διαπιστώνω, εμπνέεται και απο ένα ωραίο ξένο στίχο, απο ένα γλυπτο ή ένα άλλο έργο Τέχνης, απο ένα καθημερινο στιγμιότυπο στο δρόμο, απο τη βροχη, τα έθιμα και τις παραδόσεις-μας, απο την ανθρώπινη βία, απο τα στρατόπεδα μαζικης εξόντωσης ανθρώπων που δημιούργησαν οι Ναζι, αλλα και απο τα ανελέητα γηρατεια.

Σε αυτο το κλίμα, δηλαδητης εγκατάλειψης της τρίτης ηλικίας, μάς μεταφέρει το ποίημα που τιτλοφορείται «Έως πότε;»:

 

Ευκινησία / με εγκατέλειψες. / Τι να σου προσάψω; / Προδοσία; /Ημερομηνία λήξεως; / Τιμωρία; / Με προβληματίζει / αυτη η τύχη / ως τρίτης ηλικίας ένοικο / που φαίνεται /αλλα δεν είμαι. / Μ’ άλλα η ψυχη-μου / ασχολείται / κι επιμένει.

 

Αλλα οι βάρβαροι ήρθαν / και κτυπουν την πόρτα. / Θα ανοίξει, δεν θα ανοίξει; / Έως πότε;

Σελ. 83

Είναι ένα ολοκληρωμένο, περίτεχνο,ποίημα, γεμάτο όμως με αβάστακτη θλίψη, στο οποίο ο ακροατης ή ο αναγνώστης αφουγκράζεταικαι κάποιους απόηχους, όμωςκαλα αφομοιωμένους,απο την ποίηση της αξέχαστης ΚικηςΔημουλα.

Ίχνη, ασφαλως,απο τη σκέψη ή τον στοχασμο άλλων πνευματικων ανθρώπων συναντάμε και σε άλλους στίχους-της, όπως π.χ. οι στίχοι«Αρχίζει το ποίημα / με τη λέξη αλλα. / Ο στοχασμος / που προηγήθηκε / πλεονάζει / όπως το όνειρο / που σε πήρε / κάτω απ’ τη γη / να περπατας σε ρίζες δέντρων», απο το ποίημα που τιτλοφορείται «Αλλα», που παραπέμπουν, εμμέσως πλην σαφως, στη φράση του Στ.Μαλλαρμε «η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες, αλλα με λέξεις».

 

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ-ΤΗΣ

Με αυτό το χωροχρονικο πλαίσιο, πουαδρομερωςέχω περιγράψει πιο πάνω, είναι φανερο πλέον πως η Μ. Σαββίδου δημιούργησε, με σπουδη και τέχνη, ένα απέραντο ουρανο. Δημιούργησε όμως και τα φτερα-της για να πετάξει μέσα σ’ αυτό το ολοφώτεινο ουρανο.

Δημιούργησε, με άλλα λόγια, το σκηνικο χώρο-της ή, πιο σωστα, το ποιητικο σύμπαν-της, όπου εκει βιώνει όλα τα ανθρώπινα, μικρα ή μεγάλα. Βιώνει όμως και τα θεία, τα φυσικα και τα μεταφυσικα. Θέλει και επιδιώκει όμως, να φθάσει και σε άλλους Γαλαξίες, σε άλλα σύμπαντα, αδιερεύνητα και εν πολλοις απλησίαστα απο την ανθρώπινη σκέψη και σοφία. Πρώτιστα όμως, βιώνει και εκφράζει την υπαρξιακη αγωνία-της στα έσχατα όρια της προσωπικης-της ελευθερίας, εστιασμένη πάντοτε στη ματαιότητα όλων των ανθρωπίνων.

