Λόγος
Α’
Εικόνες άστρων νεαρών
Χέρια τριδάχτυλα μετέωρα
Ή τρίαινες υπεριώδους οπτικής
Αέρια κατάλοιπα υπερκαινοφανών
Εκρήξεων και φάσματα της Ανδρομέδας
Ουράνια νεφελώματα κάθε λογής
Του Βέγα, της Παρθένου
Με το δικό μου Λόγο υπάρχετε
Και με την απουσία του ευθύς
Σας εξορίζω στην ανυπαρξία.

Β’
Κόσμε,
Γαλαζοπράσινο λιθάρι εσύ μοίρας αμφίβιας
Που ρίφθηκες απ’ της μεγάλης σχάσης τη σφενδόνη
Κι από το χέρι του θεού εξωραϊστηκες
Όπως ακριβώς σε κληρονόμησα
Μονάχα με τα μάτια μου μπορώ
Να σ’ ερμηνεύσω
Και με τα λόγια μου εφεξής να εξυμνώ
Όλα σου τ’ αξεδιάλυτα καμώματα.

Μεταμόρφωση
Α’
Πόσες γυαλόπετρες
Πόσα κοράλια πλουμιστά
Να συνάξω για σένανε
Προπατορικέ έρωτα
Κορμί αγαλματένιο
Του καλοκαιριού.

Πλάι σε άμμο χρυσαφιά ξαπλώθηκες
Νωχελικά φυσώντας τ’ αλαβάστρινο
Κέρας του Πρωτέα
Όψεις και μορφές αλλάζοντας
Στον ίσκιο του ήλιου αδιαλείπτως.

Έτσι κι εγώ
Σαν άπλωσα το χέρι μου για να θωπεύσω
Το λιοκαμμένο σου είδωλο
Μέσ’ απ’ τα δάχτυλα ξαγλύστρισες
Σα θολωμένη μνήμη του νερού
Σαν αύρ’ αλαφροίσκιωτη
Κι αφέθηκες αειπάρθενο
Μές στην αγκάλη του αέναου παφλάσματος.

Μονάχα το κοχύλι σου λησμόνησες
Που βάστηξα για φυλαχτό
Και τό’ χω πάντοτε στον κόρφο μου
Για να μπορώ σαν πέφτ’ η νύχτα
Να τ’ ακουμπώ στ’ αυτί μου
Και ν’ αφουγκράζομαι καημούς θαλασσινούς
Την ανάσα του πνιγμένου ναυτικού
Της γυναικός το μάταιο καρτέρεμα
Και το πανάρχαιο άρπισμα
Της φόρμιγγας του Οδυσσέα.

Β’
Πες μου
Ποιαν όψη του κόσμου ν’ αγαπήσω
Αυτή ή την αυριανή;
Άλλωστε κι η χθεσινή
Ίδια κι απαράλλακτη δεν έμεινε
Θολή χάσκει η θύμιση στο νου
Κι ήδη λησμόνησα τον Έρωτα.

Ηδονή
Αφιονισμένος Σάτυρος
Με χέρι’ από την έξαψη τρεμάμενα
Με το φαλλό του σε διέγερση
Τις Νύμφες καταδιώκει
Να τους διδάξει του έρωτα τα θαύματα
Του πυρωμένου σώματος τις διαστροφές
Μα εκείνες πάντοτε
Ανέραστες και κακομαθημένες
Τρέχουν μακριά του
Θέλοντας για πάντα να κρατήσουν αμαγάριστα
Τ’ αμάραντά τους ρόδα.

Κι εκείνος κυνηγάει κι όλο κυνηγάει
Κι εκείνες τρέχουν κι όλο τρέχουν
Ώσπου να γίνουνε κουβάρι ηδονής
Αγρίμι’ αλαφιασμένα
Σε σμίξιμο πρωτόγονο
Γεμάτο με φωνές εκστατικές
Γεμάτο μ’ ιδρωμένα μέλη ανάκατα και συμπλεγμένα
Κάποτε
Όταν ο μοιροπλάστης χρόνος κρίνει πως χρειάζεται
Στον κόσμο λίγη ομορφιά να ξεχυθεί
Να τον ολοκληρώσει
Να τόνε κάμει Κ ό σ μ ο πάλι.

Σώματα

Καμπυλώνουν τα κορμιά
Τόξα τανυσμένα
Έτοιμα χάμω να σωριάσουνε με σαϊτιές αλάθητες
Όλη τη μάστιγα του κόσμου

Πόδια πλεγμένα
Λυγερόκορμα κλαδιά
Συγκερασμός γενέθλιος

Τα δάχτυλά σου φωλιασμένα
Στις εσοχές των δικών μου
Ταυτίζονται
Σαν τα κουμπιά μεσ’ τις οπές της πουκαμίσας

Το πρόσωπό μου μεθυσμένο
Απ’ τα μυροβόλ’ αρώματα
Καθώς κουρνιάζει
Μέσα στην πυρωμένη όαση της κόμης σου

Τόσο κοντά τα κοιμισμένα μέτωπα
Που κινδυνεύουνε τα όνειρα να μπερδευτούν
Σε αλχημείες αναστάσιμες
Να γίνουν ένα όνειρο κοινό και ομοούσιο
Όνειρο καθάριο

Κι ο ύπνος μάρτυρας
Αυτό το λίκνο της ζωής ρεμβάζει από ψηλά
Και κατανυκτικά γονυπετής προσεύχεται.

Χάος

Μες τους λαβύρινθους του χάους
Αντηχεί η σκέψη
Σε ξεκουφαίνουν οι αντίλαλοι
Κι αλαφιασμένος τρέχεις
Να βρεις κάποιο γνώριμο πρόσωπο, εχέμυθο
Να το ρωτήσεις εμπιστευτικά
Αν είμαστε άτυχοι ή τυχεροί που αιωρούμαστε
Απ’ την αρχή ως το τέλος
Ανάμεσα στο τίποτα.

Ανεκπλήρωτο

Λειμώνες των φυκιών πλεγμένοι μ’ άστρα
Που σύναξα και χάραξα κάποια πανσέληνο
Στην άμμο τ’ όνομά σου που ξεθώριασε
Εκεί που τώρα κείτονται τα μισογκρεμισμένα
Κάστρα των ξυπόλυτων παιδιών
Αυτών που βγήκαν στ’ ανοιχτά να λύσουν το αίνιγμά σου.

Τώρα τα χαλκευμένα μπράτσα τους κοσμούνε σταυρωμένες άγκυρες
Τώρ’ αρμενίζουνε τα πλοία τους μ’ ακρόπρωρο την πεθυμιά
Με δίχως μπούσουλα, με δίχως ειμαρμένη
Κι επάνω στις πεταλιδόστιχτες καρένες τους
Γράφει με λόγια φλογερά “Το ανεκπλήρωτο”.

Τι νά’ γιναν εκείνα τα παιδιά;
Μια μέρα άκουσα πως μια Γοργόνα δέσποινα την πλεύση τους σταμάτησε
Ρωτώντας ικετευτικά
Αν ζούσ’ ο βασιλιάς Αλέξανδρος ακόμα
Μα’ κείνα της απάντησαν πως πια τον λέγαν Διγενή.

Ίσως κάπου να γλείφουνε τη σάρκα τους τα κύματα
Ίσως κάπου να κατεργάζεται το δέρμα τους ο ήλιος κι η αρμύρα
Μέσα στο ξέφραγό τους στήθος να σφυροκοπούν
Όλ’ οι ανταρτεμένοι αέρηδες
Τ’ ατίθασα παιδιά του Αιόλου
Και μέσ’ απ’ τα μπαταρισμένα γένια να ξεχύνονται
Μιλιούνια γλάροι μαυροκέφαλοι και τοξωτά δελφίνια.