Ας μην ξεχνάμε πως το ποίημα είναι η πιο αυθεντικη απεικόνιση του ΄΄εγω΄΄ του ποιητη. Είναι, δηλαδη, η ανάγλυφη απεικόνιση τού μέσα και τού έξω κόσμου-του. Μέσα σε αυτοτο ποιητικο σύμπαν, επομένως, η Μ. Σαββίδου φτερουγίζει σαν αρχάγγελος, μέρα νύχτα, και έμπλεηαποενθουσιασμο και μέθη, παράγει αδιάκοπα την μαλαματένια ποίησή-της, που απλόχερα τώρα μάς προσφέρει ή δωρίζει.

Φρονω πως όλος ο φιλοσοφικοςστοχασμος-της, πάνω στις ράγες του οποίουτροχοδρομει την ιδιοσυστασία-της, καθως και την αποκρυσταλλωμένη και ώριμη πλέον κοσμοθεωρία-της, αντανακλάται ξεκάθαρα μέσα αποτην φράση «ανάμεσα στον πάνω και στον κάτω κόσμο» – φράση που ανήκει στον κορυφαίο πνευματικο άνθρωπο Νίκο Τριανταφυλλόπουλο, την οποία παραθέτει ως μότο στην αρχη της συλλογης-της.

Αυτα τ’ αστραφτερα αποσπάσματα,εξάλλου, τα γεμάτα με στοχαστικη ενέργεια, τ’ οποία τοποθέτησε μέσα στην συλλογη-της, τα εκλαμβάνωκαι σαν τους οδοδείκτες, που κατευθύνουν σωστα την ψυχη-της όταν φτεροκοπαασταμάτητα μέσα σε αυτο το ποιητικο σύμπαν, που στωϊκα έχει δημιουργήσει και που μας καλει τώρα να το επισκεφτούμε.

Γιατι, διερωτώμαι, εκτοςαπολαμπεροςοδοδείχτης,τι άλλο μπορεινα είναι το απόσπασμα του Ιτάλο Καλβίνο, που παραθέτει δίκην μότο, στην αρχη του βιβλίου-της, και στο οποίο ο σπουδαίοςΙταλος συγγραφέας διερωτάται αν «ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθον-σου ή ταξιδεύεις για να ξαναβρεις το μέλλον-σου;». Βέβαια, στην περίπτωση της Μ. Σαββίδου, στηζυγαρια της σκέψη-της αντιλαμβάνομαι πως βαραίνει περισσότερο το πρώτο σκέλος της φράσης του Ι. Καλβίνο.

 

ΠΟΙΗΣΗ: Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Είναι γενικη διαπίστωσηπως η ποίηση που παράγεται σήμερα, σε τοπικο και διεθνες επίπεδο, στο μεγαλύτερο μέρος-της, είναι άγρια, θολη, ακόμησκοτεινηκαι ακατάλυπτη, αλλα και τρικυμισμένη, όπως είναι και η εποχη-μας. Γνωρίζουμε όμως, αρκετακαλα, πως η ποίηση είναι και ο καθρέπτης μέσα στον οποίο αντικαθρεπτίζεται απαράλλαχτη μία κοινωνία ή μία εποχη, ήσυχη ή ταραγμένη, με όλες τις ομορφιες και με όλα τα ψεγάδια-της.

Στην ποίηση της Μ. Σαββίδουόμως συμβαίνει εντελωςτο αντίθετο. Γιατι είναι μία ποίηση βελούδινη, στοχαστικη, που διακρίνεται για την απλότητα, τη ηρεμία, τη γαλήνη και τον απαλοβηματισμο-της, άσχετα αν είναι πλημυρισμένη με αφόρητο πόνο, πίκρα αλλα και με ατελεύτητη νοσταλγία.

Εκείνο όμως, που εντυπωσιάζει περισσότερο,σε αυτη την ποίηση,είναι ένα είδος ουράνιας μουσικης πουδιαχέεταιμέσ’απο τους στίχους-της. Μιαυποβλητικηαλλαασύληπτημουσικη, που μόνο οι επαρκεις αναγνώστες, οι καλα μυημένοι στο μυστήριο της ποίησης, μπορουν να τη νιώσουν αλλα, όπως με κατευθύνει η διαίσθησή-μου, και οι κωφάλαλοι.