Όμως τι νά’ γιναν εκείνα τα παιδιά;
Πούθε να τριβελίζεται ο λύχνος της καρδιάς τους;
Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν έμαθε ποτέ.

Η αγαπημένη προσμένει ακόμα
Φάρος ασίνιαλος ξερακιανός
Κοκαλωμένος πάνω στην ακροβραχιά.

Ανάκαρα

Διάφανη αρματωσιά του Ιούνη
Ψηλά στα ομιχλώδη διάσελα
Με πέτυχες της Τύμφης
Εκεί που οι χιονούρες άλιωτες
Θητεύουν στο μεσοκαλόκαιρο
Κάτ’ απ’ το δροσιασμένο θρόισμα
Του ίσκιου των ορθοπλαγιών
Και στωικά προσμένουνε
Το τέλεμα του κόσμου.
Εκεί που ρεμπελεύουνε στα σιωπηρά
Υψίπεδα σκαρφαλωμένα
Άγρια άτια και κατίμαυρα
Ήτανε που σ’ αντίκρυσα ξανά
Μετ’ από χρόνια.

Εκεί που αιμορραγούσ’ ο όρθρος πράσινο
Και ξεδιψούσαν τα μαγγανιασμένα βλέφαρα
Εκεί που σείονταν συθέμελα η ψυχή
Από το λιοκαμμένο βόμβο της ξερολιθιάς
Και η νοτιά του χώματος ανένδοτη
Λιβάνιζε τα κουρασμένα βήματα των διαβατάρηδων.
Εκεί που ο ράθυμος υδάτινος παλμός
Με υποκύανες διαύγειες εξιστορούσε
Τους ακριβοθώρητους άθλους των τριτώνων
Σαν άσωτο υιό με καλωσόρισες
Και με λυγμούς ανάκουστους με τύλιξες
Με δυο χρυσές φτερούγες.

Εκεί ψηλά
Στις όχθες της Δρακόλιμνης
Ήταν που άκουσα για πρώτη μου φορά
Μετ’ άπο χρόνια
Μιαν ανεπαίσθητη αιθέρινη κλαγγή
Στη μέσα κόγχη του αυτιού μου να σφυρίζει
Κεντρίζοντας μπάντα κι άλλη τα σπλάχνα μου:
“Μη φεύγεις
Είναι ωραία η ζωή
Μη φεύγεις”.

Να’ ταν η κύρα-Παναγιά
Ή ο αρχέγονος εκείνος θεομπαίχτης
Ο Ήλιος;

Επίγραμμα
Α’
Μια σύντομη μαρμαρυγή
Στην άβυσσο η ζωή σου
Μη σπέρνεις κι άλλο μαύρο άδικα.

Β’
Μωβ
– χρώμα του πένθους –
κι όμως εφέτος θα μου λείψεις.

Γ΄
Έρωτας είναι
Το ανεπαίσθητο ηλεκτρικό φορτίο που σου λείπει
Για ν’ ανεβείς λίγο ψηλότερα ανάμεσα στα πράγματα
Κι από απλό κατιόν
Να γίνεις επιτέλους
Άτομο.

Ανατολή

Α’
Καλπάζουμε ζεμένοι στα καπούλια
Ενός αλλήθωρου ήλιου
Ανεξέλεγκτα περιοδεύοντας
Το αρχιπέλαγος του χρόνου.

Αλυχτάμε τη νύχτα
Αλυσοδεμένα σκυλιά
Στην κουπαστή του πεπρωμένου
Κι είν’ άγκυρες οι πεθυμιές
Που ανεκπλήρωτες τη ζήση μας βαραίνουν
Και μας τραβούν σε ληθικό βυθό
Στερεύοντας τις αποφάσεις μας.

Ώσπου ξανά με ιαχές
Με θούριους παλινορθώσεως
Εκεί
Μπρος στο δειλό κατώφλι της παραίτησης
Ένα σκίρτημα νεογιλό
Κι ίσως παράτολμο θα μας ωθήσει
Ν’ αδράξουμε με λεβεντιά και μ’ αυταπάρνηση
Το πύρινο καμτσίκι των ονείρων
Και μ’ εκατό βιτσιές να προελάσουμε ξανά
Πέρ’ από τα στεκάμενα νερά των τετριμμένων
Ολάνοιχτοι
Σε πηγαιμούς πρωτόγνωρους και μυστηριακούς
Σε θαλερούς αιώνες
Και σε ακτές μαγευτικές
Που περιμένουν ανεξάντλητες τα χέρια μας
Να τις χορτάσουν.

Αύριο,
Που θα μοσχοβολήσει φρέσκια μέρα στον ορίζοντα.

Β’
Συλλογιέμαι τους θαλασσοπόρους των απήδαλων νηών
Που για παρθενική φορά τραβέρσαραν το άγνωστο
Εκεί που λέγαν οι παλαιοί πως χύνονταν
Τα Ωκεάνεια ύδατα
Στα ερεβώδη βάραθρα των μεταιχμίων.

Κι όμως, πορεύτηκαν
Χωρίς κανένα των απλών ανθρώπων φόβητρο
Να πελεκά την τόλμη τους
Με την ύστατη ελπίδα για οδηγό
Στο μεσιανό κατάρτι κρεμασμένη
Και με μοναδικό προσάναμμα τ’ αρχέγονο ερώτημα
Πυρπόλησαν την τελευταία σκλήθρα αμφιβολίας
Που έστεκε εμπόδιο στο διάβα τους.

Έτσι κι εμέ,
Του σύμπαντος ο αιωνόβιος ρυθμός
Κι ο βρυχηθμός δε με τρομάζουν
Μόνο θα γίνω εγώ
Ο ακραιφνής τους ρεγουλάτορας
Κι η Γη θα γίνει το παιχνίδι μου
Ένα γαλαζοπράσινο τόπι που εδώ κι εκεί θα το κλωτσάω
Στις παγωμένες εσχατιές της οικουμένης
Γυρεύοντας το δυσεπίλυτο.

Είθε να γίνω εγώ
Ο σαλεμένος αμαξιλάτης του Ήλιου
Ή να πεθάνω προσπαθώντας.

Γ’
Πώς να σου παραβγώ στο τρέξιμο
Μέρα διττή και δίκοπη
Θεριό ανελέητο
Στα θεία χέρια σου το άσπρο και το μαύρο
Με σημάδεψαν
Στο μυρωμένο σώμα σου κηδεύτηκαν χίλιοι καημοί
Ώστ’ ύστερα ν’ αναστηθούν σ’ επουλωμένες μνήμες
Σε ματωμένα διαβατήρια για το αύριο.

Πώς να σου παραβγώ στο τρέξιμο
Συ δε γνωρίζεις ήττα
Μα να το ξέρεις έμπλεξες
Είμ’ έτοιμος να πολεμήσω σα σκυλί
Για να μπορέσω ύστερα να σ’ αποχωριστώ
Μ’ ανάλαφρη ψυχή
Τόσο ανάλαφρη
Όπως όταν πρωταπαντηθήκαμε.

Γι’ αυτό έχε το καλά βαλμένο στο μυαλό σου
Πως ως το τέλος θα με τρέμεις
Γιατί τα όπλα δεν παρέδωσα
Μ’ αντίθετα
Μέσ’ από κάθε κύτταρο της ύπαρξής μου
Μέρα
Σε λάτρεψα.