Θέλω να τονίσω, γενικα μιλώντας, πως υπάρχουνποιήματα ή στίχοι που δεν εξηγούνται μεαισθητικα κριτήρια ή με τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμα. Το ίδιο συμβαίνεικαι με κάποια ποιήματα της Μ. Σαββίδου. Επομένως, είναι καλύτερα, νομίζω, να τα αφήνουμε ατάραχααυτατα ποιήματα, στηνιερηησυχία-τους. Γιατι, όπως έλεγε και ο Γ. Σεφέρης, η ποίηση δεν ερμηνεύεται. Είναι καλύτερα να την απολαμβάνεις, διαβάζοντας ή ακούοντάς-τη.

Πρέπει, κάποτε, να πιστέψουμεπως η αληθινη ποίηση είναι έναμυστικοκαλα κρυμμένο σ’ εφτασφράγιστοκουτι. Και αυτο το κουτι δεν ανοίγει με κανένα κλειδι. Μόνο με τη ευαισθησία και την αγάπη-μας μπορειν΄ανοίξει. Και σύμφωνα με τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον ευγενη και υπέροχο αυτοΘεσσαλονικιοποιητη, «όπως κάθε μυστικο», έτσι και η ποίηση, «θα έχανε τη μαγεία-του αν εξηγότανλογικα».

Η ποίηση και η μαγεία-της, όπως σωστα υποδεικνύεικαι ο κριτικος Δημήτρης Νικορέτζος, είναι όπως τα πουλια και το κελάηδημά-τους. «Με τα ξόβεργα μπορεις να πιάσεις τα πουλια, δεν μπορεις να πιάσεις ποτε το κελαήδημά-τους».

Επομένως, διερωτώμαι, με ποια λογικη ή ποια ασφαληαισθητικα κριτήρια μπορει κάποιος να ερμηνεύσει ή να ζωγραφίσει τη μαγεία που μεταφέρουν τ’ ακόλουθα δύο ποιήματα της Μ. Σαββίδου;

 

Ευχη

 

Η θλίψη ας είναι / δάκρυ του σταλαγμίτη / που θέλει αιώνες να πετρώσει.

 

και

 

Συγχώρεση

 

Της έστειλε ένα κοφίνι / αναμμένα κάρβουνα. / Κι εκείνη σε απάντηση / ένα κοφίνι νερο. / Τα λόγια περιττεύουν.

 

Τα μικρααυτα ποιήματα είμαι βέβαιος πως δεν εμπίπτουν σε κανένα ερμηνευτικο πλαίσιο. Επομένως, δεν επιδέχονται καμία ερμηνεία. Όμως, είναι αδύνατον που να μην σε σαγηνέψουν και να σε καθηλώσουν με την ανεξάντλητη μαγεία και το μυστήριο που περιέχουν!

Μόνο ότανο αναγνώστης λειτουργει, πιστεύω, με όλες τις αισθήσεις-του (όραση, ακοη, γεύση, όσφρηση, αφη), μπορει να νιώσει, σε μεγάλο βαθμο, την ποίηση της Μ.Σαββίδου,ειδικα τη μαγεία και το μυστήριο που εκπέμπει αυτή η ποίηση, στην επιθυμίαασφαλωςτου αναγνώστη να τη διαγνώσει σωστα και να την απολαύσειικανοποιητικα, αφουπρώτα εννοήσει πως πρέπει να την πλησιάσει με απέραντη αγάπη και σεβασμο. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως ανάφερα, ας παραμείνει μόνο στοστάδιο της απόλαυσης, που έχει να του προσφέρει αυτη η ποίηση.

Ας μην μάς διαφεύγει πωςστην ποίηση της Μ. Σαββίδου, δεν υπάρχουν μόνο οι ήχοι. Υπάρχουν και λειτουργουνκαι τα χρώματα, οι μυρωδιες, οι γεύσεις αλλακαι τα χάδια, ανθρώπινα ή θεϊκα!