Ανεβοκατεβασιά από τη Μέρα στη Νύχτα

Μέρα
Άνοιξε το πρωινό τα ροδαλά του πέταλα
Κι οι πρεσβευτές του οι πετεινοί
Βαθιανασαίνουνε και τους λαιμούς τεντώνουνε
Σαν τους αρχαίους ραψωδούς να ιστορήσουνε
Τις περιπέτειες ανθρώπων και θεών
Καθώς στο βάθος ξεγκαστρώνετ’ η αυγή
Παντού σκορπώντας τα μυριόχρωμα βλαστάρια της

Ευθύς ο παντογνώστης ήλιος αγουροξυπνά
Μες στην αειθαλή του ομορφιά στεριώνεται στο βάθος
Και χαιρετά με τις ολόξανθες χερούκλες του
Τ’ ασβεστωμένα σήμαντρα και τους γαλάζιους τρούλους
Τα’ ανέμελα σεργιάνα των τρεχαντηριών καβάλα στο μαϊστρο
Τα καπνισμένα τα νησιά από τ’ αρκέμπουζα των Αλτζερίνων
Και τα λευκά γλαρόπουλα που στο ταβάνι
Τ’ ουρανού γυρεύουνε θαρρείς καρφιτσωμένα
Κάποιου ψαριού το θαλερό σπαρτάρισμα
Στα σμαραγδιά νερά να γευματίσουν.

Ύστερα ζώνοντ’ οι αέρηδες τα ξάρτια του μεσημεριού
Που κρέμετ’ ώριμος καρπός απ’ το τσαμπί της μέρας
Χαλκεύει ο μάραθος, οι θυμωνιές
Το μοσχομυριστό θυμάρι
Κι οι τζίτζηρες κορδώνονται ν’ αποτελέψουν τα σαλά τους άσματα
Πριν να τους πάρ’ η νύχτα τη λαλιά ή κάποιο περιστέρι.

Και σαν ζυγώσει απομεσήμερο
Με πρίσματα μενεξεδιά, με απαλά μελτέμια
Και με τη χόβολη που μέσ’ απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα
Περνά στα σπίτια με τις κεραμένιες στέγες και κλωσσά
Τ’ αυγό της ευωχίας
Είναι που γεύονται τ’ αυτιά τους ήχους των παιδιών
Που στ’ ακρογιάλι παίζουνε και σιγοπλατσουράνε
Ώσπου τα δάχτυλα να μαραθούν
Ώσπου ν’ αρχίσει ο πυλός να στάζει απ’ τους αρμούς
Και η ψυχή ν’ αναλαμβάνεται προς τη στρατόσφαιρα.

Ω γέρε Χρόνε, εσύ που ξας αδιάκοπα τα σώματα
Των κοριτσιών που μελοπλάθεις σε γυναίκες
Των αγοριών σε άντρες που λιθοκοπάς
Εσύ που τις καρδιές με όνειρα υγρά και πεθυμιές μπολιάζεις
Δες πώς δοξάζουνε αείφωτε Θεέ
Την καθημερινή σου ανάσταση τα πάντα μες την πλάση.

Πόσο θά ήθελα για μια στιγμή τους δείκτες σου να πάγωνα
Να κράταγα αθάνατο τ’ ασύλληπτο της μέρας
Ιδού, στα γράφω αυτά μήπως σε ξεγελάσω
Κι ας ξέρω μέσα μου βαθιά πως πέρασε η ώρα
Πως γύρω απλώνεται σεπτό το πέπλο της εσπέρας
Βγήκε αγνάντι το εκκρεμές του φεγγαριού
Ναυαγισμένο δίπολο
Κι από τους βάλτους πέρα ακούγεται βραχνός βραχνός
Ο θρήνος των καρλάκων.

Νύχτα

Τώρα που η νύχτ’ απλώνεται πελώρια
Και γύρω κρέμεται φαρδύ σκοτάδι
Μη λυγάς
Μη λυπάσαι για το φως που ήταν
Βούτα την πύρινη ρομφαία των ονείρων σου στη θάλασσα
Να μεταλάβει άπλετη αστροφεγγιά
Και στων ασίγαστων ερώτων την απανεμιά
Να φτερουγίσει.

Τώρα που η νύχτ’ απλώνεται αρπακτική
Κι ολομεμιάς θαμπώνονται της μέρας τα μεγαλουργήματα
Μη θλίβεσαι, μη σκορπίζεσαι
Για το χατήρι σου μονάχα θα γραπώσω
Την αργυρωμένη λόγχη της ημισελήνου
Το μαύρο ζόφο να κεντήσω στα πλευρά
Ώσπου να ξεχειλίσουν από μέσα οι ακόρεστοι καημοί
Και των βυθών τα καταποντισμένα μοιρολόγια.

Τώρα που γύρω απλώνεται η νύχτα φθονερή
Κι ανήμπορη να μιμηθεί τις άχραντες αναλαμπές του ηλίου
Καλεί στη θέση τους θεριά χιμαιροποίκιλτα, είδωλα στρεβλωμένα
Και πάγανα δαιμονικά που σείουνε τη Γη
Τώρα που θρέφει ο πόνος μες τα σωθικά
Και γίνεται τρισμέγιστη κραυγή
Θανατερό σαράκι
Τώρα που σκίζουνε οι αστραψιές στα δυό το θόλο τ’ ουρανού
Και μια δαρτή βροχή σου πελεκά τον ύπνο
Μην κλαις και μην οδύρεσαι για το φευγιό της μέρας
Σφούγγισε τον ίσκιο από το πρόσωπο
Κι όσο μπορείς
Κάνε αγάντο
Αύριο θε να ροδίσει νέα μέρ’ από τις στάχτες
Κι είναι σου λέω νωρίς
Πολύ νωρίς για να παραδοθούμε ακόμα.

Ελλάς
Α’
Αιδώς Αργείοι όσοι λησμονήσατε
Την Ιωνία Γη και τη Μεγάλη Ελλάδα
Την άπω Κυρηναϊκή, την έσχατη Χερσόνα
Τη ναυκρατούσα Νίκαια, το Ημεροσκοπείον
Του Ελλησπόντου τα στιλπνά στενά
Και της μεγίστης Αλεξάνδρειας
Τον παντογνώστη Φάρο.

Β’
Σα πέτρινο νησί που ξέβρασε
Η θάλασσ’ απ’ τα σπλάχνα της
Σα βότσαλο που κάποιος Κύκλωπας
Παράτησε καταμεσίς του πόντου
Προβάλλει στ’ ανοιχτά του όρμου της Παλαιοκαστρίτσας
Η μαρμαρένια καθώς λένε τρίηρης του Οδυσσέα
Κι οι κωπηλάτες μάρμαρα κι αυτοί
Λάμνουν αιώνια ν’ αράξουν
Στην πάντοτ’ απροσπέλαστη ακτή
Της ονειροπαρμένης γης του Φαίακα.

Ω, Κέρκυρα εσύ της μοναξιάς
Και της απόγνωσης αλεξικέραυνο
Ως και του άνδρα ο νόστος του πολύτροπου
Δεν τα κατάφερε να παραβγεί
Με το δεδοξασμένο κάλλος.

Γ’
Είναι πικρές οι μέρες που πλαταίνουν
Εδώ που στέγνωσε στο στόμα ο καιρός
Και ο γηλιός της ξενιτιάς
Μου κόλλησε κατάσαρκα.

Εννέα μήνες στην κοιλιά του κήτους πάσχισα
Να μη σε λησμονήσω
Να μη σ’ απαρνηθώ
Συντετριμμένη πατρίδα
Τι όμορφη που γίνεσ’ όταν ντύνεσαι στα γαλανόλευκα.