Προσωπικα, αυτη τη τελετουργία των αισθήσεων την αισθάνθηκα στο ποίημα «Παράκληση», το οποίο και παραθέτω:

 

Ανάμεσα στα βουνα, / στα κυπαρίσσια / των βουνων, / στα ποτάμια / των βουνων, / στους αμπελώνες / των βουνων, / ένας άνθρωπος / μόνος / παρακαλει / τον εαυτο-του / να τον σώσει / απο την οργη, / τη θλίψη και / την ανάγκη / αναζητώντας / το χέρι του Θεου.

Σελ. 55

 

Εδω, σε αυτο το ωραίο ποίημα, είναι αδύνατον που να μην δεις,τόσο με τα πραγματικα μάτια-σου, όσο και μεαυτα της ψυχης-σου, τα χρώματα των βουνων και των κυπαρισσιων. Είναι αδύνατον που να μην ακούσεις τους ήχους των νερων που κυλάνε στα ποτάμια, που να μην γευθεις τους χυμουςαπο τις ρόγες του μαύρου σταφυλιου που συνθλίβονται μέσα στο στόμα-σου, που να μην νιώσεις το ζεστοχάδι του Θεου πάνω στο κεφάλι-σου.Εδω, σε αυτο το ποίημα, ο μοναξιασμένοςανθρωπος «που παρακαλει / τον εαυτο-του», να τον σώσει απο τα πάθη-του, μπορει να είμαι εγω ή, όλοι εσεις που θα διαβάσετε το ποίημα.

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Στη νέα συλλογη της Μ. Σαββίδου υπάρχει και ένας σεβαστοςαριθμοςαπο ποιήματα ποιητικης, όπως έχει καθιερωθει να λέγονται. Δηλαδη είναι ποιήματα που αναφέρονται στην τέχνη και την τεχνικη, και γενικα στη διαμόρφωση του ίδιου του ποιήματος. Υπάρχουν, επίσης, ποιήματα για τις λέξεις και τη επενέργειά-τους μέσα στο ποίημα, που μαρτυρουν, στην ουσία, ένα διάλογο της ποιήτριας με αυτα τα ποιήματά-τηςκαθωςκαι με τις λέξεις που τα οικοδομουν. Είναι, για την ακρίβεια, ο βαθυςπροβληματισμος-της για τη σωστη συγκρότηση των ποιημάτων-της, τόσο απο την πλευρατου περιεχομένου όσο και αποτην πλευρα τηςμορφης, καθως και η μεγάλη αγωνία-της για τη λειτουργία και την αποδοχη που θα τύχουν τα ποιηματα-τηςαπο το πλατυκοινο, όταν θα αφεθουν στην αδέκαστη κρίση-του.

«Το ποίημα / ένα παιγνίδι / που μάς χάρισαν παιδια / να ξεχνούμε τον χρόνο και τον πόνο, / οι άγγελοι του σύμπαντος», γράφει η Μ. Σαββίδου στο ποίημα «Συνάντηση», (σελ. 46), για να μάς ουρανοδρομήσει σε μεγάλο βάθοςκαι στη συνέχεια να μάς προσγειώσει ανώμαλα μέσα στα λειβάδια της παιδικης αθωότητά-μας, τότε που λειτουργούσαμε με την αγνηψυχη του ποιητη, πλημυρισμένη απο αγάπη για το κάθε τι που υπάρχει γύρω-μας. Και αλήθεια, πόσο δίκαιο είχε ο μεγάλος Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα όταν, πριν απο χρόνια, αποφάνθηκε πως «μένοντας παιδι, γίνεσαι ποιητης».