Τώρα που δυσκολεύομαι να σε κοιτώ κατάματα
Και των ονείρων πότισαν οι εκατόμβες
Μ’ αίμα πορφυρό την κόμη μου
Είναι που σας κράζω επιτέλους φρενιασμένος
Βασανισμένη πάτρια Γη
Κι εσέ τυφλέ ποιητάρη
Που πρώτος ύμνησες εσύ
Τους χρυσωπούς γιαλούς, τα σπαθωτ’ ακρωτήρια
Τους φαληρίσιους όρμους και τις στέρνες του καλοκαιριού.

Κόπτω τις φλέβες του δεξιού χεριού
Και ρέει αρμύρα ξάστερη
Κόπτω τις φλέβες του αριστερού και ξεπετιώνται
Αγέρωχες βουνοκορφές και κάτασπρα ξωκκλήσια
Και μέσα στα μηνίγγια μου σφυροκοπούν
Ατέρμονα ο Δούναβης κι ο Ευφράτης
Η Ισσός, ο Γρανικός και τα Γαυγάμηλα.

Ω, παιδεμένη πατρίδα
Της ύπαρξής μου τα γλωσσίδια πάλλονται στη σκέψη σου
Και τρίζουν σύγκορμα τα σήμαντρα του γυρισμού
Μα δε φοβούμαι

Είναι που έμαθα μονάχος να προφέρω
Συλλαβιστ’ αρχινώντας
Κι ύστερ’ αναδεύοντας στο στόμα μου χαλίκια
Το θάνατο και τη ζωή
Έχοντας το αλφαβητάρι του ήλιου στο πλευρό μου
Και πα’ στο μουσκεμένο μου προσκέφαλο
Τις σάλπιγγες των αρχαγγέλων
Και τις αιθέριες άρπες των ερωτιδών
Να μελωδούν τους φλοίσβους σου.

Ω, τρικυμισμένη πάτρια Γη
Αετοφόρος άνεμος ξεγύμνωσε τους κάμπους
Και τώρα σου μιλώ μονάχα με παραβολές
Παλεύοντας μ’ αόρατα θεριά
Να σ’ αφυπνίσω.

Όχι
Του χρόνου τ’ άθλιο αποτύπωμα
Δε με φοβίζει πια
Τ’ ανταριασμένο μούχρωμα που μαίνεται
Να μαγαρίσει το κορμί σου
Τώρα ζυγώνει Λαμπριά
Που ο άνθρωπος κηδεύεται
Κι ανίσταται στη θέση του Θεός
Ο μέγας γεωμέτρης.

Ω, δοκιμασμένη μα περήφανη πατρίδα
Τι όμορφη που γίνεσαι σαν ντύνεσαι στα γαλανόλευκα
Μπροστά στην όψη σου φαρδαίνει ο ουρανός.

Δικαιοσύνη.

Κήπος

Επτάγλαυκο υγρό στοιχείο
Κι εσύ αείφωτε ουρανέ
Στο μέτωπό σας έχω απιθώσει
Απ’ την κοιλιά της μάνας μου ακόμα
Όλα μου τα τάματα
Και η καρδιά μου αποστήθισε
Από γεννήσεως κόσμου
Το σφυγμό σας.

Όχι, δε σας ζητάω τίποτε περσότερο
Ένα μποστάνι μοναχά
Ν’ αντανακλά των άστρων την ονείρωξη
Γεμάτο φυτεμένες λεμονιές, κόρες του ήλιου ολόξανθες
Γεμάτο μ’ εύοσμες πορτοκαλιές και τζίτζιφα
Γεμάτο γλάστρες με χλωρά γεράνια κι υακίνθους
Με τα μαλλιά της ξέπλεκα σιμά
Στη χάση του φεγγαριού
Σε κάθε χάση
Κι εγώ κει δα να στροβιλίζομαι
Ατέρμονα
Ως την καταραμένη μαύρη ώρα
Του αποχαιρετισμού
Όταν θα γίνουμε αστόχαστες σκιές
Και θα ξεχάσουμε.