Βέβαια, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουνοι λέξεις στην ποίηση της Μ. Σαββίδου. Εννοω τις λέξεις που επιλέγει για να τις τοποθετήσει μαστορικα και αρμονικαμέσα στα ποιήματά-της. Τις δικες-της, δραστικες, λέξεις που οδηγουν στην απόλυτη εκφραστικη ακρίβεια. Ο ποιητικος-της λόγος όμως συγκεντρώνει όλη την ενέργειά-του στο ρήμα, εκφρασμένο σε χρόνο παρελθοντικο, Αόριστο ή Παθητικο Αόριστο, όπως π.χ.οι λέξεις ταξιδέψαμε, βρεθήκαμε, ήρθαμε, περάσαμε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρονόμως, παρουσιάζει ο τρόπος που αισθάνεται τη λειτουργία αυτων των επιλεγμένων λέξεων μέσα στα ποιήματά-της, που άλλοτε τις βλέπει να πετάνε στον αέρα σαν πράσινα φύλλα ή σαν ανοιξιάτικα χελιδόνια στον ουρανο, και άλλοτε σαν ακριβα πετράδια ή ζάρια στα χέρια-μας, προσδίδοντάς-τους κάποτεδιατροφικες ήιαματικεςιδιότητες και κάποτεψυχαγωγικες. Τρία τέτοια, πολυμικρα, ποιήματα, είναι αυτα που ακολουθουν:

 

Δύσπνοια

 

Νομίζω ότι δεν αναπνέω / Ορμω στις λέξεις / και αρχίζω να διαβάζω / και θεραπεύομαι.

Σελ. 32

 

 

 

Οι λέξεις

 

Θα έρθουν οι μέρες, / θα περάσουν. /

 

Τα φύλλα διψουν,/ η ματιαδιψα. /

 

Πίνεις το νερο / με κλειστα βλέφαρα / και ψυθυρίζεις / από το σημείο μηδεν: /

 

Οι λέξεις με ξεδιψουν.

Σελ. 34

 

 

 

Οι λέξεις-μας

 

Έλα να παίξουμε / Έλα να τρέξουμε / Έλα ν’ ανταμωθούμε. / Οι λέξεις-μας / πεντάπετρα και ζαρια.

Σελ. 63

 

Ιατρικα(και παραστατικα) μιλώντας, αυτεςοι λέξεις που επιλέγει η Μ. Σαββίδου, θα έλεγα πως είναι σαν τα αιμοφόρα αγγεία που χαρίζουν ευρωστία και απρόσκοπτη ζωη στον ανθρώπινο οργανισμο. Είναι, με άλλα λόγια, αυτες οι πανάκριβες λέξεις, το ιερο αίμα-της. Γιατι, το ποίημα, όπως έλεγε και ο ευφυέστατος Τάκης Βαρβιτσιώτης, «είναι το αίμα-σου που αστράφτει συμπυκνωμένο σε μία λέξη».Για τη Μ. Σαββίδου όμως, οι λέξεις είναι και χελιδόνια, όπως ακριβως λέει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Χελιδόνια οι λέξεις»:

 

Οι λέξεις / δεν είναι αποδημητικαπουλια. / Χρειάζονται βέβαια / εύκρατο κλίμα / για να επιβιώσουν, / να μη χαθουν / στα ξένα. /

 

Είναι χελιδόνια / οι λέξεις / που κάθονται / στο ηλεκτροφόρο / σύρμα περιμένοντας / την Άνοιξη. /

 

Θέλουν τη φωλια-τους / οι λέξεις / ν’ αυγατίσουν τη ζωη.

Σελ. 56

 

Αλλα και σ’ ένα άλλο, μεμονωμένο, στιχάκι-της, λέει η Μ. Σαββίδου: «Ποίηση / Μάννα στην έρημο». Όπως και στο προηγούμενο ποίημα, και εδω αποκαλύπτεται, σαν ήλιος πελώριοςλαμπερος, όλη η πεμπτουσία της ποίησής-της. Γιατι βλέπεις αμέσως, έστω και νοερα, τη δημιουργο και την ποίησή-της, να υποκλίνονται βαθια, με σεβασμο και με δέος,μπροστα στο ανεκτίμητο θαύμα που λέγεται ανθρώπινηζωη.