Όχι επτάγλαυκο υγρό στοιχείο
Κι εσύ αείφωτε ουρανέ
Δε σας ζητάω τίποτε περσότερο
Μόνο το γέλιο της στα μάτια να φωτοβολά
Το χέρι της απ’ την κακοκαιριά απάγκιο
Κι έτσι ν’ ανέβουμε μαζί
Σκαλί-σκαλί
Από τ’ ακρότατα του Κήπου μας
Ως την αθανασία.

Ομοίωσις
Όταν θα’ σ’ έτοιμος να αντικρύσεις
Τον κόσμ’ ολάκερο μες στους καθρέπτες των δροσοσταλιών
Τον επουράνιο κήπο να βλασταίνει από’ να τόσο δα αγριολούλουδο
Την αιωνιότητα καθώς ακαριαία κουρνιάζει μέσα στο κάθε δευτερόλεπτο
Τη ζωή μες της αγαπημένης το χαμόγελο
Κι όταν θα δώσεις το δικό σου ορισμό
Σε κάθε ανώνυμη έκφανση της μέρας
Έλα να με βρεις
Ξαπλωμένος θα σε καρτερώ
Κάτ’ απ’ τις χρυσωμένες θάλασσες με τα’ λιοτρόπια
Δίπλα στις γέρικες ελιές με τ’ ασημόχλωρά τους φλάμπουρα που παιανίζουνε
Στο ράβδισμα του γραίγου
Και μες στου σιταριού τη γενετήσια όρχηση
Στο πρώτ’ οστριογάρμπι
Στα γαλανά σινιάλα των χελιδονιών που αειφόρα σπέρνουνε την άνοιξη
Στων κοριτσιών τους βλοημένους αμφορείς με τους στητούς μαστούς
Που πολεμάν να κατασκίσουν το λινάρι καθώς πλατσουράν
Γυμνόποδα στην ακροποταμιά
Και στις καρδιές των σαλταδόρικων παιδιών
Τη μέρα τ’Α Γιαννιού του λαμπατάρη.

Όταν θα μάθεις επιτέλους να δαμάζεις τον εαυτό σου
Και να πενθείς το θάνατο του κάθε πράγματος ξεχωριστά
Μέσ’ απ’ τα μύχια της ψυχής σου
Έλα και βρες με
Θα σε περιμένω όπως πρώτα
Όπως πάντοτε
Στην άκρη του γιαλού
Πλάι στις αχιβάδες και τ’ αλώνια των αρμυρικιών
Στα σμιλεμένα σώματα των βράχων και τις φεγγαρόκτιστες σπηλιές
Και μέσα στων κυμάτων τα χλωμά βελάσματα.

Ανάμεσα στ’ απλά, τα ευτελή, τ’ ασήμαντα θα περιμένω
Εκεί όπου με άφησες.

Ελπίδα

Μέσα στη γκρίζα πολιτεία
Σε κάποιο μπαλκόνι
Σε κάποια ζαρντινιέρα
Ένα λουλούδι προσπαθεί
Να βρει μια στάλα ουρανό
Δυο-τρία ψίχουλα ήλιο
Μήπως και μες στην κλειστοφοβική του φυλακή
Ξεκλέψει λίγη ακόμα επιβίωση

Κάτω, στα ρείθρα του πεζοδρομίου
Έν’ αγριόχορτο που φύτρωνε
Ανάμεσα στις λάσπες
Δεν τα κατάφερε.
Έγινε βορά για τα παπούτσια των περαστικών
Και τώρα κείται ματωμένο
Δίπλα στ’ αποτσίγαρα.

Έτσι κυλάει η ζωή εδώ
Μέσα στη γκρίζα πολιτεία.

Χρόνο με το χρόνο,
Μέρα με τη μέρα
Λιγοστεύουν οι ελπίδες
Σε μέρη ευκρατότερα
Μεταναστεύοντας.