 

ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Μ’ ΕΝΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ

Ολοκληρώνοντας αυτη την εν προόδω παρουσίαση, θέλω να εκμυστηρευθω πως, όταν διάβαζα το βιβλίο της Μ. Σαββίδου με τα καινούργια ποιήματά-της,μπροστα στα έκπληκτα μάτια-μου, αποκαλυπτόταν σταδιακα, όλη η έκταση μίας τεράστιας στέρνας που ήταν γεμάτη με ζεστο δάκρυ, πόνο και πίκρα ενω, ταυτόχρονα, βίωνα, στιγμη τη στιγμη, τα δρώμενα μίας σύγχρονης τραγωδίας, με διακριτα τα καταποσον μέρη-της, δηλαδηΠρόλογος-Πάροδος (Χορικα)-Επεισόδιο-Στάσιμον-Έξοδος- Κομμος, αλλα μ’ ένα μόνο πρωταγωνιστη.

Διάβαζα την προσωπικητραγωδια της Μ. Σαββίδου όπου, μέσα αποαυτο το αρκετακαλα δομημένο βιβλίο, που συνιστα την ποιητικη χαρτογραφία-της, η ποιήτρια επεδίωξε τη λύτρωση και την ψυχικη-της κάθαρση. Και στις μέρες-μας, μόνο η αληθινη και πανανθρώπινη ποίηση, πιστεύω, μπορει να προσφέρει στον άνθρωπο αποτελεσματικη κάθαρση και λύτρωση, ψυχικη και σωματικη, άσχετα αν αυτη όλη η διαδικασία μερικεςφορεςμπορει να οδηγήσει στη συντριβη του δημιουργου. Γράφει στο ποίημα «Ξενάγηση ΙΙ» (στην Αλλάγια):

 

«Συντριβη. / Κι όμως είχαν συναχτει / όλοι οι άγιοι γύρω-μας / απο την Πέργη, τη Σίδη, την Αττάλεια / για να θυμηθούμε μέρες αρχαίες, / άγιοι με φωτοστέφανα / άφθορα / να ευλογήσουν τον ερχομο-μας, / να μας συνοδεύουν / στα βυζαντινα τείχη / στα χιλιόμετρα της μεσογειακηςακτης, / στο οχυρο του Ιουστινιανου, / στην Πύλη του Ανδριανου, / να βαφτίσουν το βλέμμα-μας στο ποτάμι, / στον καιρο της φωτιας και της φυγης.

 

Ήρθαμε συντριμμένοι ικέτες…».

Σελ. 16

 

«Κύριε, βοήθα να θυμούμαστε πως έγινε τούτο το φονικο», ικέτευε ένας άλλος Μικρασιάτης πρόσφυγας, ο Γιώργος Σεφέρης. Μαζι με τις δικες-του ικεσίες, ας προσθέσουμε τώρα και τις δικες-μας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Δημήτρης Π. Παδίτσας, Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας, ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΟΝ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑ 1960 – 1965, Σημείωμα Ε. Χ. Γονατα / Επιμέλεια – Επίμετρο Χρήστος Αστερίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000.
  2. Γιάννης Δάλλας, Συνεκδοχες, Αθήνα 2010, εκδ. Ίκαρος, σελ. 75.
  3. Εθνικη Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνων Κύπρου, Μνήμη ΚωστηΠαλαμα (Εκατο χρόνια από την έκδοση της Φλογέρας του Βασιλια) – ΑνθολογιαΚυπριακηςΤαξιδιωτικηςΛογοτεχνπιας, Λευκωσία 2011.
  4. Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, ΟδοςΚουμανταρίας, Διηγήματα, Εκδόσεις Αρμίδα, Λευκωσια 2015. Τώρα και στο βιβλίο Διηγήματα της Εισβολης, Εισαγωγη – Ανθολόγηση Κώστας Λυμπουρης, Εκδόσεις Αίπεια – Σπίτι της Κύπρου και Πάπυρος, 2018